Οι αγορεύσεις άρχισαν στις 9 Φεβρουαρίου σε μια δίκη-ορόσημο που κατηγορεί δύο από τις μεγαλύτερες εταιρείες κοινωνικής δικτύωσης παγκοσμίως ότι σχεδίασαν σκόπιμα τις πλατφόρμες τους ώστε να προκαλούν εθισμό και επιδιώκει να τις καταστήσει υπεύθυνες για φερόμενες βλάβες σε παιδιά που χρησιμοποιούν την τεχνολογία τους.
Οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι η Meta, μητρική εταιρεία του Instagram, και το YouTube της Google έχουν σχεδιάσει σκόπιμα τις πλατφόρμες τους ώστε να προκαλούν εθισμό και να βλάπτουν ανηλίκους. Το TikTok και η Snap Inc., ιδιοκτήτρια του Snapchat, κατέληξαν σε συμβιβασμό για ποσά που δεν αποκαλύφθηκαν, αφού είχαν αρχικά κατονομαστεί στην ίδια αγωγή.
Οι δικηγόροι που εκπροσωπούν τους ενάγοντες και τις δύο εναπομείνασες εταιρείες κοινωνικής δικτύωσης που κατονομάζονται ως εναγόμενες παρουσίασαν δύο αντικρουόμενα επιχειρήματα με την έναρξη της υπόθεσης στο Δικαστήριο της Spring Street στο κέντρο του Λος Άντζελες στις 9 Φεβρουαρίου.
Ο δικηγόρος Μαρκ Λάνιερ (Mark Lanier) έλαβε πρώτος τον λόγο, υποστηρίζοντας εκ μέρους των εναγόντων ότι η Meta και η Google είναι «δύο από τις πλουσιότερες εταιρείες στην ιστορία», οι οποίες έχουν «μηχανευτεί τον εθισμό στον εγκέφαλο των παιδιών». Όπως ανέφερε, η υπόθεση είναι «τόσο απλή όσο το ABC», το οποίο περιέγραψε ως συντομογραφία του «Addicting the Brains of Children» («εθίζουν τα παιδικά μυαλά»).
Η υπόθεση επικεντρώνεται σε μια 19χρονη, που αναφέρεται μόνο με τα αρχικά «KGM», και θα μπορούσε να έχει ευρείες επιπτώσεις για παρόμοιες αγωγές που κατηγορούν εταιρείες κοινωνικής δικτύωσης για πρόκληση βλάβης.
Η «KGM» και δύο ακόμη ενάγοντες επιλέχθηκαν για αυτές τις δοκιμαστικές δίκες, οι οποίες λειτουργούν ως υποθέσεις-πιλότοι για να διαπιστωθεί πώς θα αναπτυχθούν τα επιχειρήματα και των δύο πλευρών ενώπιον ενόρκων και ποιες αποζημιώσεις, εφόσον υπάρξουν, ενδέχεται να επιδικαστούν, σύμφωνα με τον Κλέι Κάλβερτ (Clay Calvert), μη μόνιμο ανώτερο συνεργάτη μελετών πολιτικής τεχνολογίας στο American Enterprise Institute.
Η τρέχουσα δίκη είναι η πρώτη φορά που η Meta και η Google επιχειρηματολογούν ενώπιον ενόρκων, με ενδεχόμενες μακροπρόθεσμες επιπτώσεις τόσο για τις επιχειρήσεις τους όσο και για τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να διαχειρίζονται στο μέλλον την πρόσβαση παιδιών στις πλατφόρμες τους.
Η «KGM» ήταν ανήλικη όταν φέρεται να ανέπτυξε εθισμό στις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης. Υποστηρίζει ότι αυτές είχαν επιζήμια επίδραση στην ψυχική της υγεία, οδηγώντας σε αυξημένη κατάθλιψη και αυτοκτονικό ιδεασμό. Η αγωγή της κατηγορεί τις εταιρείες ότι έλαβαν σκόπιμες σχεδιαστικές αποφάσεις ώστε να προσαρμόσουν τις πλατφόρμες τους και να τις καταστήσουν πιο εθιστικές για ανηλίκους, με σκοπό την αύξηση των εσόδων.
Εάν η υπόθεσή της ευδοκιμήσει, θα μπορούσε να παρακάμψει τις συνταγματικές προστασίες της Πρώτης Τροπολογίας και το Άρθρο 230, που προστατεύει τις τεχνολογικές εταιρείες από ευθύνη που απορρέει από υλικό στις πλατφόρμες τους.
Στην αγωγή αναφέρεται ότι, αντλώντας σε μεγάλο βαθμό από συμπεριφορικές και νευροβιολογικές τεχνικές που χρησιμοποιούνται στα μηχανήματα τυχερών παιχνιδιών και αξιοποιήθηκαν από τη βιομηχανία τσιγάρων, οι εναγόμενοι ενσωμάτωσαν σκόπιμα στα προϊόντα τους μια σειρά σχεδιαστικών χαρακτηριστικών με στόχο τη μεγιστοποίηση της εμπλοκής των νέων, ώστε να ενισχυθούν τα διαφημιστικά έσοδα.
Ο Λάνιερ υποστήριξε στις 9 Φεβρουαρίου ότι η Meta και η Google θα προσπαθήσουν να «ρίξουν την ευθύνη στο μικρό κορίτσι και στους γονείς της για την παγίδα που οι ίδιες κατασκεύασαν», αναφερόμενος στην «KGM».
Αμφισβήτησε επίσης τη δημόσια θέση των εταιρειών ότι επιδιώκουν να προστατεύουν τους ανηλίκους και να εισάγουν δικλίδες ασφαλείας στις πλατφόρμες τους, παραπέμποντας σε εσωτερικά έγγραφα που, όπως είπε, σκιαγραφούν διαφορετική εικόνα και περιλαμβάνουν αναφορές σε πολύ μικρά παιδιά ως μέρος των ομάδων-στόχων τους.
Ο Λάνιερ προχώρησε ακόμη περισσότερο, κατηγορώντας τους τεχνολογικούς κολοσσούς ότι σχεδίασαν ένα «χαρακτηριστικό που απευθύνεται στη λαχτάρα ενός ανηλίκου για κοινωνική επιβεβαίωση», αναφερόμενος στα κουμπιά «μου αρέσει» και σε συναφή χαρακτηριστικά των πλατφορμών. Όπως υποστήριξε, για έναν έφηβο η κοινωνική επιβεβαίωση ισοδυναμεί με επιβίωση.
Η Meta διαφωνεί έντονα με τους ισχυρισμούς της αγωγής και, σύμφωνα με πρόσφατη δήλωση εκπροσώπου της, είναι βέβαιη ότι τα αποδεικτικά στοιχεία θα καταδείξουν τη μακροχρόνια δέσμευσή της στη στήριξη των νέων ανθρώπων. Ο εκπρόσωπος της Google, Χοσέ Καστανιέδα (José Castañeda), υπερασπίστηκε το YouTube σε δήλωσή του, αναφέροντας ότι οι κατηγορίες είναι απλώς αναληθείς. Όπως ανέφερε, η παροχή μιας ασφαλέστερης και υγιέστερης εμπειρίας για τους νέους αποτελούσε πάντοτε βασικό πυλώνα της δουλειάς της εταιρείας.
Η δίκη, η οποία αναμένεται να διαρκέσει έξι έως οκτώ εβδομάδες, ενδέχεται να περιλάβει κατάθεση του διευθύνοντος συμβούλου της Meta, Μαρκ Ζάκερμπεργκ. Ειδικοί έχουν συγκρίνει την υπόθεση με εκείνη κατά της καπνοβιομηχανίας που οδήγησε σε συμβιβασμό το 1998, υποχρεώνοντας πολλές εταιρείες να καταβάλουν δισεκατομμύρια για δαπάνες ιατρικής περίθαλψης και να τερματίσουν τη στοχευμένη προώθηση προϊόντων σε ανηλίκους.








