Σοβαρές καταγγελίες έρχονται στο φως μέσα από δικαστικά έγγραφα που αποκαλύπτουν τη δράση μιας μισθοφορικής ομάδας στην Υεμένη, με επικεφαλής πρώην μέλη ειδικών δυνάμεων, τα οποία φέρονται να δρούσαν για λογαριασμό των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων.
Κεντρικό πρόσωπο της υπόθεσης είναι ο Αβραάμ Γκολάν (Abraham Golan), ο οποίος κατηγορείται ότι οργάνωσε και διαχειρίστηκε πρόγραμμα «στοχευμένων δολοφονιών» στο πλαίσιο του πολέμου στη χώρα. Σύμφωνα με τη μήνυση, ο ίδιος φέρεται να παραδέχεται την ύπαρξη του προγράμματος και τη συμμετοχή του, υποστηρίζοντας ότι είχε εγκριθεί από τα ΗΑΕ ως μέρος του ευρύτερου στρατιωτικού συνασπισμού.
Η ομάδα συγκροτήθηκε το 2015, μέσω της εταιρείας Spear Operations που ιδρύθηκε στο Σαν Ντιέγκο, και αποτελούνταν από πρώην στρατιωτικούς, μεταξύ των οποίων και στελέχη των αμερικανικών ειδικών δυνάμεων. Η συμφωνία με τα ΗΑΕ φέρεται να προέβλεπε αμοιβή 1,5 εκατομμυρίου δολαρίων τον μήνα, με επιπλέον μπόνους για κάθε επιτυχημένη επιχείρηση.
Η πρώτη αποστολή τους στην Υεμένη, τον Δεκέμβριο του 2015, είχε στόχο τον πολιτικό Ανσάφ Αλί Μάγιο (Anssaf Ali Mayo), μέλος του κόμματος al-Islah, το οποίο θεωρείται αντίπαλο των ΗΑΕ. Το σχέδιο περιελάμβανε βομβιστική επίθεση στα γραφεία του κόμματος στο Άντεν και στη συνέχεια εξόντωση των επιζώντων.
Κατά την επιχείρηση, τοποθετήθηκαν εκρηκτικά και σημειώθηκαν ισχυρές εκρήξεις, ενώ ακολούθησαν πυροβολισμοί και δεύτερη έκρηξη από παγιδευμένο όχημα. Ωστόσο, ο στόχος είχε προειδοποιηθεί και εγκατέλειψε εγκαίρως το σημείο, αποφεύγοντας τη δολοφονία. Έκτοτε, ζει εξόριστος στη Σαουδική Αραβία, δηλώνοντας ότι η επίθεση του προκάλεσε σοβαρό ψυχολογικό τραύμα.
Παρά την αποτυχία της συγκεκριμένης επιχείρησης, η ομάδα φέρεται να συνέχισε τη δράση της στην περιοχή, αναλαμβάνοντας και άλλες αποστολές. Ο Γκολάν, σύμφωνα με τα στοιχεία, συντόνιζε τις κινήσεις από πολυτελή κατοικία στο Σαν Ντιέγκο, όπου πραγματοποιούνταν και συναντήσεις με συνεργάτες του.
Η υπόθεση αποκτά διεθνείς διαστάσεις, καθώς σε σχετικά έγγραφα γίνεται λόγος για ενδείξεις εμπλοκής των ΗΑΕ σε σειρά δολοφονιών στο Άντεν. Οι επιχειρήσεις αυτές εντάσσονται στο ευρύτερο πλαίσιο του πολέμου στην Υεμένη, όπου συγκρούονται γεωπολιτικά συμφέροντα, όπως η αντιπαράθεση με το Ιράν, ο έλεγχος στρατηγικών θαλάσσιων οδών και η επιρροή σε τοπικές πολιτικές δυνάμεις.
Η εξέλιξη της υπόθεσης αναμένεται να προκαλέσει έντονες αντιδράσεις, καθώς θέτει σοβαρά ερωτήματα για τον ρόλο ιδιωτικών στρατιωτικών εταιρειών και τη χρήση μισθοφόρων σε επιχειρήσεις εκτός επίσημου στρατιωτικού πλαισίου.








