Κατά την επίσκεψη του Εμμανουέλ Μακρόν στην Αθήνα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης έθεσε μια πρόταση με σημαντικό γεωπολιτικό και βιομηχανικό βάρος: τη συμμετοχή της Ελλάδας στο ευρωπαϊκό πρόγραμμα μαχητικού 6ης γενιάς FCAS. Η ελληνική πλευρά δεν περιορίζεται στην προοπτική αγοράς του αεροσκάφους στο μέλλον, αλλά επιδιώκει ενεργό ρόλο στην ανάπτυξη του συστήματος, φιλοδοξώντας να αποτελέσει τον τέταρτο εταίρο δίπλα σε Γαλλία, Γερμανία και Ισπανία.
Η πρόταση συνδέεται με ένα ευρύτερο πλαίσιο εκσυγχρονισμού της Πολεμικής Αεροπορίας. Οι προοπτικές που συζητώνται περιλαμβάνουν την αξιοποίηση παλαιότερων ελληνικών Mirage 2000-5, αλλά και την εξασφάλιση ευνοϊκότερων όρων για την απόκτηση επιπλέον μαχητικών Rafale. Περαιτέρω, η Αθήνα επιδιώκει να αποκτήσει ουσιαστική συμμετοχή στο βιομηχανικό κομμάτι του FCAS, αναλαμβάνοντας ρόλο σε τομείς όπως το λογισμικό ή η ανάπτυξη των μη επανδρωμένων συνοδών αεροσκαφών (remote carriers).

Η ελληνική πρόταση εντάσσεται στη νέα φάση της ελληνογαλλικής συνεργασίας και συνδέεται με τη στρατηγική «Ατζέντα 2030», που στοχεύει στην ενίσχυση του ρόλου της Ελλάδας ως τεχνολογικού και γεωπολιτικού κόμβου στην Ανατολική Μεσόγειο. Ο πρωθυπουργός υπογράμμισε ότι η συμμετοχή της χώρας μπορεί να ενισχύσει τη συνοχή του προγράμματος και να προσδώσει επιπλέον επιχειρησιακή αξία, ιδιαίτερα σε απαιτητικά περιβάλλοντα όπως το Αιγαίο.
Ο Εμμανουέλ Μακρόν αντέδρασε θετικά στην ελληνική πρωτοβουλία, επισημαίνοντας ότι η εμβάθυνση της διμερούς αμυντικής συνεργασίας δημιουργεί το κατάλληλο υπόβαθρο για τέτοιες συνέργειες. Ωστόσο, τόνισε ότι η ένταξη νέου εταίρου απαιτεί τη συναίνεση και των άλλων συμμετεχόντων, δηλαδή της Γερμανίας και της Ισπανίας. Ως πρώτο βήμα, πρότεινε τη διασύνδεση του Ελληνικού Κέντρου Αμυντικής Καινοτομίας με τη γαλλική αντίστοιχη υπηρεσία, ώστε να ξεκινήσει άμεσα συνεργασία σε επίπεδο έρευνας και τεχνολογίας.
Το FCAS (Future Combat Air System/Μελλοντικό Σύστημα Αεροπορικών Μαχών) δεν αφορά ένα απλό μαχητικό, αλλά ένα ολοκληρωμένο σύστημα αεροπορικών επιχειρήσεων. Στον πυρήνα του βρίσκεται το Next Generation Fighter, το οποίο θα συνεργάζεται με μη επανδρωμένα αεροσκάφη και θα λειτουργεί μέσα σε ένα ψηφιακό περιβάλλον δεδομένων, το λεγόμενο Combat Cloud, που αξιοποιεί τεχνητή νοημοσύνη για τον συντονισμό των επιχειρήσεων σε πραγματικό χρόνο. Σύμφωνα με τον αρχικό σχεδιασμό, το σύστημα προβλέπεται να αποτελέσει τη ραχοκοκαλιά της γερμανο-γαλλικής αεροπορικής άμυνας από τη δεκαετία του 2040 και μετά. Στόχος είναι το μαχητικό αεροσκάφος, εξοπλισμένο με τεχνολογία που ξεφεύγει από τον εντοπισμό των ραντάρ, να αντικαταστήσει μακροπρόθεσμα τα Eurofighter Tycoon (στη γερμανική πολεμική αεροπορία) και Rafale (στις γαλλικές αεροπορικές δυνάμεις).
Το πρόγραμμα βρίσκεται σε κρίσιμη φάση ανάπτυξης, με καθυστερήσεις λόγω διαφωνιών μεταξύ των βιομηχανικών εταίρων. Η πρώτη πτήση του πρωτοτύπου μετατίθεται πλέον για το 2028 ή το 2029, ενώ συνεχίζονται οι διαπραγματεύσεις για την επόμενη φάση παραγωγής. Παρά τις δυσκολίες, Γαλλία και Γερμανία επιμένουν στη σημασία του έργου, το οποίο θεωρείται κομβικό για τη μελλοντική αμυντική αυτονομία της Ευρώπης. Η πιθανή συμμετοχή της Ελλάδας στο FCAS θα σηματοδοτούσε αναβάθμιση του ρόλου της, όχι μόνο σε επιχειρησιακό αλλά και σε βιομηχανικό επίπεδο, τοποθετώντας τη χώρα στον πυρήνα των εξελίξεων της ευρωπαϊκής άμυνας.
Οι διαφωνίες μεταξύ των δύο βασικών εταίρων γύρω από το πρόγραμμα FCAS έχουν κυρίως δομικό χαρακτήρα. Στο επίκεντρο βρίσκεται η σύγκρουση μεταξύ της Dassault και της Airbus για τον έλεγχο του έργου, με τη γαλλική πλευρά να διεκδικεί ηγετικό ρόλο επικαλούμενη την εμπειρία της στην κατασκευή μαχητικών αεροσκαφών, κάτι που η γερμανική πλευρά θεωρεί ότι ανατρέπει την ισορροπία συνεργασίας. Παράλληλα, οι δύο χώρες εμφανίζουν διαφορετικές επιχειρησιακές απαιτήσεις: η Γαλλία χρειάζεται ένα μαχητικό ικανό να επιχειρεί από αεροπλανοφόρα και να φέρει πυρηνικό φορτίο, ενώ η Γερμανία προσανατολίζεται σε διαφορετικά χαρακτηριστικά απόδοσης, υποστηρίζοντας την ανάπτυξη δύο διαφορετικών εκδόσεων. Οι πολιτικοί που ασχολούνται με θέματα άμυνας θεωρούν ότι αυτό είναι λογικό από στρατιωτική άποψη, ενώ ορισμένοι προτείνουν τον περιορισμό της συνεργασίας σε μη επανδρωμένα συστήματα και σε άλλα εξαρτήματα.
Η πολιτική διάσταση επιβαρύνει περαιτέρω την κατάσταση, με τον καγκελάριο Μερτς να έχει ήδη αμφισβητήσει δημόσια το πρόγραμμα, ενώ η αποτυχία των προσπαθειών διαμεσολάβησης εντείνει τα σενάρια διάσπασης ή ακόμη και εγκατάλειψης του FCAS στη σημερινή του μορφή. Ενώ είναι υπό συζήτηση εναλλακτικές συνεργασίες και παράλληλα προγράμματα, η πιθανή συμμετοχή της Ελλάδας έρχεται να ενδυναμώσει το ευρωπαϊκό εγχείρημα.
Τα μέχρι τώρα στάδια του έργου
Το σχέδιο τέθηκε σε εφαρμογή το 2017, από τον πρόεδρο της Γαλλίας Εμμανουέλ Μακρόν και την τότε καγκελάριο της Γερμανίας Άνγκελα Μέρκελ (CDU), κατά τη διάρκεια ενός γερμανο-γαλλικού υπουργικού συμβουλίου. Δύο χρόνια αργότερα, η Ισπανία ανακοίνωσε τη συμμετοχή της, ενώ το Βέλγιο βρίσκεται σε καθεστώτος παρατηρητή από το 2023.
Στην πραγματικότητα, η δεύτερη φάση του σχεδίου θα έπρεπε να ξεκινήσει φέτος, με στόχο την ανάπτυξη ενός πτητικού μοντέλου έως το 2029. Ωστόσο, οι συμμετέχουσες εταιρείες διαφωνούν εδώ και καιρό σχετικά με τις αρμοδιότητες και τις ηγετικές διεκδικήσεις. Σύμφωνα με τις μέχρι τώρα συμφωνίες, η Γαλλία, η Γερμανία και η Ισπανία θα συμμετέχουν κατά ένα τρίτο η καθεμία στην ανάπτυξη του FCAS. Επικεφαλής στη Γαλλία είναι η Dassault Aviation, στη Γερμανία η Airbus και στην Ισπανία η Indra.
Ο επικεφαλής της Dassault, Ερίκ Τραππιέ, επιμένει ότι η γαλλική εταιρεία θα πρέπει να έχει ηγετικό ρόλο και σημαντικά υψηλότερο μερίδιο στην ανάπτυξη. Αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στην εμπειρία του ομίλου του στην κατασκευή μαχητικών αεροσκαφών, την οποία η Airbus, ως κατασκευαστής πολιτικών αεροσκαφών, δεν διαθέτει. Αυτό, ωστόσο, θα αναστάτωνε την κατανομή αρμοδιοτήτων όπως την έχουν καθορίσει οι μέχρι τώρα διαπραγματεύσεις.

Ο καγκελάριος Φρήντριχ Μερτς είχε επιμείνει για πολύ καιρό στις αρχικές συμφωνίες με τη Γαλλία και την Ισπανία όσον αφορά το FCAS, ωστόσο τον περασμένο Φεβρουάριο ο καγκελάριος αμφισβήτησε για πρώτη φορά ανοιχτά το έργο, αναφερόμενος στις διαφορετικές απαιτήσεις της Γαλλίας και τις Γερμανίας από ένα σύγχρονο μαχητικό αεροσκάφος. «Αν δεν μπορέσουμε να το λύσουμε αυτό, τότε δεν μπορούμε να διατηρήσουμε το πρόγραμμα», είχε δηλώσει ο Μερτς σε συνέντευξη.
Μετά από αυτή την τοποθέτηση, ο Γάλλος πρόεδρος δήλωσε ότι ο ίδιος παραμένει «αφοσιωμένος στην επιτυχία του FCAS», χωρίς ωστόσο να αποκλείει την αποτυχία του έργου. «Λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις στρατηγικές προκλήσεις για την Ευρώπη μας, θα ήταν ακατανόητο αν δεν μπορούσαν να ξεπεραστούν οι βιομηχανικές διαφορές», σχολίασε.
Η πιο πρόσφατη συζήτηση για τον ηγετικό ρόλο στο FCAS έλαβε χώρα στα τέλη Μαρτίου, με δύο στελέχη του τομέα της άμυνας να αναλαμβάνουν την προσπάθεια για την εξεύρεση λύσης. Δεν υπάρχουν ακόμη επίσημες πληροφορίες για το αποτέλεσμα.
Σύμφωνα με τη γερμανική εφημερίδα Handelsblatt, η γαλλική πλευρά φέρεται να προειδοποίησε για μια εκλογική νίκη του Rassemblement National στις προεδρικές εκλογές του επόμενου έτους, το οποίο θέλει να τερματίσει τα προγράμματα συνεργασίας στον τομέα της άμυνας, σε περίπτωση που αναλάβει την εξουσία. Επίσης, η Γαλλία φέρεται να απείλησε εκ νέου με τον τερματισμό του κοινού προγράμματος αρμάτων μάχης MGCS, σε περίπτωση που το FCAS δεν συνεχιστεί.
Ο εισηγητής της κοινοβουλευτικής ομάδας της Ένωσης, Φόλκερ Μάγιερ-Λέυ (CDU), ο οποίος είναι αρμόδιος για τη γερμανική Πολεμική Αεροπορία, δήλωσε ότι «με αυτή τη διαμεσολάβηση εξαντλούνται όλες οι επιλογές. [Εάν δεν οδηγήσει σε βιώσιμο αποτέλεσμα], το FCAS, με τη μορφή που έχει μέχρι τώρα, θα σταματήσει».
Ποιες είναι οι εναλλακτικές
Σύμφωνα με πληροφορίες από βιομηχανικούς κύκλους, η Airbus είναι έτοιμη να αναπτύξει δικό της μαχητικό αεροσκάφος. Είναι επίσης πιθανό η Γερμανία να συνεργαστεί με τη Σουηδία για την ανάπτυξη ενός μαχητικού αεροσκάφους.
Η Μεγάλη Βρετανία, η Ιταλία και η Ιαπωνία, από την πλευρά τους, επιθυμούν να αναπτύξουν ένα νέο βομβαρδιστικό αεροσκάφος με τεχνολογία στελθ, υπό την ονομασία GCAP (Global Combat Air Programme) ή Tempest, ικανό να αντικαταστήσει τα ιαπωνικά μαχητικά αεροσκάφη F-2, καθώς και τα βρετανικά και ιταλικά Eurofighter. Η Γερμανία θα μπορούσε να συμμετάσχει σε αυτό το έργο. Ωστόσο, δεδομένου ότι το έργο έχει ήδη προχωρήσει σε μεγάλο βαθμό, είναι αμφίβολο ποια επιρροή θα μπορούσε να ασκήσει η Γερμανία.
Με πληροφορίες από τη γερμανική έκδοση της Epoch Times








