Δεκαέξι ακαδημαϊκοί υπέγραψαν ανοικτή επιστολή προς τον ιατροδικαστή της πολιτείας της Δυτικής Αυστραλίας, ζητώντας τη διενέργεια επίσημης δημόσιας δικαστικής έρευνας για πιθανή σύνδεση του θανάτου της Βιρτζίνια Τζούφρε με περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας. Παρότι η αστυνομία χαρακτήρισε τον θάνατό της αυτοκτονία, οι ακαδημαϊκοί υποστηρίζουν ότι υπάρχουν επαρκή στοιχεία που δικαιολογούν περαιτέρω διερεύνηση.
Η Τζούφρε πέθανε στις 25 Απριλίου 2025, σε ηλικία 41 ετών, στο αγρόκτημά της στη Δυτική Αυστραλία, αφήνοντας πίσω της τρία παιδιά που είχε αποκτήσει με τον σύζυγό της, Ρόμπερτ Τζούφρε. Στις 30 Μαρτίου είχε κάνει την τελευταία της ανάρτηση στο Instagram, υποστηρίζοντας ότι είχε υποστεί νεφρική ανεπάρκεια έπειτα από ατύχημα με λεωφορείο και ότι οι γιατροί τής είχαν δώσει μόλις τέσσερις ημέρες ζωής.
Η ανάρτηση συνοδευόταν από φωτογραφία στην οποία εμφανιζόταν ξαπλωμένη στο πλάι, σε κρεβάτι που έμοιαζε νοσοκομειακό, με εμφανείς μώλωπες στο πρόσωπό της.
Η επιστολή, που δημοσιεύθηκε από το Κέντρο για την Εξάλειψη της Βίας κατά των Γυναικών (Centre for the Elimination of Violence Against Women – CEVAW) της Νομικής Σχολής της Μελβούρνης, φέρει τις υπογραφές δεκαέξι ακαδημαϊκών, όλοι ερευνητές και ειδικοί σε θέματα ενδοοικογενειακής βίας και βίας κατά των γυναικών. Οι υπογράφοντες αναφέρουν ότι υπάρχουν «στοιχεία που καθιστούν μια τέτοια έρευνα […] αναγκαία».
Σύνδεση μεταξύ αυτοκτονιών και ενδοοικογενειακής βίας
Οι ακαδημαϊκοί επικαλούνται στατιστικά στοιχεία που συνδέουν τις αυτοκτονίες με την εμπειρία οικογενειακής βίας — μεταξύ αυτών και έρευνα του Συνηγόρου του Πολίτη του 2017, σύμφωνα με την οποία το 56% των γυναικών και παιδιών που αυτοκτόνησαν εκείνη τη χρονιά στη Δυτική Αυστραλία ήταν θύματα ενδοοικογενειακής βίας.
Στην επιστολή σημειώνεται ότι το ποσοστό αυτό είναι σχεδόν βέβαιο πως αποτελεί χαμηλότερο από το πραγματικό, λόγω της ευρέως τεκμηριωμένης ελλιπούς αναφοράς περιστατικών ενδοοικογενειακής και οικογενειακής βίας στα επίσημα συστήματα καταγραφής. Επισημαίνεται δε ότι νεότερα ερευνητικά δεδομένα υποδηλώνουν πως οι αυτοκτονίες που συνδέονται με περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας ενδέχεται να είναι έως και τρεις φορές περισσότερες από τις δολοφονίες γυναικών από συντρόφους τους.
Σύμφωνα με τους ακαδημαϊκούς, οι ιατροδικαστικές διαδικασίες αντιμετωπίζουν πολύ συχνά την ψυχική ασθένεια ως το βασικό ερμηνευτικό πλαίσιο, αποκρύπτοντας τον ρόλο του εξαναγκαστικού ελέγχου και των συστημικών αποτυχιών. Προσθέτουν ότι η έρευνα έχει αναδείξει την απομάκρυνση των παιδιών ως σημαντικό παράγοντα που συμβάλλει στην απελπισία των θυμάτων, ενώ η εργαλειοποίηση νομικών μηχανισμών, συμπεριλαμβανομένων των περιοριστικών διαταγών, αποτελεί επίσης καλά τεκμηριωμένη τακτική εξαναγκαστικού ελέγχου.
Η ίδια η Τζούφρε, σε ανάρτησή της τον Μάρτιο του 2025, είχε εκφράσει την οδύνη της για την αποξένωσή της από τα παιδιά της, γράφοντας ότι τα αγαπημένα της παιδιά δεν είχαν ιδέα πόσο τα αγαπούσε, ότι δηλητηριάζονταν με ψέματα και ότι της έλειπαν πάρα πολύ.
Έκκληση για δημόσια έρευνα
Οι ακαδημαϊκοί έγραψαν ότι ο θάνατος της Βιρτζίνια Τζούφρε είναι ασυνήθιστος μόνο επειδή είναι ορατός στο κοινό. Όπως σημείωσαν, λόγω της δημόσιας προβολής της υπάρχει ένα ασυνήθιστα λεπτομερές αρχείο των τελευταίων μηνών της ζωής της, το οποίο συνάδει σε μεγάλο βαθμό με όσα δείχνει η έρευνα για τον τρόπο με τον οποίο συμβαίνουν αυτοί οι θάνατοι και για το πώς συχνά παραβλέπονται.
Ανέφεραν ακόμη ότι οι συνθήκες των τελευταίων μηνών της ζωής της, όπως έχουν δημοσιοποιηθεί, είναι συμβατές με τα πρότυπα που περιγράφονται παραπάνω και ότι μια δημόσια δικαστική έρευνα αποτελεί τον κατάλληλο μηχανισμό για την πλήρη διερεύνησή τους. Εάν η έρευνα διεξαχθεί λαμβάνοντας υπ’ όψιν το πλαίσιο της ενδοοικογενειακής και οικογενειακής βίας, θα μπορούσε να οδηγήσει σε πορίσματα και συστάσεις που θα υπερβαίνουν τη συγκεκριμένη υπόθεση και ενδεχομένως να συμβάλουν στην αποτροπή παρόμοιων θανάτων στο μέλλον.
Η επιστολή καταλήγει καλώντας τον ιατροδικαστή να αξιοποιήσει στο έπακρο όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία κατά τη λήψη της απόφασής του.
Μία από τις πιο γνωστές κατηγόρους του Έπσταϊν
Η Τζούφρε ήταν μία από τις πιο προβεβλημένες κατηγόρους του Τζέφρυ Έπσταϊν. Ισχυριζόταν ότι ο πρίγκιπας Άντριου, τότε μέλος της βρετανικής βασιλικής οικογένειας, την είχε κακοποιήσει σεξουαλικά όταν ήταν 17 ετών, με τη συνδρομή του Έπσταϊν και της Γκισλέιν Μάξγουελ, 62 ετών, η οποία κρίθηκε ένοχη για τον ρόλο της στη στρατολόγηση και κακοποίηση πολλών ανήλικων κοριτσιών για λογαριασμό του Έπσταϊν.
Η αστική αγωγή που κατέθεσε η Τζούφρε κατά του πρίγκιπα Άντριου το 2021 διευθετήθηκε εξωδικαστικά και εμπιστευτικά, με τον πρίγκιπα να δωρίζει χρήματα στο φιλανθρωπικό ίδρυμα της Τζούφρε. Αν και το ποσό δεν αποκαλύφθηκε ποτέ επισήμως, δημοσιεύματα εκτιμούν ότι ο εξωδικαστικός διακανονισμός, που επιτεύχθηκε το 2022, ανερχόταν σε ~12 εκατομμύρια λίρες (~14 εκατ. ευρώ).
Η συμφωνία περιελάμβανε επίσης ρήτρα εμπιστευτικότητας, ενώ ο Άντριου δεσμεύθηκε να μην αμφισβητεί δημοσίως τους ισχυρισμούς της Τζούφρε και να μην επαναλαμβάνει τον ισχυρισμό ότι δεν θυμόταν να την έχει συναντήσει.
Όταν έγινε γνωστός ο θάνατος της Τζούφρε, πολλοί απέτισαν φόρο τιμής στη μνήμη της, μεταξύ των οποίων και ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος χαρακτήρισε τον θάνατό της «φρικτό γεγονός».
Του Rex Widerstrom








