Το μεταναστευτικό έχει εξελιχθεί σε ένα από τα πιο κρίσιμα πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα της Ευρώπης. Δεν αφορά μόνο την οικονομία, την αγορά εργασίας ή το Διεθνές Δίκαιο. Αφορά και την ασφάλεια, την κοινωνική συνοχή, τη δυνατότητα ένταξης, αλλά και το κατά πόσο οι ίδιες οι κοινωνίες έχουν λόγο για το ποιοι εισέρχονται, με ποιους όρους και με ποιες υποχρεώσεις.
Στον δημόσιο διάλογο κυριαρχούν συχνά δύο ακραίες προσεγγίσεις. Από τη μία, η αντίληψη ότι κάθε αυστηρή μεταναστευτική πολιτική είναι αυτομάτως ξενοφοβική. Από την άλλη, η γενίκευση ότι η εγκληματικότητα ή η αποσταθεροποίηση οφείλονται συλλογικά σε συγκεκριμένες θρησκείες, φυλές ή εθνικές ομάδες. Καμία από τις δύο προσεγγίσεις δεν βοηθά σε μια σοβαρή συζήτηση. Το πραγματικό ερώτημα είναι πιο συγκεκριμένο: μπορεί ένα κράτος να προστατεύει τα σύνορά του, να ελέγχει ποιοι εισέρχονται, να απαιτεί ένταξη και σεβασμό στους νόμους, χωρίς να καταργεί την ανθρωπιστική του ευθύνη;
Η Πολωνία, η Ουγγαρία και η Σλοβακία προσφέρουν ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα χωρών που αρνήθηκαν να ακολουθήσουν το μοντέλο της μαζικής, ανεξέλεγκτης ή πολιτικά επιβεβλημένης μετεγκατάστασης μεταναστών. Οι κυβερνήσεις τους, με διαφορετικό ύφος και θεσμικό πλαίσιο η καθεμία, έχουν υποστηρίξει ότι η μεταναστευτική πολιτική δεν μπορεί να επιβάλλεται μηχανικά από τις Βρυξέλλες, αλλά πρέπει να λαμβάνει υπ’ όψιν την εθνική ασφάλεια, τα σύνορα, τη δημογραφική πραγματικότητα και την κοινωνική συνοχή.
Η Πολωνία είναι η πιο ενδιαφέρουσα περίπτωση, γιατί δεν μπορεί εύκολα να παρουσιαστεί ως χώρα που «δεν δέχεται κανέναν». Μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, η Πολωνία υποδέχθηκε τεράστιο αριθμό Ουκρανών προσφύγων. Σύμφωνα με στοιχεία της UNHCR, στις 10 Μαρτίου 2026 υπήρχαν περίπου 966.000 πρόσφυγες από την Ουκρανία με ενεργή καταγραφή προσωρινής προστασίας στην Πολωνία, ενώ συνολικά πάνω από 2 εκατομμύρια είχαν υποβάλει αίτηση για προσωρινή προστασία. Αυτό δείχνει ότι η πολωνική πολιτική δεν είναι απλώς «καμία υποδοχή», αλλά μια πολιτική διάκρισης ανάμεσα σε γειτονικούς πρόσφυγες πολέμου και σε υποχρεωτικές μετεγκαταστάσεις πληθυσμών από άλλες διαδρομές μετανάστευσης.
Την ίδια ώρα, η Βαρσοβία έχει αντιταχθεί επανειλημμένα στις υποχρεωτικές ποσοστώσεις και στις μετεγκαταστάσεις μεταναστών στο πλαίσιο του νέου Συμφώνου Μετανάστευσης και Ασύλου της ΕΕ. Ο πρωθυπουργός Ντόναλντ Τουσκ έχει δηλώσει ότι η Πολωνία δεν θα εφαρμόσει το Σύμφωνο με τρόπο που να αυξάνει τον αριθμό μεταναστών στη χώρα, επικαλούμενος και το βάρος που ήδη φέρει λόγω της Ουκρανίας. Παράλληλα, η Πολωνία αντιμετωπίζει πίεση στα ανατολικά της σύνορα, όπου η εργαλειοποίηση μεταναστευτικών ροών από τη Λευκορωσία και τη Ρωσία έχει αναγνωριστεί ως σοβαρό ζήτημα ασφαλείας από την πολωνική κυβέρνηση.
Η Ουγγαρία ακολούθησε ακόμη πιο σκληρή γραμμή. Από το 2015 και μετά, η Βουδαπέστη μετέτρεψε το μεταναστευτικό σε κεντρικό ζήτημα εθνικής πολιτικής, κατασκευάζοντας φράχτες στα σύνορα και περιορίζοντας δραστικά την πρόσβαση στο άσυλο. Από το 2020, εφαρμόζεται ένα σύστημα σύμφωνα με το οποίο, πρακτικά, οι αιτήσεις ασύλου πρέπει να περνούν πρώτα από διαδικασία πρόθεσης σε ουγγρικές πρεσβείες εκτός της χώρας, γεγονός που έχει περιορίσει δραστικά τον αριθμό αιτήσεων. Το 2024, η Ουγγαρία είχε εξαιρετικά χαμηλό αριθμό αιτήσεων ασύλου, ενώ σύμφωνα με στοιχεία Eurostat που αναπαράγονται σε σχετικές βάσεις δεδομένων, το 2025 οι πρώτες αιτήσεις ασύλου στην Ουγγαρία ήταν μόλις 105, έναντι 11.155 στην Πολωνία και 130 στη Σλοβακία.
Είναι ακριβές να πούμε ότι η Ουγγαρία έχει κάνει το σύστημα ασύλου και εγκατάστασης εξαιρετικά μη ελκυστικό για παράτυπες ή μη ελεγχόμενες ροές. Το ότι «έκοψε όλα τα κοινωνικά επιδόματα», ωστόσο, δεν είναι εξίσου και απόλυτα ακριβές. Τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι οι παροχές προς αιτούντες άσυλο είναι περιορισμένες και συνδέονται κυρίως με υλικές συνθήκες υποδοχής, υγειονομική περίθαλψη και συγκεκριμένες υπηρεσίες, ενώ διάφορες επιμέρους ενισχύσεις έχουν ανασταλεί ή περιοριστεί. Η ουσία παραμένει: η Ουγγαρία δεν είναι μια χώρα ελκυστική για μετανάστες και έχει συγκρουστεί ανοιχτά με την ΕΕ επ’ αυτού. Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης επέβαλε, το 2024, πρόστιμο 200 εκατ. ευρώ στην Ουγγαρία και επιπλέον ημερήσιο πρόστιμο, κρίνοντας ότι παραβίαζε το ευρωπαϊκό δίκαιο ασύλου.
Η Σλοβακία αποτελεί μια διαφορετική, αλλά επίσης χαρακτηριστική περίπτωση. Η μουσουλμανική κοινότητα είναι μικρή και το Ισλάμ δεν έχει αναγνωριστεί ως επίσημη θρησκευτική κοινότητα, καθώς η νομοθεσία απαιτεί πολύ υψηλό αριθμό μελών για την κρατική αναγνώριση θρησκείας. Το 2016, η χώρα αύξησε το όριο στα 50.000 μέλη, κάτι που πρακτικά εμποδίζει την αναγνώριση του Ισλάμ ως επίσημης θρησκείας στη χώρα. Σύμφωνα με την έκθεση του αμερικανικού Στέιτ Ντιπάρτμεντ για τη θρησκευτική ελευθερία, η μουσουλμανική κοινότητα στη Σλοβακία έχει αναφέρει δυσκολίες ακόμη και στην έκδοση άδειας για την ίδρυση τεμένους ή χώρων λατρείας.
Η διατύπωση, λοιπόν, ότι η Σλοβακία «δεν έχει ούτε ένα τέμενος» μπορεί να σταθεί, εφόσον αποδοθεί προσεκτικά: δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν καθόλου μουσουλμάνοι ή καθόλου χώροι προσευχής, αλλά ότι δεν υπάρχει επίσημα αναγνωρισμένο τζαμί όπως σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Αυτό συνδέεται με την επιλογή της Σλοβακίας να κρατήσει πολύ περιορισμένη τη θεσμική αναγνώριση θρησκευτικών κοινοτήτων με μικρή αριθμητική παρουσία.
Το επόμενο ερώτημα είναι αν αυτό το μοντέλο συνδέεται με χαμηλότερη εγκληματικότητα. Εδώ χρειάζεται προσοχή. Είναι αλήθεια ότι χώρες όπως η Πολωνία, η Ουγγαρία και η Σλοβακία εμφανίζουν πολύ μικρότερη μεταναστευτική πίεση από χώρες της Δυτικής Ευρώπης και έχουν αποφύγει τις μεγάλες παράλληλες κοινότητες που δημιουργήθηκαν σε μητροπόλεις όπως το Λονδίνο, το Παρίσι, οι Βρυξέλλες ή η Στοκχόλμη. Είναι επίσης αλήθεια ότι στη Βρετανία, και ειδικά στην Αγγλία και την Ουαλία, τα καταγεγραμμένα σεξουαλικά αδικήματα βρίσκονται σε πολύ υψηλά επίπεδα: η βρετανική στατιστική υπηρεσία ONS ανέφερε 209.079 σεξουαλικά αδικήματα που καταγράφηκαν από την αστυνομία μέσα στο έτος έως τον Μάρτιο του 2025, αυξημένα κατά 11% σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά.
Ωστόσο, δεν είναι επιστημονικά ορθό να γράψουμε απλά ότι «η Αγγλία είναι νούμερο ένα στους βιασμούς», ενώ η Πολωνία, η Ουγγαρία ή η Σλοβακία είναι «καθαρές». Οι διεθνείς συγκρίσεις στα σεξουαλικά αδικήματα είναι από τις πιο δύσκολες, γιατί αλλάζουν οι νομικοί ορισμοί, οι πρακτικές καταγραφής της αστυνομίας, η προθυμία των θυμάτων να καταγγείλουν και η κοινωνική ευαισθητοποίηση. Η ίδια η Eurostat προειδοποιεί ότι οι διαφορές στα καταγεγραμμένα εγκλήματα ανάμεσα στις ευρωπαϊκές χώρες μπορεί να οφείλονται σε διαφορετική νομοθεσία, πρακτικές αστυνομικής καταγραφής και συμπεριφορά καταγγελίας.
Αυτό δεν αναιρεί το πρόβλημα. Αντιθέτως, το κάνει πιο σοβαρό. Η Eurostat κατέγραψε ότι το 2024 στην ΕΕ υπήρχαν 256.302 καταγεγραμμένα αδικήματα σεξουαλικής βίας, εκ των οποίων τα 98.190 ήταν βιασμοί. Σε σύγκριση με το 2014, τα καταγεγραμμένα αδικήματα σεξουαλικής βίας αυξήθηκαν κατά 94% και οι βιασμοί κατά 150%. Η Eurostat σημειώνει ότι μέρος της αύξησης μπορεί να συνδέεται με μεγαλύτερη κοινωνική ευαισθητοποίηση και περισσότερες καταγγελίες, αλλά η τάση παραμένει πολιτικά και κοινωνικά ανησυχητική.
Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι να στοχοποιηθούν συλλογικά οι μετανάστες ή οι μουσουλμάνοι. Το ζήτημα είναι να τεθεί ένα αυτονόητο ερώτημα πολιτικής: μπορεί μια χώρα να δέχεται μεγάλους αριθμούς ανθρώπων από διαφορετικά πολιτισμικά, θρησκευτικά και κοινωνικά περιβάλλοντα χωρίς αυστηρή ταυτοποίηση, χωρίς πραγματική ένταξη, χωρίς έλεγχο ποινικού μητρώου, χωρίς υποχρέωση σεβασμού στους νόμους και να απελαύνει όσους παρανομούν; Η εμπειρία αρκετών δυτικοευρωπαϊκών χωρών δείχνει ότι η απάντηση είναι αρνητική.
Η ασφάλεια δεν απειλείται από τη διαφορετικότητα καθεαυτή. Απειλείται όταν το κράτος χάνει τον έλεγχο: όταν δεν ξέρει ποιος μπαίνει, όταν δεν μπορεί να απελάσει όσους δεν δικαιούνται παραμονή, όταν ανέχεται κλειστές παράλληλες κοινότητες, όταν φοβάται να μιλήσει για εγκληματικότητα μήπως κατηγορηθεί για ρατσισμό, και όταν μετατρέπει την ένταξη από υποχρέωση σε ευχολόγιο.
Υπάρχει και μια δεύτερη διάσταση που συχνά αποσιωπάται: η συζήτηση για τον ρατσισμό στη Δύση γίνεται επιλεκτικά. Η σύγχρονη δουλεία, η εμπορία ανθρώπων και η βίαιη εκμετάλλευση εξακολουθούν να υπάρχουν σε πολλές περιοχές του κόσμου, συμπεριλαμβανομένης της Αφρικής. Ο Global Slavery Index της Walk Free καταγράφει ότι η Αφρική είναι από τις περιοχές με τη μεγαλύτερη ευαλωτότητα στη σύγχρονη δουλεία, με χώρες όπως το Νότιο Σουδάν, η Σομαλία, η Κεντροαφρικανική Δημοκρατία και η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό να συγκαταλέγονται στις πιο ευάλωτες.
Αυτό όμως δεν πρέπει να μετατρέπεται σε φυλετικό επιχείρημα τύπου «οι λευκοί δεν το κάνουν» ή «οι μαύροι το κάνουν». Η ιστορία της δουλείας είναι πολύ πιο σύνθετη και βαραίνει πολλούς πολιτισμούς, αυτοκρατορίες και κοινωνίες. Η Βρετανία έπαιξε πράγματι σημαντικό ρόλο στην κατάργηση του δουλεμπορίου: το 1807 πέρασε ο νόμος για την κατάργηση του βρετανικού δουλεμπορίου και στη συνέχεια το Βασιλικό Ναυτικό, μέσω της West Africa Squadron, κατέσχεσε πλοία δουλεμπόρων και απελευθέρωσε δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους. Όμως η ίδια η Βρετανική Αυτοκρατορία είχε προηγουμένως βαθιά εμπλοκή στο δουλεμπόριο, ενώ η πλήρης κατάργηση της δουλείας στις περισσότερες βρετανικές αποικίες ήρθε αργότερα, με τον νόμο του 1833.
Το χρήσιμο πολιτικό συμπέρασμα δεν είναι φυλετικό. Είναι θεσμικό: οι κοινωνίες που θέλουν να παραμείνουν ασφαλείς και συνεκτικές πρέπει να έχουν σύνορα, κανόνες, δικαιοσύνη και πολιτισμική αυτοπεποίθηση. Η Πολωνία, η Ουγγαρία και η Σλοβακία επέλεξαν να μη μετατρέψουν τη μεταναστευτική πολιτική σε μηχανισμό κοινωνικού πειραματισμού. Μπορεί κανείς να διαφωνεί με επιμέρους πλευρές αυτής της πολιτικής, ιδίως σε σχέση με το ευρωπαϊκό δίκαιο ή τη θρησκευτική ελευθερία. Δεν μπορεί όμως να αγνοήσει ότι οι χώρες αυτές έθεσαν από νωρίς ένα ζήτημα που σήμερα συζητείται πλέον σε όλη την Ευρώπη: χωρίς έλεγχο συνόρων, χωρίς ένταξη και χωρίς επιβολή του νόμου, η κοινωνική συνοχή διαλύεται.
Για χώρες όπως η Ελλάδα, το μάθημα είναι σαφές. Η ανθρωπιά δεν μπορεί να σημαίνει αφέλεια. Η προστασία προσφύγων πολέμου δεν μπορεί να ταυτίζεται με την ανεξέλεγκτη, παράνομη μετανάστευση. Η θρησκευτική ελευθερία δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως πρόσχημα για παράλληλες κοινωνίες που δεν σέβονται το Σύνταγμα. Και η ασφάλεια των πολιτών δεν μπορεί να μπαίνει σε δεύτερη μοίρα για να μη θιγούν ιδεολογικά ταμπού.
Η Ευρώπη δεν χρειάζεται υστερία. Χρειάζεται σοβαρότητα. Χρειάζεται σύνορα που φυλάσσονται, αιτήσεις ασύλου που εξετάζονται γρήγορα, απελάσεις που εφαρμόζονται, πραγματική ένταξη για όσους έχουν δικαίωμα παραμονής και μηδενική ανοχή στην εγκληματικότητα, ανεξάρτητα από την καταγωγή ή τη θρησκεία του δράστη. Αυτό είναι το σημείο όπου η συζήτηση πρέπει να φύγει από τα συνθήματα και να επιστρέψει στην πολιτική πραγματικότητα.
Οι απόψεις που διατυπώνονται στο παρόν άρθρο δεν αντικατοπτρίζουν κατ’ ανάγκην τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.








