Με φόντο τις νέες εντάσεις στη Μέση Ανατολή και την αμερικανο-ισραηλινή επίθεση κατά του ισλαμικού καθεστώτος στο Ιράν, η Αγιάν Χίρσι Άλι [Ayaan Hirsi Ali] προβλέπει ότι σε περίπτωση που υποστούν ήττα στην περιοχή τους, είναι πολύ πιθανόν οι ηγέτες των ισλαμιστικών κινημάτων να αναζητήσουν ασφαλές καταφύγιο στη Δύση, και δη στην Ευρώπη, όπου υπάρχουν οι βάσεις και οι υποδομές για να φιλοξενηθούν και να βρουν ευήκοα ώτα.
Το φαινόμενο της διείσδυσης του Ισλάμ στη Δύση απασχολεί την Άλι εδώ και χρόνια· εξετάζει αυτήν τη μακρά και σταδιακή, όπως λέει, διαδικασία τόσο από την πλευρά των ευρωπαϊκών πολιτικών όσο και από τη μεριά της ισλαμικής ατζέντας, αξιοποιώντας το πλεονέκτημά της να έχει έρθει σε στενή επαφή με όλες τις δεσπόζουσες ιδεολογίες της εποχής μας ήδη από μικρή ηλικία — Ισλάμ, χριστιανισμό, αθεΐα, κομμουνισμό, φιλελευθερισμό, ισλαμικά κινήματα, αριστερά κινήματα…
Αυτό που ξεχωρίζει την Άλι — η οποία σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο του Leiden, στην Ολλανδία —από τους περισσότερους μελετητές είναι ότι στη δική της περίπτωση το βίωμα προηγήθηκε της θεωρίας, δημιουργώντας τη βάση για μια βαθιά και εκ των έσω γνώση. Η ίδια περιγράφει τη ζωή της ως ταραγμένη και γεμάτη ανατροπές — και πράγματι έτσι ήταν.
Εδώ και χρόνια, είναι γνωστή για τη δριμεία κριτική που ασκεί στο Ισλάμ και τις παραδόσεις του, ακόμη και στα ιερά κείμενα του Κορανίου και στη ζωή του Μωάμεθ, έχοντας η ίδια βιώσει μερικές από τις πιο σκληρές πλευρές του. Ένα μέρος της παιδικής της ηλικίας το πέρασε στη Σαουδική Αραβία, ενώ στην εφηβεία της στην Κένυα ήρθε σε επαφή με την προπαγάνδα των ισλαμιστικών κινημάτων, που στρατολογούσαν νέους για την προώθηση του οράματος της αναβίωσης του χαλιφάτου και της καταστροφής της Δύσης.
Το κάλεσμα σε τζιχάντ, ιερό πόλεμο, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του ισλαμισμού, ισχυρίζεται η Άλι. Αν και στη θρησκεία του Ισλάμ μπορεί να ερμηνευτεί κυρίως ως εσωτερικός αγώνας κατά των πειρασμών, η πολιτική διάσταση του μωαμεθανισμού εστιάζει στην κυριολεκτική του έννοια, θεωρώντας κάθε ‘άπιστο’ — δηλαδή, κάθε μη μουσουλμάνο — ως εχθρό, ο οποίος πρέπει είτε να εξισλαμιστεί είτε να εξοντωθεί. Για έναν πιστό μουσουλμάνο, ο θάνατος ενός απίστου, δηλαδή μη μουσουλμάνου, δεν είναι αμαρτία αλλά καθήκον, εξηγεί, απαντώντας σε ερωτήσεις για τους μετριοπαθείς μουσουλμάνους. Σύμφωνα με τα λεγόμενά της, η εξάπλωση του Ισλάμ και η κατάκτηση των μη μουσουλμάνων βρίσκεται στο Κοράνι, στη βιογραφία του Προφήτη, στα χαντίθ — τα λόγια του Προφήτη.
Ο αγώνας των τζιχαντιστών έχει δύο μορφές, αναφέρει: τον ένοπλο αγώνα, που περιλαμβάνει τρομοκρατικά χτυπήματα κατά μεγαλύτερων ή μικρότερων στόχων, και τη διείσδυση, η οποία συνίσταται σε εξάπλωση των ισλαμιστών στις δυτικές κοινωνίες, αντίσταση στην αφομοίωση και διάβρωση των δυτικών κοινοτήτων εκ των έσω. Όπως σημειώνει σε ομιλία της, οι θρησκευτικοί ηγέτες δίνουν μεγάλη έμφαση στις εκκλήσεις τους προς τους μουσουλμάνους που ζουν σε ευρωπαϊκές πόλεις, ως προς τους ηθικούς κινδύνους της αφομοίωσης.
Σε συνδυασμό με την εντυπωσιακή αύξηση του πληθυσμού των ισλαμικών κοινοτήτων σε σχέση με τον πληθυσμό των χριστιανών, η μη αφομοίωσή τους, η σταθερή αντίσταση στις ευρωπαϊκές αξίες έχει αρχίσει να έχει εμφανή αντίκτυπο στη Δύση, και ιδιαίτερα στην Ευρώπη. Οι κοινωνίες αλλάζουν, η πολιτική επηρεάζεται, τα ήθη ομοίως. Οι μουσουλμάνοι, έχοντας διαμορφώσει μία «ανίερη συμμαχία» με την αριστερά, δίνουν την ψήφο τους στα εργατικά κόμματα, λαμβάνοντας υποστήριξη μέσω των πολιτικών υπέρ της πολυπολιτισμικότητας, κατά της ‘ισλαμοφοβίας’ και του ρατσισμού, κατά του καταδικαστέου προτύπου του ‘λευκού αποικιοκράτη καταπιεστή’. Οι αρχικές αδιόρατες μεταβολές διογκώθηκαν στο διάστημα μιας εικοσαετίας, δημιουργώντας τα φαινόμενα που βλέπουμε σήμερα περισσότερο στην Ευρώπη, αλλά και στον Καναδά, στις ΗΠΑ, στην Αυστραλία, σε επίπεδο πολιτικό, κοινωνικό, αξιακό.
Ως μέρος της επιρροής τους επισημαίνει την αποδυνάμωση της διδασκαλίας για το Ολοκαύτωμα από τα ολλανδικά σχολεία. Αυτό, όπως υπογραμμίζει η Άλι, είχε ως αποτέλεσμα την ελλιπή μόρφωση των νεότερων γενεών και τελικά τη δυσκολία τους να αναγνωρίζουν τον αντισημιτισμό για αυτό που είναι.
Για το Ισλάμ, αναφέρει, το Ισραήλ είναι ο «μικρός Σατανάς», ενώ η Αμερική ο «μεγάλος». Η εξάλειψη των Εβραίων αποτελεί έναν από τους στόχους των ισλαμιστών, αφού πρόκειται για λαό που δεν εγκαταλείπει την πίστη του, δεν εξισλαμίζεται, σημειώνει δε ότι αυτός ο στόχος δεν συνδέεται με την ύπαρξη ή όχι ενός παλαιστινιακού κράτους. Μεγάλο μέρος της ισλαμιστικής ρητορείας είναι αφιερωμένο στην καλλιέργεια αντισημιτικών αισθημάτων μεταξύ των πιστών του Ισλάμ, ρητορεία που διαδίδεται μέσω των χώρων λατρείας (τζαμιών), των μουσουλμανικών σχολείων, έντυπου υλικού, κλπ. Μέσω αυτής της ρητορείας, και σε συνδυασμό με τις αριστερές αφηγήσεις και την έλλειψη ιστορικών γνώσεων, οι Εβραίοι δαιμονοποιούνται εκ νέου, με αποτέλεσμα την επικράτηση μιας στρεβλής αντίληψης για τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, υποστηρίζει, τονίζοντας ότι οι Δυτικοί υποτιμούν τη θρησκευτική διάσταση του ζητήματος.
Η νέα άνοδος του αντισημιτισμού, η αποδοχή της ισλαμιστικής ρητορικής, η ανοχή σε πράξεις και αντιλήψεις που στην πραγματικότητα αντιβαίνουν τις αρχές και τις αξίες πάνω στις οποίες οικοδομήθηκε η Ευρώπη και οι άλλες δυτικές κοινωνίες, έγιναν δυνατά, κατά την Άλι, χάρη στην υπονόμευση των θεμελιωδών ευρωπαϊκών αξιών, στην ανάπτυξη ενός ενοχικού συνδρόμου και στην έλλειψη γνώσεων.
Κατονομάζοντας αυτά τα κενά, η Άλι μιλά για την απαξίωση και γελοιοποίηση του Χριστιανισμού, που κατήντησε ένα «δεισιδαιμονικό αξεσουάρ» για μια γραφική μερίδα του πληθυσμού· για την ενοχή που ανέπτυξε η Δύση για τις κατακτήσεις της, την αποικιοκρατία, το δουλεμπόριο, την ευμάρεια που απολάμβανε για χρόνια εις βάρος άλλων λαών, η οποία συμπυκνώθηκε στη δαιμονοποίηση του ‘λευκού (αρσενικού) αποικιοκράτη/καταπιεστή’, συμπαρασύροντας και κάθε θετικό στοιχείο που συνδεόταν με εκείνη την εποχή· για την άγνοια της πραγματικής εβραϊκής ιστορίας — που ξεκίνησε από τα εδάφη όπου ιδρύθηκε το σύγχρονο Ισραήλ — αλλά και της αληθινής φύσης του Ισλάμ.
Όπως εξηγεί, οι δυτικές κοινωνίες αδυνατούν να κατανοήσουν το Ισλάμ, αφ΄ενός γιατί το βλέπουν υπό το πρίσμα του πολιτισμικού σχετικισμού, σύμφωνα με τον οποίο όλοι οι πολιτισμοί είναι καλοί, απλώς διαφορετικοί, αφ’ ετέρου γιατί το αντιλαμβάνονται σαν μια παραλλαγή του Χριστιανισμού — ως ακόμη μία μονοθεϊστική θρησκεία. Ωστόσο, οι διαφορές μεταξύ των δύο είναι θεμελιώδεις και δεν μπορούν να καλυφθούν, σημειώνει, με κυριότερη τη θέση που παίρνει η κάθε μία σε σχέση με τα εγκόσμια. Για τους χριστιανούς, η διάκριση μεταξύ της Πολιτείας και του θείου νόμου είναι σαφής, και ενυπάρχει στη διδασκαλία του Χριστού: «Απόδοτε του Καίσαρος Καίσαρι, και τα του Θεού τω Θεώ». Στις χριστιανικές κοινωνίες, δηλαδή, οι υποθέσεις μεταξύ των ανθρώπων ρυθμίζονται από την κοσμική εξουσία, και αυτό είναι σύμφωνο με τη θεία τάξη των πραγμάτων. Στον αντίποδα, οι μουσουλμάνοι δεν αναγνωρίζουν άλλον νόμο από τον θεϊκό, κατά συνέπεια ούτε το δικαίωμα του ανθρώπου να νομοθετεί, και οι κοινωνίες τους μπορούν να είναι μόνο θεοκρατικές.
Ερωτηθείσα για το αν το Ισλάμ είναι συμβατό με τη δημοκρατία, απαντά χωρίς δισταγμό αρνητικά, αναφέροντας ότι η υποταγή στους ανθρώπινους νόμους είναι αντί-ισλαμική. Ως πυλώνες του αναφέρει τον φόβο (Θεού, αλλά και ανθρώπων), την απόλυτη υποταγή και υπακοή, την απουσία ερωτήσεων και αμφισβήτησης.
Συγκρίνει τις πιο βασικές διδασκαλίες των δύο θρησκειών και υπενθυμίζει ότι ο Χριστιανισμός διδάσκει την αγάπη για τον πλησίον και τη συνεργασία· «Ο Χριστός ζήτησε από τους μαθητές Του να μην ασκήσουν ποτέ βία στο όνομά Του ούτε να εξαναγκάσουν κανέναν να πιστέψει», αναφέρει. Ωστόσο, λέει ότι το Ισλάμ διδάσκει ότι είναι μια θεάρεστη πράξη η εξολόθρευση ενός απίστου, αν αυτός δεν συμφωνήσει να εξισλαμιστεί.
Στο φαινόμενο της ισλαμοποίησης των ευρωπαϊκών κοινωνιών αντιτάσσει την αφομοίωση των μεταναστών: «Οι δυτικές χώρες πρέπει να απαιτήσουν από τους μουσουλμάνους που έρχονται να ζήσουν σε αυτές να αναγνωρίσουν τους νόμους και τις αρχές τους […] Κανείς δεν μπορεί να υπηρετεί δύο κυρίους», τονίζει. «Οι δομές που διαδίδουν ιδέες που αντίκεινται στις δυτικές αξίες πρέπει να καταργηθούν και η Σαρία (σ.σ. ο ισλαμικός θρησκευτικός νόμος) να απαγορευτεί [στις δυτικές χώρες]». Απαντώντας σε μια πιθανή ένσταση περί ατομικών ελευθεριών και ελευθερίας συνείδησης, τονίζει ότι αυτό δεν αφορά την προσωπική πίστη αλλά την οργανωμένη, και οτιδήποτε υποσκάπτει τα θεμέλια των δυτικών κοινωνιών, υποστηρίζοντας ότι μια μεγάλη μερίδα μουσουλμάνων λειτουργεί καθοδηγούμενη από τους θρησκευτικούς ηγέτες. «Για τη Δύση, είναι θέμα αυτοσυντήρησης».
Οι απόψεις που διατυπώνονται στο παρόν άρθρο δεν αντικατοπτρίζουν κατ’ ανάγκην τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.








