Παρασκευή, 16 Ιαν, 2026
Εσωτερικό κέντρου κράτησης στο Πεκίνο. Η φωτογραφία τραβήχτηκε κατά τη διάρκεια κυβερνητικής επίσκεψης, στις 25 Οκτωβρίου 2012. (Ed Jones/AFP μέσω Getty Images)

Ασκούμενη του Φάλουν Γκονγκ πεθαίνει μετά από βασανιστήρια σε κινεζική φυλακή

Μια ασκούμενη του Φάλουν Γκονγκ πέθανε τρεις ημέρες μετά τη μεταφορά της σε φυλακή, έπειτα από βασανιστήρια που υπέστη από τις κινεζικές αρχές επειδή αρνήθηκε να αποκηρύξει την πίστη της, σύμφωνα με αναφορά που δημοσιεύθηκε στις 20 Νοεμβρίου στο Minghui.org, έναν αμερικανικό μη κερδοσκοπικό οργανισμό που καταγράφει τη δίωξη του Φάλουν Γκονγκ, από το 1999 έως και σήμερα.

Η Τσεν Γιαν πέθανε στις 8 Νοεμβρίου, σύμφωνα με την αναφορά του Minghui. Ήταν 45 ετών. Ο θάνατός της αποτελεί το πιο πρόσφατο περιστατικό στη μακρά και συστηματική δίωξη κατά του Φάλουν Γκονγκ.

Το Φάλουν Γκονγκ, γνωστό και ως Φάλουν Ντάφα, είναι μια πνευματική άσκηση που βασίζεται στις αρχές της αλήθειας, της καλοσύνης και της ανεκτικότητας. Παρουσιάστηκε στο κοινό, στην Κίνα, στις αρχές της δεκαετίας του 1990 και γρήγορα γνώρισε ευρεία αποδοχή, φτάνοντας — σύμφωνα με επίσημες εκτιμήσεις — τα 70 έως 100 εκατομμύρια ασκούμενους μέχρι τα τέλη της δεκαετίας.

Τον Ιούλιο του 1999, το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας — φοβούμενο ότι η αυξανόμενη δημοφιλία του Φάλουν Γκονγκ απειλούσε τον έλεγχο του κόμματος στην κοινωνία — ξεκίνησε μια βίαιη εκστρατεία για την εξάλειψη της πρακτικής. Έκτοτε, χιλιάδες άνθρωποι έχουν υποστεί αυθαίρετες συλλήψεις, καταναγκαστική εργασία, βασανιστήρια, ακόμη και θανάτους λόγω εξαναγκαστικής αφαίρεσης οργάνων.

Οι γονείς της Τσεν περιέγραψαν στο Minghui πώς έμαθαν για τον θάνατό της. Τρεις ημέρες μετά την εισαγωγή της στις γυναικείες φυλακές της επαρχίας Λιαονίνγκ, κλήθηκαν να αντικρίσουν τη σορό της. Είχε α μάτια ανοιχτά, παχύρρευστο μαύρο υγρό έβγαινε από το στόμα της και τα μαλλιά της ήταν μπερδεμένα, σύμφωνα με την αναφορά.

Οι δεσμοφύλακες αρνήθηκαν στο ζευγάρι την πρόσβαση σε ιατροδικαστική έκθεση, τους ζήτησαν να υπογράψουν έγγραφο συναίνεσης για αποτέφρωση και απαίτησαν να σταλεί «ένδειξη ευγνωμοσύνης» στη φυλακή για το ότι επέτρεψαν τη μεταφορά της στο νοσοκομείο, σύμφωνα με την αναφορά. Γιατρός στο ίδιο νοσοκομείο δήλωσε ότι όταν έφτασε εκεί η Τσεν, δεν έδειχνε πλέον σημάδια ζωής, σύμφωνα με το Minghui.

Η Τσεν είχε και στο παρελθόν συλληφθεί για την πίστη της και είχε υποστεί βασανιστήρια, και το Minghui παρακολουθούσε την υπόθεσή της εδώ και χρόνια.

Το 2015, συνελήφθη επειδή μοίραζε ενημερωτικό υλικό για το Φάλουν Γκονγκ. Στάλθηκε στο κέντρο κράτησης της πόλης Μπενσί, όπου υπέστη σωματικά βασανιστήρια και της χορηγήθηκαν φάρμακα παρά τη θέλησή της, σύμφωνα με την αναφορά. Αργότερα, καταδικάστηκε σε τρία χρόνια φυλάκιση στις γυναικείες φυλακές της επαρχίας Λιαονίνγκ, όπου εξαναγκάστηκε και πάλι να παίρνει άγνωστα φάρμακα και υπέστη βλάβη στο κεντρικό νευρικό της σύστημα.

Η Τσεν συνελήφθη ξανά τον Ιούλιο του 2024, για τον ίδιο λόγο — επειδή έδωσε σε κάποιον ενημερωτικό υλικό για το Φάλουν Γκονγκ, σύμφωνα με την αναφορά.

Οι γονείς της δεν είχαν νέα της για μέρες μετά τη σύλληψη και πήγαν στο σπίτι της, το οποίο φαινόταν λεηλατημένο. Γνωρίζοντας ότι στο παρελθόν η κόρη τους είχε φυλακιστεί για την άσκηση του Φάλουν Γκονγκ, ο 74χρονος πατέρας της επισκέφθηκε το τοπικό αστυνομικό τμήμα για να ζητήσει την απελευθέρωσή της. Η οικογένεια τελικά έμαθε πού κρατούνταν και ότι είχαν απαγορευτεί οι επισκέψεις και η πρόσβαση σε δικηγόρο, σύμφωνα με την αναφορά.

Ασκούμενοι του Φάλουν Ντάφα συμμετέχουν σε μια διαμαρτυρία με κεριά για να τιμήσουν τους ασκούμενους του Φάλουν Γκονγκ που διώχθηκαν μέχρι θανάτου από το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας. Ουάσιγκτον, 17 Ιουλίου 2025. (Larry Dye/The Epoch Times)

 

Της επετράπη να δει δικηγόρο στις 30 Οκτωβρίου 2024. Ο δικηγόρος έμαθε ότι στις 5 Αυγούστου 2024 είχε δεχθεί τρεις επιθέσεις από συγκρατούμενές της, κατόπιν εντολής των δεσμοφυλάκων, με αποτέλεσμα να υποστεί πολλαπλές κακώσεις, σύμφωνα με την αναφορά. Ο δικηγόρος ενημέρωσε την οικογένειά της ότι η Τσεν ήταν εξαιρετικά αδύναμη, με προβλήματα όπως ταχυπαλμίες και αφύσικη αιμορραγία.

Την επόμενη μέρα την επισκέφθηκε ξανά, αλλά η Τσεν δεν τον αναγνώριζε ούτε θυμόταν τη συνάντηση της προηγούμενης ημέρας.

Τον Μάρτιο, το Minghui, έχοντας νεότερα για την υπόθεση, ενημέρωσε ότι η Τσεν δεχόταν επανειλημμένους ξυλοδαρμούς κατόπιν εντολών των δεσμοφυλάκων.

Τον Μάιο, ο δικαστής Γουάνγκ Μιαν διεξήγαγε τη δίκη της μέσα στο κελί της. Σύμφωνα με την πιο πρόσφατη αναφορά του Minghui, η Τσεν ήταν πλέον εμφανώς εξαντλημένη, μετά από δέκα μήνες κράτησης, και κατέθεσε σχετικά με τις κακοποιήσεις που είχε υποστεί. Τον Ιούνιο, ο δικαστής της επέβαλε ποινή πέντε ετών.

Η απόφαση προέβλεπε δεκαήμερη προθεσμία έφεσης, αλλά το δικαστήριο δεν ενημέρωσε ούτε τον δικηγόρο ούτε την οικογένειά της. Η οικογένεια πληροφορήθηκε την καταδίκη τον Ιούλιο και ζήτησε αντίγραφο της απόφασης, αλλά το αίτημά τους απορρίφθηκε.

Η Τσεν νοσηλεύτηκε τον Ιούλιο, αλλά επέστρεψε στο κέντρο κράτησης τον Αύγουστο, όπου της αρνήθηκαν την αποφυλάκιση υπό όρους. Η προσπάθεια της οικογένειας να ασκήσει έφεση απορρίφθηκε, και ο πατέρας της προσέλαβε νέο δικηγόρο, ο οποίος ανέλαβε την υπόθεση στις 22 Αυγούστου.

Ο δικηγόρος δεν μπόρεσε να τη δει πριν από τις 18 Σεπτεμβρίου, λόγω της νοσηλείας της. Κατά την πρώτη επίσκεψη, είδε ότι η Τσεν ήταν καθηλωμένη σε αναπηρικό αμαξίδιο και σχεδόν δεν μπορούσε να κρατηθεί όρθια. Την επόμενη ημέρα, το εφετείο επικύρωσε την ποινή.

Οι γονείς της είπαν στο Minghui ότι την είδαν για τελευταία φορά τον Οκτώβριο.

Στις 10 Οκτωβρίου ήταν σε αναπηρικό αμαξίδιο, είχε σπασμούς και μπερδεμένα, άλουστα μαλλιά.

Στις 24 Οκτωβρίου είπε στους γονείς της ότι της είπαν πως θα γινόταν ιατρική αξιολόγηση μόνο αν απαρνιόταν την πίστη της και έκανε δηλώσεις κατά του Φάλουν Γκονγκ — κάτι που αρνήθηκε. Τα τελευταία της λόγια προς εκείνους ήταν: «Το Φάλουν Ντάφα είναι καλό» και «Η αλήθεια, η καλοσύνη, η ανεκτικότητα είναι καλές αξίες», σύμφωνα με την αναφορά.

Οι γονείς της ενημερώθηκαν ότι αυτή θα ήταν η τελευταία τους επίσκεψη, επειδή επρόκειτο να μεταφερθεί στις γυναικείες φυλακές της επαρχίας Λιαονίνγκ.

Στις 5 Νοεμβρίου, ο πατέρας της έλαβε τηλεφώνημα πως η κόρη του είχε μεταφερθεί. Όταν ρώτησε πώς δέχθηκαν να τη μεταφέρουν ενώ ήταν καθηλωμένη σε αμαξίδιο, η αναπληρώτρια διευθύντρια του κέντρου κράτησης, Λι Τινγκτίνγκ, του είπε ότι θεωρούσαν πως προσποιούνταν την άρρωστη.

Τρεις μέρες αργότερα, η φυλακή ειδοποίησε τον πατέρα της να μεταβεί στο νοσοκομείο Yongsen επειδή η κόρη του ήταν σε κρίσιμη κατάσταση. Όταν έφτασαν οι γονείς της, η Τσεν είχε ήδη πεθάνει, και οι φύλακες τούς οδήγησαν στο νεκροτομείο.

Σύμφωνα με το Minghui, η οικογένεια της Τσεν δεν έχει λάβει καμία απάντηση από τις αρχές για τον θάνατό της.

Πως μπορείτε να μας βοηθήσετε ώστε να συνεχίσουμε να σας κρατάμε ενημερωμένους

Ποιος είναι ο λόγος που χρειαζόμαστε την βοήθειά σας για την χρηματοδότηση του ερευνητικού ρεπορτάζ μας; Επειδή είμαστε ένας ανεξάρτητος οργανισμός ειδήσεων που δεν επηρεάζεται από καμία κυβέρνηση, εταιρεία ή πολιτικό κόμμα. Από την ημέρα που ξεκινήσαμε, έχουμε έρθει αντιμέτωποι με προσπάθειες αποσιώπησης της αλήθειας κυρίως από το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα. Αλλά δεν θα λυγίσουμε. Η ελληνική έκδοση της Epoch Times βασίζεται ολοκληρωτικά στις γενναιόδωρες συνεισφορές σας για να διατηρήσει την παραδοσιακή δημοσιογραφία ζωντανή και υγιή στην Ελληνική γλώσσα. Μαζί, μπορούμε να συνεχίσουμε να διαδίδουμε την αλήθεια.

Σχολιάστε