Το κομμουνιστικό καθεστώς της Κίνας ξεκίνησε στις 9 Απριλίου μονοήμερες στρατιωτικές ασκήσεις με πραγματικά πυρά, την ώρα που η επικεφαλής της κύριας αντιπολίτευσης της Ταϊβάν διένυε την τρίτη ημέρα της επίσκεψής της στην Κίνα, την οποία είχε χαρακτηρίσει «ταξίδι ειρήνης».
Οι ασκήσεις με πραγματικά πυρά πραγματοποιήθηκαν στα βόρεια ύδατα της Κίτρινης Θάλασσας, η οποία βρίσκεται μεταξύ της Κίνας και της Κορεατικής Χερσονήσου, από τις 10 το πρωί έως τις 4 το απόγευμα (τοπική ώρα) στις 9 Απριλίου, σύμφωνα με πολλά κρατικά κινεζικά μέσα ενημέρωσης, τα οποία επικαλέστηκαν το περιφερειακό παράρτημα της Διοίκησης Ναυτιλιακής Ασφάλειας της Κίνας στην πόλη Νταλιάν, στη βορειοανατολική Κίνα.
Σε απάντηση στις ασκήσεις, ο υπουργός Άμυνας της Ταϊβάν, Ουέλινγκτον Κου, δήλωσε σε δημοσιογράφους ότι ο στρατός της Ταϊβάν παρακολουθούσε πλήρως την κατάσταση, σύμφωνα με το κρατικό Military News Agency της Ταϊβάν.
Το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας (ΚΚΚ) θεωρεί την Ταϊβάν μέρος της επικράτειάς του και εκσυγχρονίζει ταχέως τις ένοπλες δυνάμεις του, ενώ απειλεί να καταλάβει το νησί με τη βία ή να το υποχρεώσει να υποταχθεί στην εξουσία του. Το καθεστώς πραγματοποιεί τακτικά στρατιωτικές ασκήσεις, συμπεριλαμβανομένων δύο μεγάλης κλίμακας ασκήσεων που περικύκλωσαν την Ταϊβάν το 2025, με στόχο να εκφοβίσει την κοινή γνώμη της Ταϊβάν και να επηρεάσει τη στάση της υπέρ του Πεκίνου.
Ο τελευταίος γύρος στρατιωτικών ασκήσεων πραγματοποιείται ενώ η Τσενγκ Λι-γουέν, πρόεδρος του μεγαλύτερου κόμματος της αντιπολίτευσης της Ταϊβάν, του Κουομιντάνγκ (KMT), επισκέπτεται την Κίνα κατόπιν πρόσκλησης του Κινέζου ηγέτη Σι Τζινπίνγκ.
Η Τσενγκ έχει συναντηθεί με αρκετά υψηλόβαθμα στελέχη του ΚΚΚ, μεταξύ των οποίων ο Σιν Τσανγκσίνγκ και ο Τσεν Τζίνινγκ, γραμματείς του Κόμματος στην επαρχία Τζιανγκσού και στη Σαγκάη, αντίστοιχα.
Στις 9 Απριλίου, η Τσενγκ συναντήθηκε στη Σαγκάη με Ταϊβανέζους επιχειρηματίες που δραστηριοποιούνται στην Κίνα. Σύμφωνα με ανάρτηση του KMT στο Facebook, ανέφερε ότι το κόμμα θα συνεχίσει να προωθεί ευρεία διμερή συνεργασία, είτε βρίσκεται στην αντιπολίτευση είτε στην εξουσία.

Πρόσθεσε ότι το Κουομιντάνγκ θεωρεί πως, όταν επιστρέψει στην εξουσία το 2028, θα ξεκινήσει μια εντελώς νέα εποχή.
Το Δημοκρατικό Προοδευτικό Κόμμα (DPP) βρίσκεται στην εξουσία από το 2016, περίοδο κατά την οποία το ΚΚΚ αρνείται να συνεργαστεί με την κυβέρνησή του, χαρακτηρίζοντας τόσο τον πρόεδρο Λάι Τσινγκ-τε όσο και την προκάτοχό του, Τσάι Ινγκ-γουέν, ως «αυτονομιστές», λόγω της σαφούς υποστήριξής τους στην κυριαρχία της Ταϊβάν.
Αντίθετα, το KMT θεωρείται γενικά πιο φιλικό προς το Πεκίνο σε σύγκριση με το DPP.
Η Λιν Τσου-γιν, εκπρόσωπος του DPP και βουλευτής, χαρακτήρισε τις κινεζικές στρατιωτικές ασκήσεις «χαστούκι στο πρόσωπο» για το KMT. Επέκρινε το κόμμα ότι διατηρεί «μη ρεαλιστικές φαντασιώσεις» για αυταρχικά καθεστώτα, τονίζοντας ότι η ισχύς αποτελεί τη βάση της ειρήνης, και κάλεσε να εγκριθεί χωρίς καθυστέρηση ο ειδικός αμυντικός προϋπολογισμός ύψους 40 δισεκατομμυρίων δολαρίων που έχει προτείνει ο Λάι.
Ο ειδικός αμυντικός προϋπολογισμός του Λάι έχει μπλοκαριστεί στο κοινοβούλιο, το οποίο ελέγχεται από την αντιπολίτευση, καθώς το KMT και ο μικρότερος σύμμαχός του, το Λαϊκό Κόμμα της Ταϊβάν, πιέζουν για χαμηλότερες δαπάνες.
Στις 9 Απριλίου, βουλευτές του DPP επέκριναν το KMT επειδή απουσίασε από συνεδρίαση του κοινοβουλίου σχετικά με την προώθηση των σχεδίων που έχουν καθυστερήσει για την έγκριση επιπλέον 40 δισεκατομμυρίων δολαρίων για την άμυνα.
Αμερικανοί νομοθέτες εξέφρασαν τη στήριξή τους στα σχέδια δαπανών του Λάι. Στις 8 Απριλίου, ο γερουσιαστής Τζιμ Μπανκς (R-Ind.), ο οποίος είχε φτάσει στην Ταϊβάν την προηγούμενη ημέρα, ανέφερε κατά τη διάρκεια συνάντησης με τον Λάι ότι ο πρόεδρος της Ταϊβάν έχει επιδείξει ηγεσία στην ενίσχυση των αμυντικών δαπανών.
Πρόσθεσε ότι το Νομοθετικό Γιουάν οφείλει να συμβάλει και να εγκρίνει τον ειδικό προϋπολογισμό, επισημαίνοντας ότι αυτό είναι ένα μήνυμα που ήθελε να απευθύνει προς την ηγεσία της Ταϊβάν. Τόνισε ότι η έγκριση του ειδικού προϋπολογισμού από το κοινοβούλιο θα αποτελούσε μήνυμα προς την Κίνα και την υπόλοιπη διεθνή κοινότητα ότι η Ταϊβάν αντιμετωπίζει σοβαρά την ειρήνη μέσω της ισχύος.
Ο Μπανκς και τέσσερις ακόμη Αμερικανοί νομοθέτες —οι Ζακ Ναν (R-Iowa), Σκοτ Φιτζέραλντ (R-Wis.), Τζούλι Φεντορτσάκ (R-N.D.) και Τζέφερσον Σριβ (R-Ind.)— συναντήθηκαν με τον Κου στις 8 Απριλίου. Σύμφωνα με το Military News Agency της Ταϊβάν, οι Μπανκς και Ναν ανέφεραν ότι η συνεργασία ΗΠΑ-Ταϊβάν στον τομέα της ασφάλειας διαδραματίζει αναντικατάστατο ρόλο στη διατήρηση της περιφερειακής σταθερότητας και ότι οι δύο πλευρές θα συνεχίσουν να ενισχύουν τις στρατιωτικές ανταλλαγές και τον στρατηγικό διάλογο.
Η Τσενγκ αναμένεται να ολοκληρώσει την επίσκεψή της στην Κίνα στις 12 Απριλίου. Το ενδεχόμενο συνάντησης μεταξύ της Τσενγκ και του Σι στις 10 Απριλίου συζητήθηκε κατά τη διάρκεια τακτικής ενημέρωσης που πραγματοποίησε στις 9 Απριλίου το Συμβούλιο Ηπειρωτικών Υποθέσεων της Ταϊβάν (MAC).
Ο εκπρόσωπος του MAC, Λιανγκ Ουέν-τζιέ, δήλωσε ότι, εάν πραγματοποιηθεί η συνάντηση Τσενγκ–Σι, η πρόεδρος του KMT θα πρέπει να μεταφέρει με σαφήνεια τουλάχιστον τρία σημεία που αντανακλούν την κυρίαρχη άποψη της κοινής γνώμης στην Ταϊβάν. Συγκεκριμένα, ότι το Πεκίνο πρέπει να αναγνωρίσει την ύπαρξη της Δημοκρατίας της Κίνας, που αποτελεί την επίσημη ονομασία της Ταϊβάν, ότι το μέλλον της Ταϊβάν πρέπει να αποφασιστεί σύμφωνα με τη βούληση του λαού της και ότι τα κινεζικά στρατιωτικά αεροσκάφη και πλοία πρέπει να σταματήσουν άμεσα τις παρενοχλήσεις γύρω από το νησί.
Σε δημοσκόπηση του Μαρτίου, στην οποία συμμετείχαν 1.138 άτομα και πραγματοποιήθηκε από το MAC, το 1,5% δήλωσε ότι υποστηρίζει την άμεση ενοποίηση της Ταϊβάν με την Κίνα, ενώ το 6,3% τάχθηκε υπέρ της διατήρησης της υφιστάμενης κατάστασης με προοπτική ενοποίησης.
Αντίστοιχα, το 7,4% δήλωσε ότι η Ταϊβάν θα πρέπει να κηρύξει την ανεξαρτησία της το συντομότερο δυνατό.
Η μεγαλύτερη ομάδα, ποσοστό 33,9%, επιθυμεί τη διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης επ’ αόριστον. Ένα επιπλέον 24,1% υποστηρίζει τη διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης με απόφαση για ανεξαρτησία ή ενοποίηση σε μεταγενέστερο στάδιο, ανάλογα με τις εξελίξεις, ενώ το 20,4% προτιμά τη διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης με προοπτική μελλοντικής ανεξαρτησίας.
Με πληροφορίες από το Reuters








