Υπάρχουν έννοιες που, όσο απλές κι αν ακούγονται, αποτελούν τα θεμέλια πάνω στα οποία στέκεται μια ανθρώπινη κοινωνία. Μία από αυτές είναι ο σεβασμός. Όχι ως τυπική ευγένεια, όχι ως εξωτερικός τρόπος συμπεριφοράς, όχι ως κοινωνικό προσωπείο, αλλά ως εσωτερική στάση απέναντι στον άνθρωπο, στη ζωή, στην οικογένεια, στην εργασία, στην πλάση, ακόμη και στον ίδιο μας τον εαυτό.
Ο σεβασμός είναι από εκείνες τις αρετές που δεν φαίνονται πάντα όταν υπάρχουν, αλλά η απουσία τους γίνεται αμέσως αισθητή. Όταν υπάρχει σεβασμός, οι σχέσεις έχουν μέτρο, η επικοινωνία έχει βάθος, η οικογένεια έχει στήριγμα, η κοινωνία έχει συνοχή. Όταν χάνεται, όλα αρχίζουν σιγά-σιγά να διαβρώνονται. Πρώτα ο άνθρωπος εσωτερικά, έπειτα οι σκέψεις του, οι πράξεις του, η συμπεριφορά του, οι σχέσεις του, η οικογένειά του, το στενό του περιβάλλον και, τελικά, ολόκληρη η κοινωνία.
Αυτό που βλέπουμε σήμερα γύρω μας δεν είναι απλώς μια κρίση τρόπων. Είναι κάτι βαθύτερο. Είναι μια κρίση ηθικού αποπροσανατολισμού. Βλέπουμε ανθρώπους να μιλούν χωρίς να ακούν, να απαιτούν χωρίς να προσφέρουν, να διεκδικούν χωρίς να αναγνωρίζουν, να ανταγωνίζονται χωρίς όριο. Βλέπουμε την ευγένεια να θεωρείται αδυναμία, την ταπεινότητα να παρεξηγείται ως υποχώρηση, την αυτοσυγκράτηση να παρουσιάζεται ως έλλειψη φιλοδοξίας. Και βλέπουμε, μέσα σε όλα αυτά, τον σεβασμό να υποχωρεί.
Η καθημερινότητα στις μεγάλες πόλεις είναι ίσως το πιο απλό παράδειγμα. Όλοι βιάζονται. Όλοι προσπαθούν να προλάβουν κάτι. Όλοι φαίνονται να κυνηγούν ένα προσωπικό συμφέρον, έναν στόχο, ένα κέρδος, μια επιβεβαίωση. Στον δρόμο, στην εργασία, στις υπηρεσίες, στα μέσα μεταφοράς, στην αγορά, η ανθρώπινη επαφή μοιάζει συχνά να έχει αντικατασταθεί από μια μηχανική σύγκρουση συμφερόντων. Ο άλλος δεν είναι πια πρόσωπο, αλλά εμπόδιο. Δεν είναι συνάνθρωπος, αλλά καθυστέρηση. Δεν είναι ψυχή, αλλά αριθμός, πελάτης, ανταγωνιστής, άγνωστος.
Αν κάποιος που έχει ζήσει για καιρό μακριά από αυτόν τον ρυθμό βρεθεί ξαφνικά μέσα σε μια μεγαλούπολη και παρατηρήσει από απόσταση τη συμπεριφορά των ανθρώπων, μπορεί να νιώσει ότι βλέπει κάτι παράξενο: έναν κόσμο σε διαρκή ένταση, μια ανθρώπινη μάζα που κινείται γρήγορα, συχνά νευρικά, σχεδόν ενστικτωδώς, σαν να έχει χαθεί η ηρεμία της σκέψης και η ευγένεια της συνύπαρξης. Δεν είναι ότι οι άνθρωποι έγιναν κακοί από τη μια μέρα στην άλλη. Είναι ότι ένα περιβάλλον συνεχούς πίεσης, ανταγωνισμού και επιδίωξης κέρδους έχει αρχίσει να διαμορφώνει χαρακτήρες που ξεχνούν το αυτονόητο: ότι ο άλλος αξίζει σεβασμό επειδή είναι άνθρωπος.
Η έλλειψη σεβασμού, όμως, δεν αφορά μόνο τη συμπεριφορά μας προς τους άλλους. Αφορά και τη σχέση μας με τον εαυτό μας. Και εδώ χρειάζεται μια σημαντική διάκριση. Άλλο πράγμα είναι ο αυτοσεβασμός και άλλο ο ναρκισσισμός.
Ο ναρκισσισμός είναι η λατρεία της εικόνας. Είναι το συνεχές χάιδεμα του εαυτού, η ανάγκη να φαινόμαστε, να επιβεβαιωνόμαστε, να προβάλλουμε μια κατασκευασμένη εκδοχή μας προς τα έξω. Είναι ο άνθρωπος που ερωτεύεται το είδωλό του, αλλά δεν γνωρίζει πραγματικά την ψυχή του. Μπορεί να γεμίζει φωτογραφίες, λόγια και εντυπώσεις, αλλά μέσα του να υπάρχει κενό, ανασφάλεια και δίψα για προσοχή.
Ο αυτοσεβασμός είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. Είναι η ήσυχη, σταθερή επίγνωση ότι η ζωή μας έχει αξία και ότι δεν πρέπει να την εξευτελίζουμε. Είναι να βάζουμε όρια στην τοξικότητα. Να προστατεύουμε την υγεία μας. Να μη δεχόμαστε την εκμετάλλευση στο όνομα κάποιου πρόσκαιρου κέρδους. Να μην πουλάμε την αξιοπρέπειά μας για μια θέση, για λίγη αποδοχή, για λίγα χρήματα, για μια ψευδαίσθηση ασφάλειας. Αυτοσεβασμός σημαίνει να μη γίνεσαι οικειοθελώς δούλος κανενός πράγματος: ούτε του χρήματος ούτε της εικόνας ούτε της φιλοδοξίας ούτε της ανάγκης να αρέσεις σε όλους.
Ένας άνθρωπος χωρίς αυτοσεβασμό εύκολα επιτρέπει στους άλλους να τον χρησιμοποιούν. Εύκολα συμβιβάζεται με το λάθος. Εύκολα χάνει το μέτρο. Και όταν ο άνθρωπος χάνει τον σεβασμό προς τον εαυτό του, πολύ δύσκολα μπορεί να δείξει αληθινό σεβασμό προς τους άλλους. Γιατί δεν έχει μέσα του το μέτρο της αξίας. Δεν έχει καταλάβει τι σημαίνει αξιοπρέπεια, όριο, ευθύνη.
Από εκεί ξεκινά και η διάβρωση των σχέσεων. Σε μια σχέση χωρίς σεβασμό, η αγάπη γίνεται έλεγχος, η φροντίδα γίνεται απαίτηση, η ελευθερία γίνεται αδιαφορία και η οικειότητα γίνεται πεδίο σύγκρουσης. Στην οικογένεια, η απουσία σεβασμού τραυματίζει βαθιά, γιατί εκεί διαμορφώνονται τα πρώτα πρότυπα. Το παιδί μαθαίνει τι σημαίνει άνθρωπος από αυτά που βλέπει, όχι μόνο από αυτά που του λένε. Αν βλέπει φωνές, περιφρόνηση, εγωισμό, υποτίμηση, ψέμα και ασυνέπεια, αυτά θα θεωρήσει φυσιολογικά. Αν βλέπει σεβασμό, υπομονή, ευθύνη, όρια και αλήθεια, τότε έχει μπροστά του ένα πρότυπο πάνω στο οποίο μπορεί να χτίσει.
Το μεγάλο ερώτημα, όμως, είναι από πού θα διδαχθεί σήμερα ο άνθρωπος αυτά τα πράγματα. Από πού θα πάρει παραδείγματα; Από το σχολείο; Από την τηλεόραση; Από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης; Από την πολιτική ζωή; Από τη δημόσια συζήτηση;
Δυστυχώς, συχνά συμβαίνει το αντίθετο. Η κοινωνία προβάλλει την επιτυχία χωρίς ήθος, την αναγνώριση χωρίς περιεχόμενο, την επιθετικότητα ως δύναμη, την πρόκληση ως ελευθερία, τον ατομισμό ως αυτοπραγμάτωση. Τα παιδιά μεγαλώνουν σε έναν κόσμο όπου η εικόνα πολλές φορές μετρά περισσότερο από τον χαρακτήρα, όπου η εξυπνάδα ταυτίζεται με την ικανότητα να ξεγελάς, όπου ο σεβασμός παρουσιάζεται σαν παλιό, αδύναμο, ξεπερασμένο πράγμα.
Και όμως, χωρίς σεβασμό δεν υπάρχει αληθινή ελευθερία. Υπάρχει μόνο ασυδοσία. Χωρίς σεβασμό δεν υπάρχει αληθινή πρόοδος. Υπάρχει μόνο τεχνική ανάπτυξη χωρίς ηθικό βάθος. Χωρίς σεβασμό δεν υπάρχει πραγματική κοινωνία. Υπάρχει μόνο συνύπαρξη ανθρώπων που συγκρούονται, ανταγωνίζονται και τελικά απομονώνονται.
Ο ανταγωνισμός, όταν δεν έχει όριο, είναι από τα πιο διαβρωτικά στοιχεία για τον σεβασμό. Δεν μιλάμε για την υγιή προσπάθεια του ανθρώπου να γίνει καλύτερος, να εργαστεί, να δημιουργήσει, να ξεπεράσει τις αδυναμίες του. Αυτό είναι θεμιτό και πολλές φορές αναγκαίο. Μιλάμε για τον ανταγωνισμό που μετατρέπει τον άλλον σε αντίπαλο ακόμη και όταν δεν είναι. Για τη νοοτροπία που λέει ότι για να ανέβω εγώ πρέπει να μικρύνει κάποιος άλλος. Για τη συμπεριφορά που βλέπει την επιτυχία του διπλανού ως απειλή και όχι ως αφορμή για έμπνευση.
Αυτός ο ανταγωνισμός σκοτώνει τον σεβασμό, γιατί σκοτώνει πρώτα τη συμπόνια. Και χωρίς συμπόνια, ο άνθρωπος σκληραίνει. Αρχίζει να βλέπει τους άλλους εργαλειακά. Τι μπορώ να πάρω από αυτόν; Πώς μπορώ να τον χρησιμοποιήσω; Πώς μπορώ να τον ξεπεράσω; Πώς μπορώ να φανώ ανώτερος; Έτσι, σιγά-σιγά, ο άνθρωπος χάνει την εσωτερική του ευγένεια. Και όταν χάνεται αυτή, χάνεται κάτι πολύ πιο σημαντικό από τους καλούς τρόπους: χάνεται η ανθρώπινη ποιότητα.
Ο σεβασμός δεν είναι αδυναμία. Είναι δύναμη. Θέλει εσωτερική πειθαρχία για να μιλήσεις με μέτρο όταν μπορείς να προσβάλεις. Θέλει χαρακτήρα για να κρατήσεις την αξιοπρέπειά σου όταν μπορείς να εκδικηθείς. Θέλει καθαρή σκέψη για να αναγνωρίσεις την αξία του άλλου ακόμη κι όταν διαφωνείς μαζί του. Θέλει αλήθεια για να κοιτάξεις τον εαυτό σου χωρίς ψευδαισθήσεις και να πεις: εδώ πρέπει να σταθώ καλύτερα, εδώ πρέπει να αλλάξω, εδώ πρέπει να βάλω όριο.
Ο σεβασμός προς τον εαυτό μας, προς τους άλλους, προς την οικογένεια, προς τη φύση, προς την πλάση, προς την ίδια τη ζωή, είναι ένα ενιαίο πράγμα. Δεν μπορεί κανείς να λέει ότι σέβεται τον άνθρωπο και ταυτόχρονα να περιφρονεί την αλήθεια. Δεν μπορεί να λέει ότι σέβεται την ελευθερία και να εκμεταλλεύεται την αδυναμία του άλλου. Δεν μπορεί να μιλά για πρόοδο και να καταστρέφει τον χαρακτήρα, την οικογένεια, την κοινωνική εμπιστοσύνη.
Γι’ αυτό χρειάζεται να ξαναμιλήσουμε για αυτά τα πράγματα. Όχι θεωρητικά, όχι με κηρύγματα, αλλά με καθαρότητα. Χρειάζεται να ξαναβάλουμε στον δημόσιο λόγο λέξεις που έχουν σχεδόν εκτοπιστεί: αξιοπρέπεια, μέτρο, ευθύνη, αυτοσυγκράτηση, ευγένεια, αλήθεια, σεβασμός. Χρειάζεται να θυμηθούμε ότι ένας πολιτισμός δεν κρίνεται μόνο από τα κτίριά του, την τεχνολογία του ή την οικονομία του, αλλά από τον τρόπο που οι άνθρωποί του φέρονται ο ένας στον άλλον.
Αν δεν βρίσκουμε αυτά τα πρότυπα εύκολα γύρω μας, τότε πρέπει να αρχίσουμε να τα δημιουργούμε. Στην οικογένεια, στην εργασία, στη γειτονιά, στον δημόσιο λόγο, στα μέσα ενημέρωσης. Και εδώ βρίσκεται η ευθύνη όσων έχουν ακόμη τη δυνατότητα να μιλούν δημόσια. Να μην ακολουθούν απλώς τον θόρυβο της εποχής, αλλά να υπενθυμίζουν αυτά που κρατούν τον άνθρωπο όρθιο.
Η Epoch Times, ως μέσο που θέλει να υπηρετεί την αλήθεια, την παράδοση και την ελπίδα, μπορεί και πρέπει να δίνει χώρο σε τέτοιες έννοιες. Όχι επειδή είναι εύκολες ή δημοφιλείς, αλλά επειδή είναι αναγκαίες. Μια κοινωνία που ξεχνά τον σεβασμό, αργά ή γρήγορα ξεχνά και τον άνθρωπο. Και μια κοινωνία που ξεχνά τον άνθρωπο, όσο πλούσια ή τεχνολογικά προηγμένη κι αν είναι, έχει ήδη αρχίσει να φτωχαίνει εσωτερικά.
Ίσως, λοιπόν, η αρχή να είναι απλή. Να ξανακοιτάξουμε τον άλλον ως άνθρωπο. Να ξανακοιτάξουμε τον εαυτό μας με ειλικρίνεια. Να μη δεχόμαστε τον εκφυλισμό ως κανονικότητα. Να μη βαφτίζουμε την ασέβεια ελευθερία ούτε τον εγωισμό αυτοπεποίθηση. Να θυμηθούμε ότι ο σεβασμός δεν είναι διακοσμητική αρετή, αλλά θεμέλιο της ζωής.
Γιατί όταν ο άνθρωπος σέβεται, δεν μικραίνει. Μεγαλώνει. Και μαζί του μεγαλώνει και ο κόσμος γύρω του.
Οι απόψεις που διατυπώνονται στο παρόν άρθρο δεν αντικατοπτρίζουν κατ’ ανάγκην τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.








