Η νέα «Έκθεση για την Παγκόσμια Δικαιοσύνη» του World Inequality Lab στη Γαλλία — η οποία ζητά την επιβολή ανώτατων ορίων στην οικονομική ανάπτυξη των πλούσιων χωρών, ανώτατους συντελεστές φόρου εισοδήματος 90% και τη δημιουργία ενός Παγκόσμιου Κρατικού Ταμείου για την αναδιανομή του πλούτου προς τον Παγκόσμιο Νότο — έχει αναζωπυρώσει μία από τις παλαιότερες συζητήσεις στην οικονομική επιστήμη: πώς μπορούμε να βγάλουμε τους ανθρώπους από τη φτώχεια;
Τα στοιχεία δεν αφήνουν περιθώρια αμφιβολίας. Η απάντηση είναι η οικονομική ανάπτυξη. Παρ’ όλα αυτά, πολλοί οικονομολόγοι υποστηρίζουν εδώ και δεκαετίες ότι η ανάπτυξη δεν αρκεί ή δεν είναι τόσο σημαντική όσο η αναπτυξιακή βοήθεια. Η γαλλική έκθεση αποτελεί απλώς μια ριζοσπαστική έκφραση μιας ευρέως διαδεδομένης άποψης. Αξίζει, λοιπόν, να επανεξετάσουμε τα δεδομένα.
Με απλά λόγια, κάθε χώρα που έχει γίνει συνολικά πλουσιότερη έχει επίσης μειώσει τη φτώχεια. Καμία φτωχή χώρα δεν έχει επιτύχει ποτέ αξιοπρεπές βιοτικό επίπεδο χωρίς πρώτα να γίνει πραγματικά πλουσιότερη. Ο πλούτος και η ανθρώπινη ευημερία κινούνται παράλληλα, και αυτή είναι μία σχέση τόσο σταθερή που μοιάζει περισσότερο με φυσικό νόμο παρά με εύρημα των κοινωνικών επιστημών.
Οι άνθρωποι που ζουν σε συνθήκες φτώχειας έχουν περιορισμένη πρόσβαση σε τρόφιμα, καθαρό νερό, αξιοπρεπή στέγαση, βασική ιατρική περίθαλψη και εκπαίδευση. Στη φύση δεν υπάρχει επάρκεια· οι αναγκαίες ποσότητες πρέπει να παραχθούν. Καθώς μια οικονομία αναπτύσσεται, παράγει περισσότερα από αυτά τα αγαθά. Αυτό επιτρέπει περαιτέρω ανάπτυξη, η οποία, με τη σειρά της, βγάζει τις μάζες από τη φτώχεια.
Πριν από δύο αιώνες, περί τα τρία τέταρτα του παγκόσμιου πληθυσμού ζούσαν σε περιορισμένης έκτασης ενδιαιτήματα, με ελάχιστη δυνατότητα θέρμανσης, ενώ η τροφή έφτανε ίσα ίσα για να αποφύγουν τον υποσιτισμό. Πλέον το ποσοστό των ανθρώπων που ζουν υπό αυτές τις συνθήκες είναι πολύ μικρότερο. Αυτό οφείλεται στην εκρηκτική αύξηση της παραγωγής που ξεκίνησε με τη Βιομηχανική Επανάσταση και δεν έχει σταματήσει ακόμα.
Ωστόσο, είναι ευρέως διαδεδομένη η πεποίθηση ότι η οικονομική ανάπτυξη στις φτωχές χώρες ωφελεί τους πλουσιότερους κατοίκους και παρακάμπτει τους άπορους. Ένας μεγάλος όγκος οικονομικής βιβλιογραφίας αποδεικνύει ότι αυτό δεν ισχύει. Για παράδειγμα, η έρευνα των οικονομολόγων της Παγκόσμιας Τράπεζας Ντέιβιντ Ντόλλαρ και Ααρτ Κρέυ [David Dollar, Aart Kraay], καθώς και άλλων, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι όταν αυξάνονται τα μεσαία εισοδήματα, τα εισοδήματα του φτωχότερου 20% του πληθυσμού αυξάνονται ουσιαστικά με τον ίδιο ρυθμό. Με άλλα λόγια, η ανάπτυξη δεν ευνοεί συστηματικά τους πλούσιους σε βάρος των φτωχών.
Επιπλέον, ακόμη και στις χειρότερες περιπτώσεις όπου η ανάπτυξη ευνοεί τις ελίτ, ο αντίκτυπος στην ευημερία των φτωχών χωρών δεν μπορεί να αγνοηθεί. Σε μια πρόσφατη ανάρτηση στο Substack, ο οικονομολόγος ανάπτυξης Λαντ Πρίτσετ [Lant Pritchett] έδειξε ότι η ανάπτυξη που ευνοεί τις ελίτ στην Αιθιοπία συμβάλλει τέσσερις φορές περισσότερο στη βελτίωση των βασικών παραγόντων της ανθρώπινης ευημερίας — νερό, παιδική θνησιμότητα, σχολική εκπαίδευση — από ό,τι η ομοιόμορφη ανάπτυξη στη Δανία. Η Δανία έχει ήδη επιτύχει αυτούς τους βασικούς στόχους. Η Αιθιοπία όχι.
Ως εκ τούτου, το πιο σημαντικό ερώτημα για τις φτωχές χώρες δεν είναι ποιος ωφελείται περισσότερο από την ανάπτυξη, αλλά αν υπάρχει ανάπτυξη. Οι χώρες όπου κατοικεί η πλειονότητα των ανθρώπων που ζουν σε συνθήκες ακραίας φτώχειας — η Μαδαγασκάρη, η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, η Μοζαμβίκη, το Μαλάουι και το Μπουρούντι — δεν αναπτύσσονται εδώ και δεκαετίες. Ο Μαξ Ρόζεν, του «Our World in Data», επισημαίνει ότι το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Μαδαγασκάρης σήμερα είναι περίπου το ίδιο με αυτό του 1950.
Ο λόγος δεν είναι η έλλειψη αναπτυξιακής βοήθειας. Αυτές οι οικονομίες συγκαταλέγονται μεταξύ των πιο εξαρτημένων από οικονομική βοήθεια στον κόσμο. Το Κονγκό έχει λάβει δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια εδώ και πολλές δεκαετίες και 1,3 δισεκατομμύρια δολάρια το 2024 μόνο από τις ΗΠΑ. Τα προηγούμενα χρόνια, η Μοζαμβίκη κάλυπτε έως και το ήμισυ του κρατικού προϋπολογισμού της από ξένη βοήθεια. Αυτές οι χώρες αποτελούν εδώ και γενιές το επίκεντρο αναπτυξιακών προγραμμάτων, δραστηριοτήτων μη κυβερνητικών οργανώσεων, έργων της Παγκόσμιας Τράπεζας, φιλανθρωπικών παρεμβάσεων και δωρεών.
Οι χώρες δεν παραμένουν εγκλωβισμένες στην ακραία φτώχεια επειδή ο κόσμος τις έχει αγνοήσει. Παραμένουν εγκλωβισμένες επειδή δεν παράγουν. Και δεν παράγουν επειδή οι θεσμικές συνθήκες που καθιστούν δυνατή την παραγωγή — ασφαλή δικαιώματα ιδιοκτησίας, κράτος δικαίου, ανοιχτές αγορές, προστασία από καταχρηστικές κυβερνητικές πρακτικές — απουσιάζουν σε μεγάλο βαθμό. Οι χώρες που κατατάσσονται στις τελευταίες θέσεις ή κοντά σε αυτές στους δείκτες οικονομικής ελευθερίας είναι επίσης και οι φτωχότερες. Όσες προχωρούν σε απελευθέρωση βλέπουν γενική αύξηση των εισοδημάτων.
Η έρευνα του οικονομολόγου Βίνσεντ Τζελόζο [Vincent Geloso] καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η οικονομική ελευθερία αποτελεί έναν από τους ισχυρότερους παράγοντες πρόβλεψης τού ποιος θα ξεφύγει από τη διαρκή φτώχεια και ποιος θα παραμείνει παγιδευμένος σε αυτήν. Οι Κόλιν Ντόραν και Τόμας Στράτμαν [Colin Doran, Thomas Stratmann] κατέληξαν σε παρόμοια συμπεράσματα. Ο μηχανισμός είναι απλός: τα δικαιώματα ιδιοκτησίας παρέχουν κίνητρο στους ανθρώπους να παράγουν. Τα μικρότερα ρυθμιστικά εμπόδια επιτρέπουν τη δημιουργία επιχειρήσεων και την κινητικότητα του εργατικού δυναμικού προς τις ευκαιρίες. Η άρση των κυβερνητικών παρεμβάσεων ενθαρρύνει τις μακροπρόθεσμες επενδύσεις. Χωρίς αυτές τις συνθήκες, οι χώρες παραμένουν σε στασιμότητα, ανεξάρτητα από το πόση βοήθεια λαμβάνουν.
Η ανάπτυξη είναι απαραίτητη, αλλά και επαρκής. Καμία χώρα δεν έχει ξεφύγει από τη φτώχεια χωρίς αυτήν. Κάθε χώρα που έχει επιτύχει υψηλότερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ έχει επίσης επιτύχει υψηλά επίπεδα ευημερίας στους βασικούς τομείς. Η στοχευμένη βοήθεια μπορεί να είναι χρήσιμη σε περιθωριακό επίπεδο, αλλά δεν αποτελεί υποκατάστατο της ανάπτυξης. Αν και πολλοί ‘αγωνιστές κατά της φτώχειας’ αγνοούν αυτή την πραγματικότητα, δεν επιτρέπεται να την αγνοούν οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής.
Οι απόψεις που διατυπώνονται στο παρόν άρθρο δεν αντικατοπτρίζουν κατ’ ανάγκην τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.








