Την καταληκτική ημερομηνία υποβολής δηλώσεων, γνωστή και ως «Ημέρα Φορολογίας», διάλεξε ο δήμαρχος της Νέας Υόρκης Ζόχραν Μαμντάνι για να διοργανώσει δημόσια συζήτηση με δύο διακεκριμένους οικονομολόγους, ζητώντας την επιβολή φόρου στους «υπερπλουσίους».
Την ίδια ημέρα, οι τρεις άνδρες — ο Μαμντάνι, ο νομπελίστας οικονομολόγος Τζόζεφ Στίγκλιτς και ο Γάλλος οικονομολόγος Γκαμπριέλ Ζουκμάν — συνυπέγραψαν άρθρο στη βρετανική εφημερίδα The Guardian, στο οποίο χαρακτήριζαν την ανισότητα «παγκόσμια κρίση» και ζητούσαν από τους δισεκατομμυριούχους να καταβάλουν το «δίκαιο μερίδιό» τους.
Η πρόταση δεν είναι νέα. Ο Ζουκμάν, 39 ετών, την προωθεί από το 2024, όταν συμβούλευσε την προεδρία της G20 στη Βραζιλία σχετικά με έναν παγκόσμιο ελάχιστο φόρο για δισεκατομμυριούχους. Είχε ήδη αναδειχθεί το 2019, όταν οι γερουσιαστές Ελίζαμπεθ Γουόρεν και Μπέρνι Σάντερς ενσωμάτωσαν την έρευνά του για τη φοροδιαφυγή στις προεκλογικές τους εκστρατείες.
Το μέτρο εγκρίθηκε από τη Γαλλική Εθνοσυνέλευση στις αρχές του 2025, αλλά μπλοκαρίστηκε από τη Γερουσία, όπου πλειοψηφούν οι συντηρητικοί. Παρόμοια νομοθεσία προωθείται σε αρκετές πολιτείες των ΗΠΑ, ενώ περιλαμβανόταν και στην ατζέντα των συναντήσεων της 17ης και 18ης Απριλίου στη Βαρκελώνη, όπου ο πρόεδρος της Βραζιλίας Λουίς Ινάσιου Λούλα ντα Σίλβα, η πρόεδρος του Μεξικού Κλαούντια Σάινμπαουμ και ο πρόεδρος της Νότιας Αφρικής Σίριλ Ραμαφόζα συναντήθηκαν με τον Ισπανό σοσιαλιστή πρωθυπουργό Πέδρο Σάντσεθ για να συζητήσουν τις ανησυχίες τους σχετικά με την άνοδο των συντηρητικών κομμάτων.
Η επιχειρηματολογία
Στη συζήτηση, ο Μαμντάνι, ‘δημοκρατικός σοσιαλιστής’, ζήτησε την εφαρμογή ενός «παγκόσμιου φόρου 2% στον πλούτο» ως μέρος ενός «αγώνα για έναν δικαιότερο κόσμο». Υποστήριξε ότι η ανισότητα έχει διαποτίσει την πολιτική στις πέντε περιφέρειες της Νέας Υόρκης, στις ΗΠΑ και σε ολόκληρο τον κόσμο.
Ο Στίγκλιτς προχώρησε περαιτέρω, υποστηρίζοντας ότι τα τελευταία 25 χρόνια το 41% της αύξησης του πλούτου κατευθύνθηκε στο πλουσιότερο 1% του πληθυσμού, γεγονός που, σύμφωνα με τον ίδιο, οδήγησε σε «αποδυνάμωση της μεσαίας τάξης» και σε «ενίσχυση της ολιγαρχίας στην κορυφή».
Ο Ζουκμάν παρουσίασε την εκστρατεία ως «την αρχή ενός διεθνούς κινήματος για να πληρώσουν επιτέλους οι υπερπλούσιοι το δίκαιο μερίδιό τους» και χαρακτήρισε τη σύγκρουση μεταξύ «δημοκρατίας και ολιγαρχίας σε παγκόσμιο επίπεδο» ως «τη καθοριστική μάχη του 21ου αιώνα».
Ο Ζουκμάν, ο οποίος διαθέτει και γαλλική και αμερικανική υπηκοότητα, προχώρησε σε ιστορικό παραλληλισμό, δηλώνοντας στην εφημερίδα The Epoch Times ότι η Γαλλική Επανάσταση κατήργησε τα προνόμια της αριστοκρατίας και ότι σήμερα απαιτείται η κατάργηση του φορολογικού προνομίου της σύγχρονης αριστοκρατίας, δηλαδή των δισεκατομμυριούχων, οι οποίοι καταβάλλουν πολύ λιγότερους φόρους από τους υπόλοιπους πολίτες.
Στην ίδια εκδήλωση, κάλεσε τις Ηνωμένες Πολιτείες να επανασυνδεθούν με τη δική τους παράδοση στη χρήση της φορολογίας, αναφέροντας ότι οι προοδευτικοί φόροι εισοδήματος και κληρονομιάς θα πρέπει να χρηματοδοτούν δημόσια αγαθά, αλλά και να «ρυθμίζουν την ανισότητα» και να «προστατεύουν και να ενισχύουν τη δημοκρατία». Υποστήριξε επίσης ότι ο υπερβολικός πλούτος συνιστά πάντοτε υπερβολική εξουσία, η οποία διαβρώνει τους δημοκρατικούς θεσμούς.
Μαθητής του σοσιαλιστή οικονομολόγου Τομά Πικεττύ, ο Ζουκμάν αποτελεί μία από τις πλέον αμφιλεγόμενες προσωπικότητες στη Γαλλία. Οι επικριτές του τον χαρακτηρίζουν «ακτιβιστή της άκρας αριστεράς», επικαλούμενοι άρθρα του που στηρίζουν τα οικονομικά προγράμματα της «Νέας Οικολογικής και Κοινωνικής Λαϊκής Ένωσης» (New Ecological and Social People’s Union) και του «Νέου Λαϊκού Μετώπου» (New Popular Front) — συμμαχιών στις οποίες συμμετέχει και το κόμμα «Ανυπότακτη Γαλλία του Ζαν-Λυκ Μελανσόν — καθώς και το γεγονός ότι το Ευρωπαϊκό Παρατηρητήριο Φορολογίας, του οποίου είναι επικεφαλής, χρηματοδοτείται εν μέρει από τα Open Society Foundations (Ιδρύματα Ανοικτής Κοινωνίας) του Τζορτζ Σόρος.
Ο Ζουκμάν απαντά ότι αυτές οι προσωπικές επιθέσεις αντανακλούν απλώς την έλλειψη ουσιαστικών επιχειρημάτων από τους πολέμιους του μέτρου.
Μια διαφορετική διάγνωση
Ο Νικολά Λεκωσσέν, διευθυντής του Ινστιτούτου Οικονομικής και Φορολογικής Έρευνας (Institute for Economic and Fiscal Research – IREF) με έδρα το Παρίσι και ένας από τους συγγραφείς, μαζί με τον πρόεδρο του ινστιτούτου, Ζαν-Φιλίπ Ντελσόλ, του βιβλίου «Σε τι χρησιμεύουν οι πλούσιοι» («A quoi servent les riches», 2012), αμφισβητεί τόσο τα δεδομένα όσο και τα συμπεράσματα. Σύμφωνα με όσα ανέφερε στην Epoch Times, η υπόθεση ότι μια μικρή ελίτ συγκεντρώνει το μεγαλύτερο μέρος του πλούτου επαναλαμβάνεται εδώ και δεκαετίες από οικονομολόγους και δημοσιογράφους που επικεντρώνονται στο πλουσιότερο 1% ή ακόμη και στο 0,1% του πληθυσμού.
Υποστήριξε ότι ο γενικός πληθυσμός έχει γίνει πλουσιότερος και όχι φτωχότερος, επισημαίνοντας ότι το ποσοστό των ανθρώπων που ζουν με λιγότερα από 3 δολάρια την ημέρα μειώθηκε από 43% το 1990 σε 10% το 2025, σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα.
Ανέφερε επίσης ότι η αύξηση του αριθμού των δισεκατομμυριούχων συνέπεσε με τη μείωση της φτώχειας σε παγκόσμιο επίπεδο.
Ο Λεκωσσέν απέρριψε τη σημασία του ποσοστού του 1%, σχολιάζοντας ότι, αν ήθελε κανείς να οδηγηθεί σε παράλογα συμπεράσματα, θα μπορούσε να υπολογίσει τα κέρδη ενός διάσημου ποδοσφαιριστή ανά λεπτό αγώνα, κάτι που, όπως υποστήριξε, δεν έχει ουσιαστική σημασία. Όπως είπε, επιχειρηματίες όπως ο Μαρκ Ζάκερμπεργκ και ο Έλον Μασκ δημιουργούν αμέτρητες θέσεις εργασίας και έχουν φέρει επαναστατικές αλλαγές, ωφελώντας κυρίως τους πληθυσμούς που εξήλθαν από τη φτώχεια.
Σύμφωνα με τον Ζουκμάν, στη δεκαετία του 1960, οι 400 πλουσιότεροι Αμερικανοί κατέβαλλαν περίπου το 50% του εισοδήματός τους σε φόρους, ενώ σήμερα το ποσοστό αυτό ανέρχεται περίπου στο 24%. Για τους Γάλλους δισεκατομμυριούχους, όπως υποστηρίζει στο βιβλίο του «Ο θρίαμβος της αδικίας: Πώς οι πλούσιοι αποφεύγουν τους φόρους και πώς μπορούν να πληρώσουν» («The Triumph of Injustice: How the Rich Dodge Taxes and How to Make Them Pay», 2019), το πραγματικό ποσοστό φτάνει περίπου το 13%, χαμηλότερο από εκείνο της μεσαίας τάξης.
Νεότερα στοιχεία αναδιαμορφώνουν τη συζήτηση, οδηγώντας τον Λεκωσσέν στο συμπέρασμα ότι δεν μπορεί να υποστηριχθεί πως οι δισεκατομμυριούχοι δεν καταβάλλουν σημαντικά ποσά σε φόρους.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, στοιχεία της φορολογικής υπηρεσίας για το 2023, που δημοσιεύθηκαν στις 15 Απριλίου από το Tax Foundation, αμερικανικό ερευνητικό ίδρυμα φορολογικής πολιτικής, δείχνουν ότι το πλουσιότερο 1% των φορολογουμένων καταβάλλει πλέον το 38,4% του συνόλου των ομοσπονδιακών φόρων εισοδήματος φυσικών προσώπων, έναντι του 33,2% το 2001, με μερίδιο 20,6% του προσαρμοσμένου ακαθάριστου εισοδήματος. Το φτωχότερο μισό των φορολογουμένων αντιστοιχεί στο 12,3% του εισοδήματος και καταβάλλει το 3,3% των φόρων. Το πλουσιότερο 1% συνεισέφερε 823 δισεκατομμύρια δολάρια, σχεδόν όσα και το υπόλοιπο 95% μαζί.
Όσον αφορά τη Γαλλία, πρόσφατη ανάλυση των φορολογικών αρχών κατέδειξε ότι οι δισεκατομμυριούχοι που στοχεύει η πρόταση του Ζουκμάν καταβάλλουν κατά μέσο όρο φόρους εισοδήματος καθαρά μεταξύ 200 και 1.000 φορές υψηλότερους από τον μέσο Γάλλο φορολογούμενο σε απόλυτα μεγέθη.
Το πιο άμεσα ελέγξιμο επιχείρημα αφορά τη μετανάστευση. Ο Λεκωσσέν προειδοποίησε ότι ένας τέτοιος φόρος θα επιτάχυνε την έξοδο των επιχειρηματιών, παραπέμποντας στις εσωτερικές μετακινήσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες προς πολιτείες με χαμηλότερη φορολογία.
Ο Ζουκμάν απέρριψε την ανησυχία αυτή ως προπαγάνδα, υποστηρίζοντας ότι ο μύθος και η απειλή της μετακίνησης που επικαλούνται οι πολύ πλούσιοι για να αποφύγουν τη φορολόγηση δεν πρόκειται να επιβεβαιωθούν, και σημειώνοντας ότι το βασικό συμπέρασμα των ερευνών είναι πως σχεδόν κανείς δεν μετακινείται.
Στη συζήτηση, ο Μαμντάνι υιοθέτησε παρόμοια θέση, αναφέροντας ότι ως πολιτειακός νομοθέτης είχε αντιμετωπίσει αυτό που χαρακτήρισε ως απειλή μιας υποτιθέμενης εξόδου, η οποία τελικά δεν πραγματοποιήθηκε, καθώς η Νέα Υόρκη διαθέτει σήμερα περισσότερους εκατομμυριούχους σε σχέση με το παρελθόν, πριν από την επιβολή προηγούμενων φόρων στους υψηλόμισθους.
Ωστόσο, στοιχεία για τη εσωτερική μετακίνηση που δημοσιεύθηκαν στα τέλη Μαρτίου 2026 δείχνουν ότι πολιτείες με υψηλή φορολογία συνέχισαν να χάνουν σημαντικά φορολογητέα εισοδήματα σε σχέση με πολιτείες με χαμηλότερη φορολογία μεταξύ 2022 και 2023. Η Καλιφόρνια κατέγραψε καθαρή απώλεια 11,9 δισεκατομμυρίων δολαρίων, η Νέα Υόρκη 9,9 δισεκατομμυρίων, το Ιλλινόι 6 δισεκατομμυρίων και η Μασσαχουσσέττη 4 δισεκατομμυρίων.
Αντιθέτως, η Φλόριντα κατέγραψε κέρδη 20,6 δισεκατομμυρίων, το Τέξας 5,5 δισεκατομμυρίων και το Τεννεσσή 2,8 δισεκαμμυρίων — όλες πολιτείες χωρίς φόρο εισοδήματος. Στη Μασσαχουσσέττη, φορολογούμενοι με εισόδημα άνω των 200.000 δολαρίων παρείχαν το 70% των καθαρών εκροών.
Σχετικά με τον ισχυρισμό του Στίγκλιτς περί συρρίκνωσης της μεσαίας τάξης, ο Λεκωσσέν επικαλέστηκε μελέτη του American Enterprise Institute, σύμφωνα με την οποία η μεσαία τάξη δεν μειώνεται λόγω υποβάθμισης των νοικοκυριών, αλλά επειδή αυτά ανεβαίνουν οικονομικά. Το ανώτερο τμήμα της μεσαίας τάξης αυξήθηκε από 10% το 1979 σε 31% το 2024, ενώ το κατώτερο τμήμα μειώθηκε από 36% σε 31%.
Σύμφωνα με τον Στίγκλιτς, όσοι ανήκαν στη μεσαία τάξη δεν εξαφανίστηκαν, αλλά έγιναν πλουσιότεροι.
Για τον Λεκωσσέν, η πρόταση έχει ιδεολογικό χαρακτήρα. Υπενθύμισε ότι ο Καρλ Μαρξ υποστήριζε την προοδευτική φορολόγηση στο «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» ως βασικό εργαλείο για την προώθηση του κομμουνιστικού προγράμματος σε ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες. Ο Ζουκμάν και οι σύμμαχοί του δεν επιδιώκουν μεγαλύτερη ευημερία, αλλά μια «πιο δίκαιη κοινωνία», κάτι που — σύμφωνα με τον ίδιο — ισοδυναμεί με εξίσωση των τάξεων.
Ο Ζουκμάν αντέστρεψε το επιχείρημα, υποστηρίζοντας ότι δεν είναι ριζοσπαστικό να ζητείται από τους υπερπλούσιους να πληρώνουν φόρους στο ίδιο επίπεδο με τον υπόλοιπο πληθυσμό, αλλά ότι ριζοσπαστική είναι η αποδοχή της σημερινής κατάστασης, όπου τους επιτρέπεται να ζουν σε μια παράλληλη κοινωνία απαλλαγμένη από φόρους.








