Το υπουργείο Πολέμου των Ηνωμένων Πολιτειών επιβεβαίωσε ότι η δύναμη κρούσης του αεροπλανοφόρου USS Gerald R. Ford, του μεγαλύτερου πολεμικού πλοίου στον κόσμο, κατέφθασε στη Λατινική Αμερική στις 11 Νοεμβρίου 2025. Το USS Gerald R. Ford είναι το νεότερο αεροπλανοφόρο των Ηνωμένων Πολιτειών και το μεγαλύτερο στον κόσμο, με περισσότερους από 5.000 ναύτες πλήρωμα.
Η ανάπτυξη του αεροπλανοφόρου εντάσσεται στο πλαίσιο της ενίσχυσης της επιρροής των ΗΠΑ στην περιοχή και της καταπολέμησης της διακίνησης ναρκωτικών μέσω θαλάσσιων οδών. Ο εκπρόσωπος του Πενταγώνου Σων Παρνέλ δήλωσε ότι η αυξημένη παρουσία αμερικανικών δυνάμεων «θα ενισχύσει την ικανότητα των Ηνωμένων Πολιτειών να ανιχνεύουν, να παρακολουθούν και να αποτρέπουν παράνομους παράγοντες και δραστηριότητες που απειλούν την ασφάλεια και την ευημερία της πατρίδας μας και του δυτικού ημισφαιρίου».
Ο διοικητής της Νότιας Διοίκησης, ναύαρχος Άλβιν Χόλσυ, σημείωσε ότι η αποστολή του αεροπλανοφόρου «αντιπροσωπεύει ένα κρίσιμο βήμα για την προστασία της ασφάλειας του δυτικού ημισφαιρίου και της πατρίδας».
Από τον Σεπτέμβριο, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν πραγματοποιήσει τουλάχιστον 19 επιβεβαιωμένα πλήγματα σε σκάφη που, σύμφωνα με το Πεντάγωνο, μετέφεραν παράνομα ναρκωτικά προς τις ΗΠΑ. Οι επιχειρήσεις αυτές, που έλαβαν χώρα στη Θάλασσα της Καραϊβικής και στα παράλια της Λατινικής Αμερικής στον Ειρηνικό, έχουν προκαλέσει τον θάνατο τουλάχιστον 76 υπόπτων διακινητών ναρκωτικών, σύμφωνα με διεθνή μέσα ενημέρωσης.
Η Ουάσιγκτον υποστηρίζει ότι τα πλήγματα αποτελούν μέρος μιας ευρύτερης εκστρατείας κατά της διακίνησης ναρκωτικών, ενώ ο υπουργός Πολέμου Πητ Χέγκσεθ έχει χαρακτηρίσει τις εγκληματικές οργανώσεις ως «ναρκοτρομοκράτες» και τις έχει συγκρίνει με την Αλ Κάιντα, σημειώνοντας στην πλατφόρμα Χ: «Δεν θα υπάρξει καταφύγιο ή συγχώρεση — μόνο δικαιοσύνη».
Η απάντηση της Βενεζουέλας
Ο υπουργός Άμυνας της Βενεζουέλας, στρατηγός Βλαντίμιρ Παντρίνο Λόπες, ανακοίνωσε σε συνέντευξη Τύπου την Τρίτη την έναρξη μεγάλης στρατιωτικής κινητοποίησης, την οποία χαρακτήρισε αμυντική απάντηση στις «αντιληπτές απειλές» των Ηνωμένων Πολιτειών.
Ο Λόπες δήλωσε ότι περίπου 200.000 στρατιώτες έχουν αναπτυχθεί σε όλη τη χώρα για την άσκηση αυτή, διευκρινίζοντας πως η κινητοποίηση «δεν γίνεται εις βάρος της καθημερινής ανάπτυξης δυνάμεων που πραγματοποιεί η Στρατηγική Επιχειρησιακή Διοίκηση». Το υπουργείο Άμυνας της Βενεζουέλας ανήρτησε σχετικές ενημερώσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Το διάγγελμα, που μεταδόθηκε από το κρατικό τηλεοπτικό δίκτυο Venezolana de Televisión (VTV), παρουσίασε την επέκταση του προγράμματος «Σχέδιο Ανεξαρτησίας 200» του προέδρου Νικολάς Μαδούρο, ενός πολιτικο-στρατιωτικού σχεδίου που συνδυάζει Ένοπλες Δυνάμεις, Αστυνομία και άλλους φορείς ασφαλείας με στόχο την «εθνική άμυνα». Ο Λόπες τόνισε ότι οι ασκήσεις αποσκοπούν στη βελτίωση της διοίκησης, του ελέγχου και των επικοινωνιών των Ενόπλων Δυνάμεων.
Το Καράκας χαρακτήρισε τις ενέργειες των ΗΠΑ «ιμπεριαλιστική απειλή» και κατηγόρησε την Ουάσιγκτον ότι επιδιώκει την ανατροπή του Μαδούρο και την εκμετάλλευση των πετρελαϊκών πόρων της χώρας. Από την πλευρά της, η κυβέρνηση Τραμπ έχει διπλασιάσει την αμοιβή για πληροφορίες που θα οδηγήσουν στη σύλληψη του Μαδούρο στα 50 εκατομμύρια δολάρια, κατηγορώντας τον για σχέσεις με καρτέλ ναρκωτικών, κατηγορίες που ο ίδιος απορρίπτει.
Σε συνέντευξή του στην εκπομπή «60 Minutes» στις 2 Νοεμβρίου, ο Τραμπ ανέφερε ότι οι μέρες του Νικολάς Μαδούρο «είναι πιθανόν μετρημένες». Δεν πρόβαλε το ενδεχόμενο χερσαίων επιχειρήσεων, αφήνοντας να εννοηθεί πως η στρατηγική των Ηνωμένων Πολιτειών θα παραμείνει περιορισμένη σε στοχευμένα πλήγματα.
Ρήξη και με την Κολομβία
Η ένταση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κολομβίας κλιμακώθηκε ραγδαία μετά τις αμερικανικές επιθέσεις στην Καραϊβική.
Στις 11 Νοεμβρίου, ο πρόεδρος Γουστάβο Πέτρο ανακοίνωσε ότι η Κολομβία αναστέλλει τη συνεργασία πληροφοριών με τις Ηνωμένες Πολιτείες σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τα αμερικανικά πλήγματα σε ύποπτα πλοία.
Ο Πέτρο δήλωσε στην πλατφόρμα Χ ότι «έδωσε εντολή στις δυνάμεις δημόσιας ασφάλειας να διακόψουν κάθε συνεργασία με τις αμερικανικές υπηρεσίες, έως ότου σταματήσουν οι πυραυλικές επιθέσεις εναντίον σκαφών στην Καραϊβική», προσθέτοντας ότι «ο αγώνας κατά των ναρκωτικών πρέπει να υποτάσσεται στα ανθρώπινα δικαιώματα των λαών της Καραϊβικής».
Ο Λευκός Οίκος δεν έχει σχολιάσει επισήμως την απόφαση του Κολομβιανού προέδρου.

Οι σχέσεις Ουάσιγκτον-Μπογκοτά είχαν ήδη επιδεινωθεί, από όταν ο Ντ. Τραμπ κατηγόρησε τον Πέτρο ότι «ενθαρρύνει την παράνομη παραγωγή ναρκωτικών» στην Κολομβία — κατηγορία που ο Πέτρο και η κυβέρνησή του απέρριψαν. Τον Οκτώβριο, οι Ηνωμένες Πολιτείες επέβαλαν δασμούς στις κολομβιανές εισαγωγές και διέκοψαν όλες τις πληρωμές και επιδοτήσεις προς τη χώρα, οδηγώντας τον Πέτρο να ανακαλέσει τον Κολομβιανό πρεσβευτή από την Ουάσιγκτον. Έναν μήνα νωρίτερα, τον Σεπτέμβριο, η κυβέρνηση Τραμπ είχε προσθέσει την Κολομβία στη λίστα των μη συνεργάσιμων χωρών για την αντιμετώπιση της διακίνησης ναρκωτικών. Στην προεδρική του απόφαση, ο Τραμπ είχε επισημάνει ότι «η καλλιέργεια κόκας και η παραγωγή κοκαΐνης στην Κολομβία έχουν φτάσει σε ιστορικά επίπεδα υπό την κυβέρνηση Πέτρο».
Παράλληλα, ο Τραμπ είχε αναγνωρίσει τις προσπάθειες των κολομβιανών δυνάμεων ασφαλείας «στην αντιμετώπιση τρομοκρατικών και εγκληματικών ομάδων», αλλά πρόσθεσε ότι η κυβέρνηση της Κολομβίας «δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις της ως προς τον έλεγχο των ναρκωτικών».
Ο Αμερικανός πρόεδρος είχε δηλώσει ότι θα επανεξετάσει τη στάση του «εάν η κυβέρνηση της Κολομβίας λάβει πιο επιθετικά μέτρα για την εξάλειψη της κόκας, τη μείωση της παραγωγής και διακίνησης κοκαΐνης και την παραπομπή των υπευθύνων στη δικαιοσύνη, συμπεριλαμβανομένων των ηγετών των εγκληματικών οργανώσεων».
Ο Πέτρο είχε καταγγείλει την απόφαση στις 15 Σεπτεμβρίου, υπογραμμίζοντας ότι η Κολομβία τιμωρείται «παρά το γεγονός ότι έχει χάσει δεκάδες αστυνομικούς, στρατιώτες και πολίτες προσπαθώντας να εμποδίσει την εξαγωγή κοκαΐνης προς τις Ηνωμένες Πολιτείες».
Η τελευταία φορά που η Κολομβία είχε ενταχθεί στη συγκεκριμένη λίστα ήταν το 1997, τέσσερα χρόνια μετά τον θάνατο του διαβόητου αρχηγού του καρτέλ του Μεντεγίν, Πάμπλο Εσκομπάρ.
Των Jack Phillips, Kimberly Hayek και Aldgra Fredly
Με τη συμβολή του Chris Summers και πληροφορίες από το Reuters








