Τα τελευταία χρόνια ο Ευρωπαίος πολίτης εκπαιδεύτηκε να βλέπει την οικολογική ευθύνη μέσα από μικρές, καθημερινές αλλαγές. Το πλαστικό καλαμάκι καταργήθηκε ή αντικαταστάθηκε. Το καπάκι του μπουκαλιού έμεινε δεμένο πάνω στη συσκευασία. Οι σακούλες άρχισαν να χρεώνονται. Η ανακύκλωση έγινε σχεδόν ηθική υποχρέωση. Όλα αυτά παρουσιάστηκαν ως βήματα προς έναν καθαρότερο κόσμο.
Και πράγματι, δεν είναι άχρηστα. Κανένα σκουπίδι δεν πρέπει να καταλήγει στη θάλασσα, σε ένα ποτάμι ή σε μια παραλία. Κανένα πλαστικό καπάκι δεν είναι «αθώο» όταν το καταπίνει ένα ψάρι ή όταν διασπάται σε μικροπλαστικά. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η πολιτική και δημόσια συζήτηση περιορίζεται σε αυτά τα μικρά σύμβολα, ενώ αποφεύγει να αγγίξει τη ρίζα του ζητήματος: πού παράγονται τα προϊόντα που καταναλώνουμε, με τι ενέργεια παράγονται, με ποια περιβαλλοντικά πρότυπα, πού καταλήγουν τα απόβλητα και ποιος πληρώνει το πραγματικό κόστος.
Η παγκοσμιοποίηση δεν εξαφάνισε τη ρύπανση. Τη μετέφερε. Για δεκαετίες, η Ευρώπη και συνολικά η Δύση αποβιομηχάνισαν μεγάλο μέρος της παραγωγής τους και άρχισαν να εισάγουν όλο και περισσότερα προϊόντα από την Ασία. Ρούχα, ηλεκτρονικά, μπαταρίες, εξαρτήματα, παιχνίδια, εργαλεία, πλαστικές συσκευασίες, φθηνά καταναλωτικά αγαθά: ένα τεράστιο μέρος της καθημερινής ζωής του Ευρωπαίου έχει περάσει από ασιατικές γραμμές παραγωγής πριν φτάσει στα ράφια των καταστημάτων.
Αυτό δημιούργησε μια βολική ψευδαίσθηση καθαρότητας. Η ευρωπαϊκή πόλη φαίνεται καθαρότερη, το εργοστάσιο που κάπνιζε κάποτε έξω από τη γειτονιά έκλεισε, οι βαριές βιομηχανίες περιορίστηκαν, οι ρύποι στις ευρωπαϊκές στατιστικές μειώθηκαν. Όμως το προϊόν ακόμα παράγεται. Απλώς παράγεται αλλού. Και οι εκπομπές που παράγονται από την κατασκευή του δεν εξαφανίζονται επειδή δεν βγήκαν από καμινάδα στο Βέλγιο, στη Γερμανία ή στην Ελλάδα.
Αυτό είναι το μεγάλο τυφλό σημείο της σημερινής «πράσινης» συζήτησης. Μετράμε πολύ αυστηρά αυτό που συμβαίνει εντός των συνόρων μας, αλλά επί χρόνια κλείνουμε τα μάτια σε αυτό που συμβαίνει στις χώρες από τις οποίες εισάγουμε. Έτσι, ο Ευρωπαίος πολίτης μπορεί να πίνει από μπουκάλι με δεμένο καπάκι, να χρησιμοποιεί χάρτινο καλαμάκι και την ίδια ώρα να αγοράζει ένα φθηνό προϊόν που έχει παραχθεί σε μια χώρα με πολύ πιο βρόμικο ενεργειακό μείγμα, με χαμηλότερα πρότυπα ελέγχου, με ελλιπή διαχείριση αποβλήτων και με μεγαλύτερο περιβαλλοντικό κόστος.
Η Ασία και η Ωκεανία αποτελούν πλέον το κέντρο της παγκόσμιας μεταποίησης. Δεν μιλάμε για μια απλή συμμετοχή στην παγκόσμια παραγωγή, αλλά για κυρίαρχη θέση. Η περιοχή συγκεντρώνει πάνω από το μισό της παγκόσμιας μεταποιητικής προστιθέμενης αξίας. Η Κίνα παραμένει ο μεγάλος βιομηχανικός πυρήνας, αλλά δίπλα της βρίσκονται η Ινδία, το Βιετνάμ, το Μπαγκλαντές, η Ινδονησία, η Νότια Κορέα, η Ταϊβάν, η Ταϊλάνδη, η Μαλαισία και άλλες οικονομίες που αποτελούν κρίκους της ίδιας αλυσίδας. Εκεί παράγεται ένα μεγάλο μέρος αυτού που καταναλώνει ο πλανήτης.
Αντίστοιχα, εκεί συγκεντρώνεται και τεράστιο μέρος των εκπομπών. Η περιοχή Ασίας-Ειρηνικού αντιπροσωπεύει πολύ μεγάλο ποσοστό των παγκόσμιων εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, καθώς συνδυάζει βιομηχανική παραγωγή, ταχύτατη αστικοποίηση, τεράστια ενεργειακή ζήτηση και ακόμη μεγάλη εξάρτηση από τον άνθρακα. Η Κίνα, η Ινδία και η Νοτιοανατολική Ασία εξακολουθούν να βρίσκονται στο επίκεντρο της αύξησης της κατανάλωσης άνθρακα και ενέργειας. Αυτή είναι η πραγματικότητα που συχνά χάνεται πίσω από τις ευρωπαϊκές καμπάνιες για το καλαμάκι.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η εικόνα στα απόβλητα. Στον ανεπτυγμένο κόσμο, η διαχείριση απορριμμάτων έχει κόστος, κανόνες, πρόστιμα, εγκαταστάσεις, αδειοδοτήσεις, ελέγχους. Στον αναπτυσσόμενο κόσμο, και ιδιαίτερα σε περιοχές με ταχεία αστικοποίηση, η πραγματικότητα συχνά είναι πολύ πιο σκληρή. Πόλεις μεγαλώνουν γρηγορότερα από τις υποδομές τους. Η συλλογή απορριμμάτων δεν καλύπτει όλο τον πληθυσμό. Τα λύματα δεν υφίστανται επαρκή επεξεργασία. Βιομηχανικά απόβλητα, πλαστικά, μπάζα και αστικά σκουπίδια καταλήγουν σε ρέματα, κανάλια και ποτάμια.
Δεν χρειάζεται να βασιστεί κανείς σε εικόνες που κυκλοφορούν στα κοινωνικά δίκτυα για να διαπιστώσει το πρόβλημα. Οι ίδιες οι διεθνείς μελέτες δείχνουν ότι τα ποτάμια είναι βασικός δρόμος μεταφοράς πλαστικών προς τις θάλασσες. Η συσσώρευση πλαστικών στα ποτάμια είναι ήδη τεράστια, ενώ κάθε χρόνο εκατομμύρια τόνοι πλαστικών διαρρέουν στο περιβάλλον. Η ρύπανση δεν ξεκινά στη θάλασσα. Ξεκινά στην ξηρά, στις πόλεις, στις χωματερές, στις όχθες των ποταμών, στα σημεία όπου η αποκομιδή και η επεξεργασία αποβλήτων αποτυγχάνουν.
Το Πακιστάν είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της πραγματικότητας. Η λεκάνη του Ινδού ποταμού δέχεται πιέσεις από πλαστικά απόβλητα, αστικά απορρίμματα και ανεπαρκείς υποδομές διαχείρισης. Η Ασιατική Τράπεζα Ανάπτυξης έχει επισημάνει ότι η χώρα χρειάζεται ενίσχυση και εκσυγχρονισμό στη συλλογή και διάθεση δημοτικών, βιομηχανικών, ηλεκτρονικών και νοσοκομειακών αποβλήτων. Η Παγκόσμια Τράπεζα έχει ασχοληθεί ειδικά με το πρόβλημα των πλαστικών στον Ινδό. Αυτά δεν είναι περιθωριακά φαινόμενα. Είναι συμπτώματα μιας παγκόσμιας παραγωγικής και καταναλωτικής αλυσίδας που δημιουργεί απόβλητα ταχύτερα από όσο μπορούν να τα διαχειριστούν πολλές χώρες.
Εδώ βρίσκεται η αντίφαση. Στην Ευρώπη, ο πολίτης αισθάνεται ότι συμμετέχει στη σωτηρία του πλανήτη επειδή δεν του δίνεται πλέον πλαστικό καλαμάκι. Την ίδια ώρα, σε μεγάλες περιοχές του πλανήτη, ολόκληρα φορτία αποβλήτων καταλήγουν σε ποτάμια ή ανεξέλεγκτες χωματερές. Στην Ευρώπη, το καπάκι πρέπει να μένει πάνω στο μπουκάλι. Αλλού, ολόκληρα συστήματα αποχέτευσης και διαχείρισης απορριμμάτων δεν επαρκούν. Στην Ευρώπη, ο καταναλωτής διδάσκεται να πλένει τη συσκευασία πριν τη βάλει στον μπλε κάδο. Σε άλλες ηπείρους, οι πόλεις δεν έχουν επαρκείς κάδους, μονάδες επεξεργασίας, ελέγχους ή χρηματοδότηση.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ευρώπη πρέπει να εγκαταλείψει τους κανόνες της. Σημαίνει ότι πρέπει να σταματήσει να συγχέει το μικρό μέτρο με τη μεγάλη λύση. Η απαγόρευση ορισμένων πλαστικών μιας χρήσης μπορεί να μειώσει συγκεκριμένες μορφές ρύπανσης. Τα δεμένα καπάκια συμβάλλουν ώστε λιγότερα μικρά πλαστικά κομμάτια να χάνονται στο περιβάλλον. Όμως αυτά είναι εργαλεία περιορισμένης εμβέλειας. Δεν απαντούν στο βασικό ερώτημα: τι γίνεται με την παραγωγή, την ενέργεια, τις εισαγωγές, τα εργοστάσια, τα βιομηχανικά απόβλητα και τις χώρες που σηκώνουν το βάρος της παγκόσμιας κατανάλωσης;
Η Ευρώπη έχει αρχίσει να αναγνωρίζει το πρόβλημα μέσα από πολιτικές όπως ο Μηχανισμός Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα. Η λογική του είναι απλή: αν ένα προϊόν παράγεται εκτός Ευρώπης με υψηλές εκπομπές, δεν μπορεί να εισέρχεται στην ευρωπαϊκή αγορά σαν να μην υπάρχει περιβαλλοντικό κόστος. Πρόκειται για ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση, διότι μεταφέρει τη συζήτηση από τον καταναλωτή στο προϊόν και από το σύμβολο στην εφοδιαστική αλυσίδα. Όμως και αυτό πρέπει να επεκταθεί, να εφαρμοστεί δίκαια και να συνοδευτεί από πραγματική βιομηχανική στρατηγική.
Διότι το περιβάλλον δεν σώζεται μόνο με απαγορεύσεις μικρών αντικειμένων. Σώζεται με καθαρότερη παραγωγή, με ενεργειακή μετάβαση εκεί όπου παράγονται τα αγαθά, με σοβαρούς ελέγχους στις εισαγωγές, με διαφάνεια στην προέλευση των προϊόντων, με επενδύσεις σε υποδομές αποβλήτων στις χώρες που πνίγονται από τα σκουπίδια τους και με επαναφορά κρίσιμων παραγωγικών δραστηριοτήτων σε χώρες που μπορούν να τις ελέγχουν περιβαλλοντικά.
Η Δύση δεν μπορεί να εμφανίζεται ως οικολογικά ενάρετη απλώς επειδή καθάρισε τη δική της αυλή, όταν συνεχίζει να γεμίζει το σπίτι της με προϊόντα που παράχθηκαν σε πολύ πιο βρόμικες αυλές. Αυτό δεν είναι πραγματική πράσινη πολιτική. Είναι λογιστική μεταφορά της ρύπανσης. Είναι σαν να πετάς τα σκουπίδια σου στον γείτονα και μετά να καμαρώνεις επειδή το δικό σου σαλόνι είναι καθαρό.
Η αληθινή οικολογική ευθύνη απαιτεί ειλικρίνεια. Και η ειλικρίνεια λέει ότι το πλαστικό καλαμάκι ήταν ένα εύκολο σύμβολο. Το δεμένο καπάκι ήταν μια μικρή τεχνική ρύθμιση. Η ανακύκλωση είναι αναγκαία, αλλά δεν αρκεί. Το μεγάλο ζήτημα είναι η παγκόσμια παραγωγή, η κατανάλωση, η μεταφορά βιομηχανίας σε περιοχές με χαμηλότερους κανόνες και η αποτυχία πολλών κρατών να διαχειριστούν τα απόβλητα που παράγουν οι δικές τους κοινωνίες και η διεθνής αγορά.
Αν θέλουμε λοιπόν να μιλήσουμε σοβαρά για το περιβάλλον, πρέπει να σταματήσουμε να ηθικολογούμε μόνο πάνω στον καταναλωτή που κρατά ένα πλαστικό ποτήρι. Πρέπει να κοιτάξουμε το εργοστάσιο που παρήγαγε το προϊόν, το καύσιμο που το τροφοδότησε, το πλοίο που το μετέφερε, τη συσκευασία που το τύλιξε, το ποτάμι όπου κατέληξαν τα απόβλητα και το κράτος που δεν μπόρεσε ή δεν θέλησε να τα ελέγξει.
Η οικολογία που περιορίζεται στο καλαμάκι είναι βολική. Η οικολογία που κοιτάζει την παγκόσμια παραγωγή είναι δύσκολη. Αλλά μόνο η δεύτερη μπορεί να έχει πραγματικό αποτέλεσμα.








