Περισσότεροι από 3.000 άνθρωποι έχουν χάσει τη ζωή τους στις πανεθνικές διαδηλώσεις στο Ιράν, σύμφωνα με οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων που επικαλούνται στοιχεία της 16ης Ιανουαρίου, ενώ οι κάτοικοι της χώρας αναφέρουν ότι τα επεισόδια έχουν σχεδόν εκλείψει έπειτα από σκληρότατη καταστολή.
Τα κρατικά μέσα ενημέρωσης του Ιράν μετέδωσαν πως οι αρχές συνεχίζουν τις συλλήψεις, την ώρα που σκληροπυρηνικοί αξιωματούχοι εντείνουν τις φωνές για εκτελέσεις συλληφθέντων διαδηλωτών.
Το ειδησεογραφικό πρακτορείο ανθρωπίνων δικαιωμάτων που εδρεύει στις Ηνωμένες Πολιτείες επιβεβαίωσε ότι έως τη συμπλήρωση 20 ημερών διαδηλώσεων έχουν ταυτοποιηθεί 3.090 θύματα, εκ των οποίων οι 2.885 είναι διαδηλωτές. Το HRANA αναφέρει ότι μεταξύ των νεκρών συγκαταλέγονται επίσης 165 μέλη των δυνάμεων ασφαλείας και της κυβέρνησης, καθώς και 21 πολίτες που δεν συμμετείχαν στις διαδηλώσεις, μεταξύ των οποίων 19 παιδιά.
Το Ιράν μέχρι στιγμής δεν έχει δημοσιοποιήσει επίσημα στοιχεία νεκρών, απορρίπτοντας τις κατηγορίες για μαζικές δολοφονίες ειρηνικών διαδηλωτών και αποδίδοντας τη βία σε «οπλισμένους ταραξίες» και «τρομοκρατικές οργανώσεις που υποστηρίζονται από ξένες δυνάμεις».
Κάτοικοι της Τεχεράνης σημειώνουν ότι η πρωτεύουσα παραμένει σχετικά ήρεμη εδώ και τέσσερις ημέρες, χωρίς μείζονες διαμαρτυρίες στις 15 και 16 Ιανουαρίου, μετά από κορύφωση συγκρούσεων που ξεκίνησαν στις 28 Δεκεμβρίου με αφορμή τη δεινή οικονομική κατάσταση και αιτήματα για τερματισμό της θεοκρατικής διακυβέρνησης.

Η ηρεμία αυτή έρχεται σε αντίθεση Ιανουαρίουμε την κλιμάκωση της πολιτικής και διπλωματικής πίεσης που δέχεται η Τεχεράνη λόγω του αιματοκυλίσματος, ενώ η ρητορική τμήματος της θρησκευτικής ηγεσίας γίνεται ολοένα και πιο ακραία, συνοδευόμενη από απειλές κατά του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ.
Ο Τραμπ, ο οποίος είχε προειδοποιήσει ότι θα υπάρξουν «σκληρές ενέργειες» αν ξεκινήσουν εκτελέσεις διαδηλωτών, εμφανίστηκε διαλλακτικός στις 16 Ιανουαρίου, ευχαριστώντας δημόσια την ιρανική ηγεσία επειδή δεν προχώρησε σε μαζικούς απαγχονισμούς. Η στάση αυτή εκλήφθηκε ως ενδεχόμενο βήμα πίσω από προηγούμενες απειλές, αν και ο Λευκός Οίκος επανέλαβε ότι οι μαζικές εκτελέσεις και η δολοφονία ειρηνικών διαδηλωτών παραμένουν μεταξύ των «κόκκινων γραμμών» της Ουάσιγκτον.
Η Ουάσιγκτον προειδοποιεί το Ιράν να μην επιτεθεί σε αμερικανικές βάσεις
Στις 17 Ιανουαρίου, η Ουάσιγκτον προειδοποίησε την Τεχεράνη να μην στοχοποιήσει αμερικανικές βάσεις, διαμηνύοντας μέσω του λογαριασμού του Στέιτ Ντιπάρτμεντ στα περσικά ότι οι ΗΠΑ παρακολουθούν στενά σχετικές πληροφορίες για επικείμενες κινήσεις. Ο λογαριασμός παρέθεσε δήλωση του Τραμπ: «Κάθε επίθεση σε αμερικανικούς στόχους θα απαντηθεί με πολύ, πολύ ισχυρή δύναμη».
Το Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ ανακοίνωσε ότι έχει στη διάθεσή του στοιχεία πως το Ιράν εξετάζει στρατιωτικές ενέργειες κατά αμερικανικών βάσεων, προειδοποιώντας τη ιρανική ηγεσία να μην δοκιμάσει την αποφασιστικότητα του Τραμπ. «Εάν το καθεστώς της Ισλαμικής Δημοκρατίας επιτεθεί σε αμερικανικούς στόχους, θα έρθει αντιμέτωπο με πολύ, πολύ ισχυρή απάντηση. Το έχουμε πει και το ξαναλέμε: μην παίζετε με τον πρόεδρο Τραμπ», τονίζει η ανακοίνωση.
Φήμες για προετοιμασία επιθέσεων του Ιράν σε αμερικανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις πληθαίνουν. Ο υποστράτηγος των Φρουρών της Επανάστασης και μέλος του Συμβουλίου Εντοπισμού Συμφερόντων, Μοχσέν Ρεζαΐ, απηύθυνε ευθεία απειλή στον Τραμπ: «Ο Τραμπ λέει πως έχει το δάχτυλο στη σκανδάλη. Θα του κόψουμε και το χέρι και το δάχτυλο», δήλωσε στις 15 Ιανουαρίου, σύμφωνα με το πρακτορείο Iran International News Agency. Προειδοποίησε ότι το Ιράν δεν θα δεχθεί κατάπαυση πυρός αν δεχθεί επίθεση: «Αν προχωρήσουμε, δεν υπάρχει πλέον περιθώριο για κατάπαυση πυρός. Δεν λαμβάνετε υπόψη την αυτοσυγκράτηση και τη στρατηγική υπομονή που έχουμε επιδείξει. Σταματήστε αμέσως. Κάντε πίσω – αλλιώς καμία από τις βάσεις σας στην περιοχή δεν θα είναι ασφαλής».
Οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούν ισχυρή στρατιωτική παρουσία σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή, με δεκάδες σημεία ανάπτυξης στρατευμάτων και κομβικές βάσεις αεροπορικής, ναυτικής και υποστήριξης πληροφοριών. Η Αλ Ουντέιντ στο Κατάρ είναι η μεγαλύτερη αμερικανική βάση στην περιοχή, που κατά περιόδους φιλοξενεί πάνω από 8.000 Αμερικανούς και δυνάμεις του συνασπισμού.
Τον Ιούνιο, το Ιράν εκτόξευσε βαλλιστικούς πυραύλους προς την Αλ Ουντέιντ μόλις δύο ημέρες μετά από αεροπορικά πλήγματα των ΗΠΑ εναντίον ιρανικών πυρηνικών εγκαταστάσεων, υπογραμμίζοντας τη στρατηγική σημασία της βάσης σε περίπτωση νέας κλιμάκωσης.
Στις 14 Ιανουαρίου, η αμερικανική πρεσβεία στη Σαουδική Αραβία συνέστησε στους Αμερικανούς της περιοχής να τηρούν αυξημένα μέτρα αυτοπροστασίας και να αποφεύγουν μετακινήσεις προς αμερικανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις, λόγω απειλών από Ιρανούς αξιωματούχους ότι η Τεχεράνη είναι έτοιμη να καταφύγει σε χρήση βίας.

Οι Ιρανοί ηγέτες κατηγορούν τις ΗΠΑ – Κληρικοί ζητούν εκτελέσεις
Ο ανώτατος ηγέτης του Ιράν, αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, κλιμάκωσε τη ρητορική του κατά των Ηνωμένων Πολιτειών στις 17 Ιανουαρίου, κατηγορώντας απευθείας τον Τραμπ για υποκίνηση ταραχών και τέλεση εγκλημάτων κατά του ιρανικού λαού. «Η πρόσφατη στάση ήταν αμερικανική. Ο σκοπός της Αμερικής είναι να καταπιεί το Ιράν», τόνισε σε συνάντηση με χιλιάδες υποστηρικτές, σύμφωνα με το ημιεπίσημο πρακτορείο Tasnim.
Συνέχισε λέγοντας: «Στη νέα αυτή ταραχή, ο πρόεδρος των ΗΠΑ παρενέβη προσωπικά – μίλησε, απείλησε, ενθάρρυνε και στήριξε τους ταραξίες. Ο ιρανικός λαός έσπασε τη μέση της συνωμοσίας και θα σπάσει και τη μέση των συνωμοτών».
Ο Χαμενεΐ αναγνώρισε τα οικονομικά προβλήματα που πυροδότησαν την κρίση, σημειώνοντας: «Η οικονομική κατάσταση του λαού έχει πραγματικά προβλήματα και οι αρμόδιοι πρέπει να εργάζονται διπλά σκληρά πάνω σ’ αυτό».
Ταυτοχρόνως, σκληροπυρηνικά στοιχεία στους πολιτικούς και θρησκευτικούς κύκλους της χώρας ενίσχυσαν τις αξιώσεις για σκληρότερη αντιμετώπιση των συλληφθέντων, απαιτώντας μέχρι και θανατικές ποινές.
Ο αγιατολάχ Αχμάντ Χαταμί, κορυφαίος ιερωμένος και μέλος της Συνέλευσης των Ειδικών και του Συμβουλίου Φρουρών, κάλεσε ανοιχτά σε εκτελέσεις διαδηλωτών κατά τη διάρκεια πύρινου κηρύγματος στις 16 Ιανουαρίου, το οποίο μεταδόθηκε από το κρατικό ραδιόφωνο. Το κήρυγμά του προκάλεσε συνθήματα του τύπου: «Οι ένοπλοι υποκριτές πρέπει να πεθάνουν».

Ο Χαταμί κατηγόρησε τους διαδηλωτές ως «υπηρέτες του Ισραηλινού πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου» και «στρατιώτες του Τραμπ», προειδοποιώντας τους δύο ηγέτες να περιμένουν «σκληρή εκδίκηση από το καθεστώς». Συμπλήρωσε: «Οι Αμερικανοί και οι Σιωνιστές ας μην περιμένουν ειρήνη».
Στις 13 Ιανουαρίου, ο Τραμπ είχε καλέσει μέσω του Truth Social σε συνέχιση των διαδηλώσεων κατά του ιρανικού καθεστώτος, ζητώντας από τους πολίτες «να κρατήσουν στοιχεία για τους δολοφόνους και τους βασανιστές. Αυτοί θα πληρώσουν ακριβά», υπογράμμισε, προσθέτοντας ότι όλες οι επαφές με Ιρανούς αξιωματούχους έχουν διακοπεί μέχρι να σταματήσουν οι εκτελέσεις.
«Η βοήθεια έρχεται», υποστήριξε, απαντώντας σε ερώτηση για το τέλος της κρίσης, παραπέμποντας στη θητεία του και στην εξόντωση του Ιρανού στρατηγού Κασέμ Σουλεϊμανί και του ηγέτη του ISIS, Αμπού Μπακρ αλ-Μπαγκντάντι. «Δεν θέλουμε να επαναληφθεί στο Ιράν ό,τι συνέβη», τόνισε χαρακτηριστικά.
«Αν θέλουν διαδηλώσεις, αυτό είναι άλλο θέμα. Όταν αρχίζουν να σκοτώνουν χιλιάδες ανθρώπους και τώρα μιλάτε για απαγχονισμούς, θα δούμε πώς θα εξελιχθεί αυτό για εκείνους. Δεν θα τους βγει σε καλό», κατέληξε.
Με πληροφορίες από το Associated Press








