Υπήρχε μια χώρα όπου η ελευθερία δεν περιοριζόταν τόσο από το κράτος όσο από τις συμμορίες. Μια χώρα όπου ο πολίτης δεν φοβόταν μόνο την εγκληματικότητα με την αφηρημένη έννοια, αλλά τον άνθρωπο της γειτονιάς που αποφάσιζε ποιος θα περάσει από ποιον δρόμο, ποιο μαγαζί θα πληρώσει «φόρο», ποιος νέος θα στρατολογηθεί και ποιος θα τιμωρηθεί επειδή δεν υπάκουσε.
Αυτή ήταν για χρόνια η πραγματικότητα στο Ελ Σαλβαδόρ, μια μικρή χώρα της Κεντρικής Αμερικής που είχε γίνει διεθνές παράδειγμα ακραίας εγκληματικότητας. Οι συμμορίες MS-13 και Barrio 18 δεν λειτουργούσαν απλώς ως εγκληματικές οργανώσεις. Σε πολλές περιοχές είχαν αποκτήσει χαρακτηριστικά παράλληλης εξουσίας. Έλεγχαν γειτονιές, επέβαλλαν κανόνες, εκβίαζαν επιχειρήσεις, απειλούσαν οικογένειες και ασκούσαν μια μορφή καθημερινής τυραννίας πάνω στους πιο αδύναμους.
Σε αυτό το περιβάλλον εξελέγη ο Ναγίμπ Μπουκέλε, το 2019, με την υπόσχεση να αντιμετωπίσει τη βία των συμμοριών. Η εκλογή του δεν συνέπεσε με το μεγάλο μακελειό που άλλαξε την πορεία της χώρας. Εκείνο ήρθε αργότερα, τον Μάρτιο του 2022, όταν ο Μπουκέλε ήταν ήδη σχεδόν τρία χρόνια στην εξουσία.

Η 26η Μαρτίου 2022 ήταν η ημέρα που το Ελ Σαλβαδόρ είδε ξανά, με τον πιο ωμό τρόπο, τι σήμαινε να υπάρχει ένα οργανωμένο εγκληματικό σύστημα ικανό να παραλύσει μια ολόκληρη κοινωνία. Μέσα σε 24 ώρες καταγράφηκαν 62 ανθρωποκτονίες, η πιο αιματηρή ημέρα στη χώρα εδώ και δεκαετίες. Συνολικά, το τριήμερο 25–27 Μαρτίου, σκοτώθηκαν 87 άνθρωποι. Σύμφωνα με το ερευνητικό μέσο El Faro, υψηλόβαθμες πηγές μέσα από τη MS-13 ανέλαβαν την ευθύνη για το κύμα δολοφονιών και το συνέδεσαν με την κατάρρευση παρασκηνιακών συνεννοήσεων μεταξύ συμμοριών και κυβέρνησης — ισχυρισμό που η κυβέρνηση Μπουκέλε αρνήθηκε.
Όποια και αν ήταν η αιτία του μακελειού, το μήνυμα ήταν σαφές: οι συμμορίες μπορούσαν ακόμη να σκοτώνουν μαζικά, να ανεβάζουν τον αριθμό των νεκρών μέσα σε λίγες ώρες και να στέλνουν ένα πολιτικό μήνυμα με πτώματα αθώων πολιτών. Δεν επρόκειτο για μια απλή έξαρση εγκληματικότητας. Ήταν επίδειξη ισχύος.
Η απάντηση του Μπουκέλε ήταν άμεση και εξαιρετικά σκληρή. Στις 27 Μαρτίου 2022, η Βουλή του Ελ Σαλβαδόρ ενέκρινε καθεστώς εξαίρεσης, το οποίο ανέστειλε ορισμένες συνταγματικές εγγυήσεις και έδωσε στις αρχές διευρυμένες εξουσίες για συλλήψεις, κρατήσεις και επιχειρήσεις εναντίον των συμμοριών. Το καθεστώς εξαίρεσης είχε αρχικά παρουσιαστεί ως προσωρινό μέτρο, αλλά παρατάθηκε επανειλημμένα και έγινε ο κεντρικός μηχανισμός της μεγάλης εκστρατείας κατά των συμμοριών.
Η επιχείρηση δεν ξεκίνησε από το μηδέν. Ήδη από τον Ιούνιο του 2019, λίγες ημέρες μετά την ανάληψη της προεδρίας, ο Μπουκέλε είχε ανακοινώσει το λεγόμενο Σχέδιο Εδαφικού Ελέγχου [Territorial Control Plan], ένα σχέδιο για την ανάκτηση του ελέγχου των περιοχών όπου κυριαρχούσαν οι συμμορίες. Το σχέδιο περιελάμβανε φάσεις για την ενίσχυση των σωμάτων ασφαλείας, την αντιμετώπιση της χρηματοδότησης των συμμοριών, την παρουσία στρατού και αστυνομίας σε κρίσιμες περιοχές και την αποκατάσταση της κρατικής κυριαρχίας σε γειτονιές όπου το κράτος είχε πρακτικά υποχωρήσει.
Μετά το μακελειό του Μαρτίου 2022, όμως, η πολιτική αυτή πέρασε σε άλλη κλίμακα. Οι συλλήψεις έγιναν μαζικές. Δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι συνελήφθησαν ως ύποπτοι για συμμετοχή ή σύνδεση με συμμορίες. Σύμφωνα με το Associated Press, μέχρι το τέλος του 2024 είχαν συλληφθεί πάνω από 83.000 άνθρωποι, ενώ ο ίδιος ο Μπουκέλε έχει δηλώσει ότι περίπου 8.000 αθώοι αφέθηκαν ελεύθεροι.
Το αποτέλεσμα, σε επίπεδο δημόσιας ασφάλειας, ήταν εντυπωσιακό. Το Ελ Σαλβαδόρ, που το 2015 είχε έναν από τους υψηλότερους δείκτες ανθρωποκτονιών στον κόσμο, με 105 ανθρωποκτονίες ανά 100.000 κατοίκους σύμφωνα με στοιχεία που αναφέρει η Human Rights Watch, είδε τη βία να μειώνεται θεαματικά μετά το 2019 και ιδίως μετά το 2022. Το 2024, η χώρα έκλεισε τη χρονιά με 114 ανθρωποκτονίες, αριθμό ιστορικά χαμηλό για το Ελ Σαλβαδόρ, με την κυβέρνηση να παρουσιάζει τη χώρα ως μία από τις ασφαλέστερες στο δυτικό ημισφαίριο.
Εδώ βρίσκεται και το κεντρικό πολιτικό και ηθικό ερώτημα της υπόθεσης Μπουκέλε. Οι επικριτές του λένε ότι στέρησε την ελευθερία από δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους, πολλοί από τους οποίους συνελήφθησαν χωρίς τις εγγυήσεις που προβλέπει ένα κανονικό κράτος δικαίου. Το επιχείρημα δεν είναι ασήμαντο. Οργανώσεις όπως η Human Rights Watch και η Amnesty International έχουν καταγγείλει μαζικές αυθαίρετες κρατήσεις, καταχρηστικές δίκες, κακομεταχείριση, ακόμη και θανάτους υπό κράτηση. Η Human Rights Watch έχει κάνει λόγο για αυθαίρετες συλλήψεις, εξαφανίσεις, βασανιστήρια ή άλλη κακομεταχείριση, καθώς και σοβαρές παραβιάσεις της διαδικασίας.

Όμως η άλλη πλευρά του ερωτήματος είναι εξίσου κρίσιμη: τι είδους ελευθερία υπήρχε πριν για τους απλούς πολίτες;
Η ελευθερία δεν είναι μόνο το δικαίωμα ενός υπόπτου να προστατεύεται από αυθαίρετη κρατική σύλληψη. Είναι και το δικαίωμα ενός παιδιού να πάει σχολείο χωρίς να το πλησιάσει μια συμμορία. Είναι το δικαίωμα ενός πατέρα να ανοίξει μαγαζί χωρίς να πληρώνει εκβιαστικά χρήματα. Είναι το δικαίωμα μιας μητέρας να περάσει από μια γειτονιά χωρίς να κινδυνεύει επειδή βρίσκεται σε «λάθος» περιοχή. Είναι το δικαίωμα μιας κοινωνίας να μην κυβερνάται από μαφιόζους.
Στο Ελ Σαλβαδόρ, για χρόνια, αυτή η ελευθερία είχε καταλυθεί. Οι συμμορίες δεν αφαιρούσαν μόνο ζωές. Αφαιρούσαν τον δημόσιο χώρο. Αφαιρούσαν την εμπιστοσύνη. Αφαιρούσαν την καθημερινή δυνατότητα των πολιτών να ζουν χωρίς φόβο. Και όταν μια εγκληματική μειοψηφία στερεί την ελευθερία από τη μεγάλη πλειοψηφία, τότε το κράτος δεν μπορεί να μένει ουδέτερο. Η απραξία δεν είναι σεβασμός των δικαιωμάτων. Είναι εγκατάλειψη των νομοταγών πολιτών.
Αυτό εξηγεί γιατί ο Μπουκέλε έχει ακόμη τόσο μεγάλη λαϊκή αποδοχή στο εσωτερικό της χώρας, παρά τη σκληρή διεθνή κριτική. Ένας εξωτερικός παρατηρητής θα δει πρώτα τις σκληρές συνθήκες που επικρατούν στις φυλακές, τις μαζικές συλλήψεις, τις εικόνες χιλιάδων κρατουμένων με ξυρισμένα κεφάλια. Για έναν κάτοικο, όπως, που ζούσε χρόνια υπό τον έλεγχο των συμμοριών, αυτό που ξεχωρίζει είναι ότι μπορεί πλέον να περπατήσει, να δουλέψει, να μετακινηθεί και να ζήσει χωρίς τον ίδιο τρόμο. Αυτή η εμπειρία εξηγεί πολύ περισσότερα από οποιαδήποτε θεωρητική συζήτηση.
Η περίπτωση Μπουκέλε δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ούτε με αφέλεια ούτε με ιδεολογικά γυαλιά. Δεν αρκεί να πει κανείς ότι «η ασφάλεια επέστρεψε», άρα όλα δικαιολογούνται. Ένα κράτος που αποκτά έκτακτες εξουσίες πρέπει κάποια στιγμή να λογοδοτήσει για το πώς τις χρησιμοποίησε. Αν υπάρχουν αθώοι στη φυλακή, πρέπει να απελευθερωθούν. Αν υπήρξαν βασανιστήρια ή θάνατοι υπό κράτηση, πρέπει να ερευνηθούν. Αν η εξαίρεση γίνει μόνιμη κανονικότητα, τότε υπάρχει πάντα ο κίνδυνος το κράτος που νίκησε τις συμμορίες να συνηθίσει να λειτουργεί χωρίς όρια. Αλλά υπάρχει και η αντίστροφη αφέλεια: να μιλά κανείς για ελευθερία μόνο όταν παρεμβαίνει το κράτος και να την ξεχνά όταν ο πολίτης ζει υπό τον φόβο του εγκληματία. Η ανομία δεν είναι ελευθερία. Είναι μια άλλη μορφή τυραννίας. Και πολλές φορές είναι πιο άμεση, πιο ωμή και πιο καθημερινή από την κρατική αυθαιρεσία.
Το Ελ Σαλβαδόρ αποτελεί ένα παγκόσμιο παράδειγμα ενός δύσκολου διλήμματος. Από τη μία πλευρά, η πολιτική Μπουκέλε έδειξε ότι όταν το κράτος αποφασίσει να ανακτήσει το μονοπώλιο της βίας, μπορεί να διαλύσει εγκληματικές δομές που έμοιαζαν ανίκητες. Από την άλλη, η ίδια πολιτική έδειξε ότι η νίκη επί του εγκλήματος μπορεί να συνοδευτεί από σοβαρούς κινδύνους για τις θεσμικές εγγυήσεις. Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν οι κοινωνίες χρειάζονται ασφάλεια. Χωρίς ασφάλεια, η ελευθερία γίνεται προνόμιο όσων μπορούν να πληρώσουν προστασία ή να ζήσουν μακριά από τις επικίνδυνες περιοχές. Το πραγματικό ερώτημα είναι πώς μπορεί ένα κράτος να προστατεύσει τους πολίτες του αποφασιστικά, χωρίς να μετατρέψει την έκτακτη ανάγκη σε μόνιμο τρόπο διακυβέρνησης.
Στην περίπτωση του Ελ Σαλβαδόρ, ένα πράγμα είναι βέβαιο: οι συμμορίες στέρησαν την ελευθερία από πολύ περισσότερους ανθρώπους από όσους συνέλαβε το κράτος. Για χρόνια, ολόκληρες κοινότητες ζούσαν υπό καθεστώς φόβου. Η καταστολή αυτής της βίαιης μειοψηφίας έδωσε σε εκατομμύρια ανθρώπους κάτι που είχαν ξεχάσει: την αίσθηση ότι ο δρόμος, η γειτονιά, το μαγαζί, το σχολείο και το σπίτι τους ανήκουν στους ίδιους.
Αυτό είναι το δυνατότερο επιχείρημα υπέρ του Μπουκέλε. Όχι ότι κάθε μέτρο του ήταν σωστό. Όχι ότι δεν υπάρχουν σοβαρές καταγγελίες που πρέπει να εξεταστούν. Αλλά ότι σε μια κοινωνία όπου οι εγκληματίες είχαν γίνει άτυποι κυβερνήτες, η αποκατάσταση της τάξης δεν ήταν πολυτέλεια. Ήταν προϋπόθεση ελευθερίας.
Το μάθημα του Ελ Σαλβαδόρ είναι σκληρό, αλλά σαφές: όταν το κράτος υποχωρεί, δεν γεννιέται απαραίτητα ελευθερία. Συχνά δημιουργείται χώρος για να κυβερνήσουν οι πιο βίαιοι. Και όταν οι πιο βίαιοι κυβερνούν, οι πρώτοι που χάνουν την ελευθερία τους είναι πάντα οι απλοί, νομοταγείς πολίτες.
Οι απόψεις που διατυπώνονται στο παρόν άρθρο δεν αντικατοπτρίζουν κατ’ ανάγκην τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.








