Υπάρχουν ειδήσεις που συγκλονίζουν για λίγες ώρες και μετά χάνονται μέσα στον θόρυβο της επικαιρότητας. Και υπάρχουν πραγματικότητες που δεν είναι πια «είδηση», επειδή έχουν γίνει καθεστώς. Το Αφγανιστάν των Ταλιμπάν ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Εκεί, η καταπίεση των γυναικών δεν είναι μεμονωμένο περιστατικό ούτε μια σειρά αυθαιρεσιών κάποιων τοπικών αρχών. Είναι πολιτική. Είναι σύστημα. Είναι μια οργανωμένη προσπάθεια να αφαιρεθεί από τις γυναίκες η μόρφωση, η εργασία, η δημόσια παρουσία, η φωνή και τελικά η ίδια η δυνατότητα να υπάρξουν ως αυτόνομα πρόσωπα.
Από την επιστροφή των Ταλιμπάν στην εξουσία, τον Αύγουστο του 2021, οι γυναίκες και τα κορίτσια στο Αφγανιστάν έχουν δει τον χώρο της ζωής τους να μικραίνει βήμα προς βήμα. Πρώτα ήρθε ο αποκλεισμός των κοριτσιών από τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Έπειτα ήρθε ο αποκλεισμός των γυναικών από τα πανεπιστήμια. Ακολούθησαν περιορισμοί στην εργασία, στην κυκλοφορία, στην πρόσβαση σε δημόσιους χώρους, ακόμη και στον τρόπο με τον οποίο μπορούν να φαίνονται ή να ακούγονται έξω από το σπίτι.
Η UNESCO αναφέρει ότι το Αφγανιστάν είναι η μοναδική χώρα στον κόσμο όπου η δευτεροβάθμια και η ανώτερη εκπαίδευση απαγορεύονται αυστηρά στα κορίτσια και στις γυναίκες. Σύμφωνα με τον οργανισμό, περίπου 2,2 εκατομμύρια κορίτσια και γυναίκες έχουν αποκλειστεί από το σχολείο πέρα από την πρωτοβάθμια βαθμίδα. Αυτό από μόνο του θα έπρεπε να αποτελεί διεθνές σκάνδαλο πρώτης γραμμής. Δεν πρόκειται για ένα εκπαιδευτικό πρόβλημα, αλλά για τη μαζική αφαίρεση του μέλλοντος από μια ολόκληρη γενιά.
Η UNICEF προειδοποίησε τον Απρίλιο του 2026 ότι οι περιορισμοί στην εκπαίδευση των κοριτσιών και στην εργασία των γυναικών μπορεί να οδηγήσουν, έως το 2030, στην απώλεια έως και 20.000 γυναικών εκπαιδευτικών και 5.400 εργαζομένων στον τομέα της υγείας. Η συνέπεια είναι διπλή. Από τη μία πλευρά, λιγότερα κορίτσια θα μπορούν να μορφωθούν. Από την άλλη, λιγότερες γυναίκες θα μπορούν να έχουν πρόσβαση σε γυναίκες γιατρούς, νοσηλεύτριες και μαίες, σε μια κοινωνία όπου η εξέταση από άνδρα γιατρό μπορεί να είναι κοινωνικά ή πρακτικά απαγορευτική.
Στα τέλη του 2024, οι Ταλιμπάν απαγόρευσαν στις γυναίκες την ιατρική εκπαίδευση σε ιδιωτικά ιδρύματα. Η Human Rights Watch σημείωσε τότε ότι έκλεισε ένα από τα τελευταία παράθυρα που είχαν απομείνει για την εκπαίδευση μεγαλύτερων κοριτσιών και γυναικών. Η απαγόρευση δεν αφορά μόνο το δικαίωμα μιας γυναίκας να σπουδάσει. Αφορά το αν, αύριο, θα υπάρχουν γυναίκες μαίες, γυναίκες νοσηλεύτριες, γυναίκες εργαζόμενες στην υγεία για να φροντίσουν άλλες γυναίκες.
Εδώ βρίσκεται η βαθύτερη βαρβαρότητα του καθεστώτος. Στο Αφγανιστάν δεν απαγορεύεται απλώς η εκπαίδευση των κοριτσιών. Απαγορεύεται σταδιακά η ίδια η ύπαρξη της γυναίκας ως αυτόνομου ανθρώπου.
Τον Αύγουστο του 2024, οι Ταλιμπάν επικύρωσαν νέο «νόμο περί αρετής και αποτροπής της κακίας», ο οποίος ενίσχυσε ακόμη περισσότερο τους περιορισμούς στην καθημερινή ζωή. Η αποστολή του ΟΗΕ στο Αφγανιστάν προειδοποίησε τότε ότι ο νόμος διευρύνει τους ήδη αφόρητους περιορισμούς στα δικαιώματα των γυναικών και των κοριτσιών, φτάνοντας στο σημείο να θεωρείται το άκουσμα γυναικείας φωνής έξω από το σπίτι ηθικό παράπτωμα.
Αυτή η πολιτική δεν μένει στα χαρτιά. Τον Ιούνιο του 2026, στην πόλη Χεράτ, δεκάδες γυναίκες συνελήφθησαν για παραβίαση του ενδυματολογικού κώδικα. Όταν πολίτες συγκεντρώθηκαν για να διαμαρτυρηθούν, οι δυνάμεις των Ταλιμπάν κατέστειλαν τη διαδήλωση δια της βίας. Η Human Rights Watch ανέφερε ότι οι Ταλιμπάν χρησιμοποίησαν υπερβολική βία εναντίον διαδηλωτών, ενώ ειδικοί του ΟΗΕ καταδίκασαν τις συλλήψεις και τη χρήση βίας. Σύμφωνα με διεθνή ρεπορτάζ, υπήρξαν νεκροί και τραυματίες.
Παράλληλα, υποθέσεις όπως εκείνη της Αμπίντα [Abida] στην επαρχία Γκορ δείχνουν το σκοτεινό υπόστρωμα μιας κοινωνίας όπου οι γυναίκες βρίσκονται χωρίς ουσιαστική προστασία. Το 2025, αφγανικά μέσα ενημέρωσης μετέδωσαν ότι η νεαρή γυναίκα πέθανε αυτοπυρπολούμενη, επειδή φέρεται να πιέστηκε σε γάμο με συγγενή μέλους των Ταλιμπάν. Ο ειδικός εισηγητής του ΟΗΕ για την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο Αφγανιστάν, Richard Bennett, ζήτησε έρευνα και λογοδοσία για την υπόθεση.
Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο η εκπαίδευση. Είναι ολόκληρη η αρχιτεκτονική της ζωής. Ποιος μπορεί να βγει από το σπίτι. Ποιος μπορεί να εργαστεί. Ποιος μπορεί να ταξιδέψει. Ποιος μπορεί να μιλήσει. Ποιος μπορεί να σπουδάσει. Ποιος μπορεί να προσφύγει στη δικαιοσύνη. Ποιος θεωρείται πλήρες ανθρώπινο πρόσωπο και ποιος θεωρείται ύπαρξη υπό επιτήρηση.
Γι’ αυτό και οργανώσεις και ειδικοί του ΟΗΕ έχουν χρησιμοποιήσει τον όρο «έμφυλο απαρτχάιντ» (gender apartheid) για να περιγράψουν την κατάσταση. Το 2023, ειδικοί του ΟΗΕ ανέφεραν ότι η μεταχείριση των γυναικών και των κοριτσιών από τους Ταλιμπάν μπορεί να ισοδυναμεί με «έμφυλο απαρτχάιντ», δηλαδή με ένα σύστημα διαχωρισμού, αποκλεισμού και υποταγής με βάση το φύλο. Η UN Women έχει χαρακτηρίσει την κατάσταση στο Αφγανιστάν ως τη σοβαρότερη κρίση των γυναικείων δικαιωμάτων στον κόσμο.
Το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο προχώρησε ακόμη περισσότερο. Τον Ιούλιο του 2025, εξέδωσε εντάλματα σύλληψης κατά του ανώτατου ηγέτη των Ταλιμπάν, Χαϊμπατουλλάχ Αχουντζαντά [Haibatullah Akhundzada], και του επικεφαλής της δικαιοσύνης τους, Αβδούλ Χακίμ Χακκανί [Abdul Hakim Haqqani], για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας που σχετίζονται με τη δίωξη γυναικών, κοριτσιών και άλλων προσώπων με βάση το φύλο. Η υπόθεση αυτή δείχνει ότι το πρόβλημα δεν είναι αόριστο ή ρητορικό. Έχει πλέον περάσει και στο πεδίο της διεθνούς ποινικής ευθύνης.
Και εδώ αρχίζει το ερώτημα που αφορά τη Δύση.
Δεν είναι ακριβές ότι κανείς δεν μιλά. ΟΗΕ, UNICEF, UNESCO, UN Women, Human Rights Watch, Amnesty International και άλλοι οργανισμοί έχουν εκδώσει εκθέσεις, ανακοινώσεις και προειδοποιήσεις. Το πρόβλημα είναι ότι αυτές οι ανακοινώσεις δεν μετατρέπονται σε ανάλογη δημόσια πίεση. Δεν παράγουν πολιτικό κόστος. Δεν γεννούν μαζική κοινωνική κινητοποίηση. Δεν καταλαμβάνουν για ημέρες τα πρωτοσέλιδα. Δεν γίνονται ηθικό τελεσίγραφο προς κυβερνήσεις που δηλώνουν ότι υπερασπίζονται τα δικαιώματα των γυναικών.
Για άλλα ζητήματα, η Δύση υψώνει τη φωνή της· οργανώνει καμπάνιες, ψηφίσματα, δημόσιες δηλώσεις, διαδηλώσεις, πανεπιστημιακές κινητοποιήσεις, πολιτιστικές πρωτοβουλίες. Στην περίπτωση του Αφγανιστάν, όμως, η φρίκη έχει γίνει σχεδόν συνηθισμένη. Η καταπίεση των γυναικών καταγράφεται, καταδικάζεται, αρχειοθετείται και μετά αντικαθίσταται από το επόμενο θέμα.
Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι, την ίδια στιγμή που οι διεθνείς οργανισμοί μιλούν για συστηματική καταπίεση, ευρωπαϊκοί θεσμοί αναζητούν πρακτικούς διαύλους επικοινωνίας με τους Ταλιμπάν. Στις 23 Ιουνίου 2026, αντιπροσωπεία των Ταλιμπάν συμμετείχε σε κλειστές συνομιλίες με αξιωματούχους της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις Βρυξέλλες, με αντικείμενο κυρίως τις προξενικές υπηρεσίες και τις επιστροφές Αφγανών μεταναστών. Η ΕΕ και το Βέλγιο τόνισαν ότι δεν αναγνωρίζουν την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, όμως η ίδια η συνάντηση προκάλεσε έντονες αντιδράσεις από υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και Αφγανές ακτιβίστριες.
Αυτή είναι η αντίφαση: από τη μία, η Δύση δηλώνει ότι υπερασπίζεται τα δικαιώματα των γυναικών. Από την άλλη, όταν ένα καθεστώς αποκλείει τις γυναίκες από το σχολείο, την εργασία, την υγεία και τη δημόσια ζωή, η αντίδραση παραμένει περιορισμένη, τεχνική, διπλωματική, συχνά άτονη. Αντί να συζητείται πρώτα πώς θα πιεστούν οι Ταλιμπάν για τα δικαιώματα των γυναικών, συζητείται πώς θα οργανωθούν επιστροφές ανθρώπων σε μια χώρα όπου οι θεμελιώδεις ελευθερίες έχουν καταρρεύσει.
Το Αφγανιστάν είναι σήμερα ένας καθρέφτης. Δείχνει όχι μόνο τη σκληρότητα των Ταλιμπάν, αλλά και τα όρια της δυτικής ευαισθησίας. Δείχνει πόσο εύκολα τα ανθρώπινα δικαιώματα μπορούν να γίνουν επιλεκτικά. Πόσο εύκολα μια τραγωδία μπορεί να θεωρηθεί «μακρινή». Πόσο γρήγορα η διεθνής κοινή γνώμη συνηθίζει ακόμη και την πιο ακραία αδικία, όταν αυτή δεν ταιριάζει στις προτεραιότητες της ημέρας.
Αν τα δικαιώματα των γυναικών είναι οικουμενική αξία, τότε η αδυναμία της Αφγανής μαθήτριας να πάει σχολείο πρέπει να δονεί τη Δύση με την ίδια ηθική ένταση όπως και κάθε άλλη περίπτωση παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτω. Αν η ελευθερία είναι πραγματική αρχή και όχι επικοινωνιακό σύνθημα, τότε η γυναίκα στην οποία απαγορεύεται να εργαστεί, να σπουδάσει, να κυκλοφορήσει ή να ακουστεί δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως δευτερεύουσα είδηση.
Στο Αφγανιστάν, οι γυναίκες δεν εξαφανίζονται απότομα. Εξαφανίζονται με διατάγματα, απαγορεύσεις, συλλήψεις, φόβο, σιωπή και διεθνή κόπωση. Και ίσως αυτό να είναι το πιο ανησυχητικό: ότι μία χώρα σβήνει το ένα από τα δύο φύλα χωρίς να κρύβεται, και ο κόσμος έχει ήδη αρχίσει να αλλάζει θέμα.








