Οι Ηνωμένες Πολιτείες φιλοξένησαν περισσότερες από 55 χώρες στην πρώτη Υπουργική Διάσκεψη για τα Κρίσιμα Ορυκτά στις 4 Φεβρουαρίου, ανακοινώνοντας τη δημιουργία μιας ζώνης προτιμησιακού εμπορίου που προσφέρει στα μέλη σταθερές και προβλέψιμες συνθήκες για τη δυναμική επαναφορά τους στον κλάδο.
Στις εναρκτήριες ομιλίες, έγινε συχνή αναφορά στην ισχύ που άσκησε πέρυσι το Πεκίνο, όταν απείλησε να υποβάλει τη διεθνή προσφορά των ορυκτών στην έγκριση του καθεστώτος της Κίνας κατά περίπτωση. Ωστόσο, οι αξιωματούχοι απέφυγαν να κατονομάσουν ευθέως την Κίνα. Σύμφωνα με τον αντιπρόεδρο Τζ. Ντ. Βανς, οι συμμετέχοντες εκπροσωπούσαν περίπου τα δύο τρίτα του παγκόσμιου ΑΕΠ.
Δεν είχαν ενταχθεί όλοι οι συμμετέχοντες ως μέλη. Ο υπουργός Εσωτερικών, Νταγκ Μπέργκαμ, είχε δηλώσει στις 3 Φεβρουαρίου ότι «11 χώρες έχουν ήδη υπογράψει και άλλες 20 εκδήλωσαν ενδιαφέρον να συμμετάσχουν». Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ δεν δημοσιοποίησε τον κατάλογο των συμμετεχόντων ή μελών.
«Όλοι εδώ έχουν ρόλο να διαδραματίσουν», τόνισε ο Ρούμπιο. «Οι χώρες που βρισκόμαστε σήμερα εδώ αντιπροσωπεύουμε τους μεγαλύτερους καταναλωτές προϊόντων κρίσιμων ορυκτών, που από κοινού διαθέτουν την αγοραστική δύναμη να χτίσουν μια πιο ανθεκτική και διαφοροποιημένη αγορά».
Πώς η αρπακτική τιμολόγηση αποδυνάμωσε τη βιομηχανία
Ο Ρούμπιο περιέγραψε πώς οι Ηνωμένες Πολιτείες, όπως και πολλές άλλες χώρες, τα τελευταία χρόνια μετέφεραν στο εξωτερικό την εξόρυξη και τη μεταποίηση, ώσπου «μια μέρα ξυπνήσαμε και συνειδητοποιήσαμε ότι είχαμε υπονομεύσει την οικονομική μας ασφάλεια και το μέλλον μας». Ο Βανς σημείωσε ότι πολλές χώρες περιέγραψαν παρόμοιες εμπειρίες: κάθε προσπάθεια να επανεκκινήσουν μεταλλευτικές δραστηριότητες να ναυαγεί λίγο πριν την ολοκλήρωση λόγω επιθετικού ανταγωνισμού στις τιμές.
«Μετά από χρόνια σχεδιασμού και αδειοδοτήσεων, ακριβώς πριν ξεκινήσει η λειτουργία ενός ορυχείου ή μιας επιχείρησης, ένας ανταγωνιστής πλημμυρίζει την αγορά με το συγκεκριμένο ορυκτό. Οι τιμές καταρρέουν, οι επενδυτές αποχωρούν», εξήγησε ο Βανς. «Το έργο κλείνει και, αφού ο ανταγωνισμός εξαλειφθεί, συχνά η τιμή του ορυκτού εκτινάσσεται. Αυτό το έχουμε όλοι δει να συμβαίνει στις χώρες μας». Η επανάληψη αυτού του μοτίβου απομάκρυνε τους επενδυτές από την αγορά κρίσιμων ορυκτών, σύμφωνα με τον Βανς.
«Η διεθνής αγορά κρίσιμων ορυκτών αποτυγχάνει», υπογράμμισε. «Αδυνατεί να δημιουργήσει εσωτερικές αγορές ή αξιοπρεπείς θέσεις εργασίας για το εργατικό μας δυναμικό και αδυνατεί να διασφαλίσει τις χώρες μας».
«Οι εφοδιαστικές αλυσίδες παραμένουν εύθραυστες, ενώ οι τιμές των περιουσιακών στοιχείων και των πρώτων υλών παραμένουν απίστευτα συμπιεσμένες, υπό την επίδραση δυνάμεων που ξεπερνούν τη θέληση κάθε επιμέρους χώρας. Διακρίνουμε τα χαρακτηριστικά μιας αγοράς τόσο παραμορφωμένης, που τιμωρεί τις στρατηγικές επενδύσεις, τη διαφοροποίηση, ακόμη και το μακροπρόθεσμο σχεδιασμό. Πρόκειται για παράνοια».
Ενδεικτικά, η κυβέρνηση έχει περικόψει τον χρόνο αδειοδότησης ορυχείων, με τη S&P Global Market Intelligence να διαπιστώνει ότι απαιτούνταν κατά μέσο όρο 29 χρόνια για το άνοιγμα ενός ορυχείου στις ΗΠΑ. Ωστόσο, ακόμη και αυτές οι διευκολύνσεις δεν επαρκούν, σύμφωνα με τον Βανς, εάν οι επενδυτές πιστεύουν ότι το εγχείρημά τους μπορεί να υποσκαφτεί ανά πάσα στιγμή.
Επιβολή μέσω δασμών
Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, κατά τη δεύτερη θητεία του, στήριξε δυναμικά τα σχήματα δημόσιου-ιδιωτικού τομέα, τις ιδιωτικές επενδύσεις και την πρώτη στο είδος της στρατηγική αποθήκη κρίσιμων ορυκτών για πολιτική χρήση. Η ζώνη προτιμησιακού εμπορίου που επιδιώκει να διαμορφώσει η Ουάσιγκτον, σε συνεργασία με τις χώρες της υπουργικής διάσκεψης, θα κατοχυρώσει ελάχιστες τιμές μέσω ρυθμιζόμενων δασμών, όπως αναφέρουν κυβερνητικοί παράγοντες.
«Τα οφέλη θα είναι άμεσα και διαρκή, ανεξαρτήτως του πόσο υλικό διακινείται στην αγορά», τόνισε ο Βανς. «Στόχος είναι η αύξηση της παραγωγής σε όλα τα στάδια εντός της νέας ζώνης, με σταθερές και προβλέψιμες συνθήκες για τις επενδύσεις και δυνατότητα περαιτέρω αυτάρκειας».
«Τα μέλη οφείλουν να δεσμευτούν σε ελάχιστες τιμές που αντανακλούν την πραγματική και δίκαιη αξία της αγοράς», σημείωσε ο Βανς. «Έχουμε περάσει χρόνια περιγράφοντας το πρόβλημα», συμπλήρωσε. «Το πλαίσιο που έχουμε μπροστά μας συνιστά αλλαγή: είναι μια ρεαλιστική και εφαρμόσιμη προσέγγιση για την επίλυση του προβλήματος, όχι απλώς μια παραδοχή του».
Σύμπραξη ΕΕ, Ιαπωνία, Μεξικό
Ο Αμερικανός εκπρόσωπος διεθνούς εμπορίου, Τζέιμσον Γκριρ, ανακοίνωσε στις 4 Φεβρουαρίου την εφαρμογή του πρώτου Σχεδίου Δράσης για τα Κρίσιμα Ορυκτά ΗΠΑ-Μεξικού. Οι δύο χώρες θα συντονίσουν την πολιτική τους σε τομείς όπως οι δασμοί, τα στρατηγικά αποθέματα και η χαρτογράφηση κοιτασμάτων, ως μέτρα προστασίας της εφοδιαστικής αλυσίδας.
Επίσης, ο πρεσβευτής γνωστοποίησε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Ιαπωνία δημιούργησαν στον ίδιο υπουργικό κύκλο μια στρατηγική συνεργασία με νέο κοινό σχέδιο δράσης. «Τα κράτη θα υπογράψουν στη διάρκεια των επόμενων 30 ημερών Μνημόνιο Συνεργασίας για να καθορίσουν πεδία κοινών πρωτοβουλιών με στόχο την ενίσχυση της ανθεκτικότητας της εφοδιαστικής αλυσίδας», σύμφωνα με το Γραφείο του Αμερικανού Εκπροσώπου Εμπορίου. Οι συμμετέχουσες χώρες θα συντονίσουν και θα διαβουλευθούν για τον καθορισμό των ελάχιστων τιμών και θα συνάψουν δεσμευτικές συμφωνίες για το εμπόριο κρίσιμων ορυκτών.








