Στην «Οδύσσεια», ο ομώνυμος ήρωας πλέει μέσα από τις θύελλες του «οινωπού πόντου», επιζητώντας να επιστρέψει στην πατρίδα και την οικογένειά του ύστερα από δέκα χρόνια πολέμου. Κάποια στιγμή, πρέπει να περάσει από ένα στενό πέρασμα, ανάμεσα από δύο θανατηφόρα στοιχεία. Στα αριστερά βρίσκεται η Σκύλλα, ένα τέρας που ζει στους βραχώδεις γκρεμούς και αρπάζει και καταβροχθίζει τους ναυτικούς που περνούν. Στην άλλη πλευρά είναι η Χάρυβδις, μια δίνη ικανή να ρουφήξει τον Οδυσσέα και τους άνδρες του και να συντρίψει το πλοίο του.
Ο πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Τράπεζας (Fed), Κέβιν Γουόρς [Kevin Warsh], βρίσκεται κατά παρόμοιο τρόπο ανάμεσα στη Σκύλλα και τη Χάρυβδη. Όπως ο Οδυσσέας, ο Γουόρς πρέπει να διασχίσει ένα στενό πέρασμα — θα μπορούσε κανείς να φανταστεί τα Στενά του Ορμούζ — ανάμεσα στους υφάλους της οικονομικής ύφεσης από τη μία, και στη δίνη του ανεξέλεγκτου πληθωρισμού από την άλλη.
Ενώ η Επιτροπή Ανοιχτής Αγοράς (FOMC) της Fed αποφάσισε τον Ιούνιο να διατηρήσει τα επιτόκια μίας ημέρας στο τρέχον εύρος-στόχο του 3,5% έως 3,75%, ο Γουόρς υιοθέτησε πιο επιθετικό τόνο, ενώ οι μισοί από τα μέλη της επιτροπής αναμένουν αύξηση των επιτοκίων αργότερα μέσα στη χρονιά. Οι επενδυτές τοποθετούν προς το παρόν στα δύο στα τρία τις πιθανότητες για τουλάχιστον μία αύξηση επιτοκίων το 2026.
Οι κίνδυνοι μιας απότομης ανόδου των επιτοκίων
Η αύξηση των επιτοκίων σε υπερβολικό βαθμό ή με υπερβολικά γρήγορο ρυθμό ενέχει αρκετές σοβαρές συνέπειες.
Πρώτον, θα αυξήσει το κόστος της πίστωσης και του δανεισμού για τις επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα σε μια στιγμή που λίγες μπορούν να το αντέξουν. Η οικονομία αναπτύσσεται, αλλά αργά, με ανισόρροπη κλίση προς λίγους «καυτούς» κλάδους, όπως η τεχνητή νοημοσύνη (ΤΝ). Η εκτίμηση για την πραγματική ανάπτυξη του ΑΕΠ το α΄ τρίμηνο μόλις αναθεωρήθηκε προς τα κάτω, από 2,0% σε 1,6%, και η συναινετική πρόβλεψη για τη συνολική ανάπτυξη του 2026 κυμαίνεται γύρω στο 2%.
Σε ένα σενάριο που εξαρχής δύσκολα χαρακτηρίζεται ρωμαλέο, τα υψηλότερα επιτόκια, όπως και το υψηλότερο κόστος καυσίμων και ενέργειας, θα περιορίσουν περαιτέρω την οικονομική ανάπτυξη.
Δεύτερον, τα υψηλότερα επιτόκια θα αυξήσουν το κόστος δανεισμού για την αμερικανική κυβέρνηση, καθώς επιδιώκει να αναχρηματοδοτήσει το εθνικό της χρέος των 38 τρισεκατομμυρίων δολαρίων και να αντλήσει ακόμη περισσότερο χρέος για να στηρίξει τη συνεχιζόμενη ελλειμματική δαπάνη για τον πόλεμο με το Ιράν και για πλήθος προγραμμάτων κοινωνικών παροχών που κανείς δεν τολμά να αγγίξει. Για να μην αναφέρουμε τον κίνδυνο να σκάσει η φούσκα που διογκώνεται αυτή τη στιγμή στις αμερικανικές χρηματιστηριακές αγορές.
Βεβαίως, το μπαλόνι του χρηματιστηρίου πρέπει να απελευθερώσει λίγο αέρα, ωστόσο αυτό θα έπρεπε να συμβεί σταδιακά, και ενώ η πραγματική οικονομία συνεχίζει να αναπτύσσεται, και όχι με έναν ξαφνικό κρότο, όπως είδαμε στη φούσκα των dot-com και στην παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση.
Η Χάρυβδις του πληθωρισμού
Η μείωση των επιτοκίων εγκυμονεί τον κίνδυνο να αναζωπυρώσει και να επεκτείνει την πύρινη λαίλαπα του πληθωρισμού. Ο δείκτης τιμών καταναλωτή (ΔΤΚ) του Μαΐου, στο 4,2% (από 3,8% τον Απρίλιο), οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στην άνοδο των τιμών της ενέργειας λόγω του πολέμου με το Ιράν.
Ο δομικός πληθωρισμός (core CPI), που εξαιρεί τις τιμές των τροφίμων και της ενέργειας, ανήλθε στο 2,9%, σε συμφωνία με το εύρος του ~3% στο οποίο κινείται τα δύο τελευταία χρόνια. Ο δομικός πληθωρισμός αποδείχθηκε «επίμονος», όχι «παροδικός», ακόμη και με υψηλότερα επιτόκια, και αρκετά πάνω από τον στόχο του 2% της Fed.
Η μείωση των επιτοκίων θα δώσει περαιτέρω ώθηση στον κερδοσκοπικό πυρετό γύρω από τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία και θα οδηγήσει σε υψηλότερες τιμές αγαθών και υπηρεσιών σε ολόκληρη την πραγματική οικονομία. Ο πληθωρισμός θα ευνοήσει την κυβέρνηση (τον μεγαλύτερο οφειλέτη της χώρας) και τη Wall Street, αλλά θα πλήξει τον καταναλωτή και τις μικρές επιχειρήσεις της πραγματικής οικονομίας, που ήδη στενάζουν υπό το βάρος των υψηλότερων τιμών.
Από το 2020, η αγοραστική δύναμη του δολαρίου έχει υποχωρήσει κατά σχεδόν 30%. Είχε ειπωθεί ότι ο αμερικανικός πληθωρισμός ήταν προσωρινός, όμως οι τιμές των τροφίμων, της στέγασης και των μεταφορών δεν έχουν υποχωρήσει όσο ήλπιζαν ορισμένοι. Η δίνη μοιάζει εύστοχη μεταφορά του πληθωρισμού για τους Αμερικανούς, που βλέπουν να χάνεται η αξία των χρημάτων τους.
Κρατώντας πορεία προς το ουδέτερο επιτόκιο
Έτσι, ο σύγχρονος Οδυσσέας μας πρέπει με κάποιον τρόπο να κρατήσει τη μέση πορεία, καθώς αναλαμβάνει το πηδάλιο της αμερικανικής νομισματικής πολιτικής, το τιμόνι που κατευθύνει το πλοίο της εθνικής μας οικονομίας. Αν στρίψει υπερβολικά αριστερά (υψηλότερα επιτόκια), η οικονομία ναυαγεί στους βράχους της ύφεσης. Αν στρίψει υπερβολικά δεξιά (χαμηλότερα επιτόκια), η δίνη του πληθωρισμού υποσκάπτει τα αμερικανικά νοικοκυριά.
Οι πολιτικές πιέσεις — όχι μόνο από τον Λευκό Οίκο, αλλά και από το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών, που είναι υπεύθυνο για την αναχρηματοδότηση του χρέους — γέρνουν αποφασιστικά προς τα δεξιά και προς χαμηλότερα επιτόκια. Όταν οι κυβερνήσεις — και οι πολιτικοί που ανησυχούν για τη θέση τους — αναγκάζονται να επιλέξουν ανάμεσα στην ύφεση και την ανεργία, από τη μία, και τον πληθωρισμό, από την άλλη, κατά κανόνα και κατ’ επανάληψη επιλέγουν τον πληθωρισμό.
Ας ελπίσουμε ότι ο ήρωάς μας θα βρει στην πυξίδα του τον δρόμο προς ένα ουδέτερο επιτόκιο — ένα επιτόκιο ούτε υπερβολικά τονωτικό ούτε υπερβολικά περιοριστικό — και το θάρρος να κρατήσει πορεία προς έναν ασφαλή διάπλου, όσο αντιδημοφιλές κι αν είναι αυτό.
Οι απόψεις που εκφράζονται στο παρόν άρθρο είναι απόψεις του συγγραφέα και δεν αντικατοπτρίζουν κατ’ ανάγκη τις θέσεις της Epoch Times.








