Η απόκτηση γερμανικών διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και εταιρειών από κινεζικές οντότητες αποτελεί αντικείμενο συζήτησης εδώ και χρόνια στη Γερμανία. Σύμφωνα με τον οικονομολόγο του Γερμανικού Οικονομικού Ινστιτούτου (IW), Όλιβερ Κόππελ, αυτό για τη Γερμανία σημαίνει απώλεια πολύτιμης τεχνολογικής εμπειρογνωμοσύνης, η οποία σε συνδυασμό με τον μειούμενο ρυθμό ανάπτυξης της χώρας, ενδέχεται να πλήξει περαιτέρω τη γερμανική ανταγωνιστικότητα.
Σε συνέντευξή του στον ραδιοφωνικό σταθμό Deutschlandfunk, ο Κόππελ προειδοποίησε για διαρροή τεχνογνωσίας από τη Γερμανία προς την Κίνα. Η σοβαρότητα της κατάστασης μπορεί να παρατηρηθεί στον τομέα των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, όπως έδειξε μελέτη που διεξήγαγε το Γερμανικό Οικονομικό Ινστιτούτο για λογαριασμό του Ιδρύματος Bertelsmann.
Συλλέγοντας διπλώματα ευρεσιτεχνίας
Από το 2000, η Κίνα έχει αποκτήσει περισσότερα από 11.300 γερμανικά διπλώματα ευρεσιτεχνίας, όπως επεσήμανε ο ειδικός σε θέματα διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας του IW.
Πρόκειται κυρίως για παγκοσμίως καταχωρισμένα διπλώματα ευρεσιτεχνίας, με ιδιαίτερη σημασία, επηρεάζοντας κατά περίπτωση «πολύ σημαντικές καινοτομίες». Κάποιες φορές, η Κίνα απλώς αγόρασε διπλώματα ευρεσιτεχνίας γερμανικών εταιρειών, ενώ σε άλλες περιπτώσεις απέκτησε τις ίδιες τις εταιρείες. Αυτό έγινε εν μέρει μέσω εταιρειών που ανήκουν άμεσα στο κινεζικό κράτος και εν μέρει μέσω εταιρειών που ελέγχονται από αυτό. Κοινός παρανομαστής και ανησυχία σε όλες τις εξαγορές η εκροή τεχνογνωσίας, αφού με την πώληση της πατέντας, η γνώση χάνεται.
Εξαγορές που θεωρήθηκαν ιδιαίτερα σοβαρές, έφτασαν να προκαλέσουν πολιτικές αντιδράσεις. Για παράδειγμα, η πλειοψηφική εξαγορά της Kuka, εταιρείας κατασκευής βιομηχανικών ρομπότ με έδρα το Άουγκσμπουργκ, από την κινεζική εταιρεία Midea το 2016 συνέτεινε καθοριστικά στη θέσπιση πιο αυστηρών κανονισμών για το εμπόριο εξωτερικού.
Πλέον και σε επίπεδο ΕΕ έχουν τεθεί μεγαλύτερα εμπόδια για την εξαγορά εγχώριων εταιρειών από Κινέζους επενδυτές σε ευαίσθητους τομείς.
Παρ ‘όλα αυτά, οι εξαγορές και οι επεκτάσεις συμμετοχών συνεχίζονται, εξασφαλίζοντας σε κινεζικούς παράγοντες τον έλεγχο γερμανικών εταιρειών, μεταξύ αυτών και ορισμένων πολύ γνωστών όπως η Linde Material Handling, οι προμηθευτές αυτοκινήτων LEONI και GRAMMER, και ηγέτες της παγκόσμιας αγοράς όπως οι Putzmeister, Kiekert και ista. Με την απόκτηση των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας η Κίνα αποκτά τον έλεγχο επί των καινοτομιών και ανοίγει τον δρόμο για την περαιτέρω ανάπτυξή τους.
Ο Κόππελ βλέπει τρεις τρόπους με τους οποίους η Κίνα διασφαλίζει την επιρροή της. Ο πρώτος είναι η απόκτηση των ίδιων των γερμανικών εταιρειών. Με αυτόν τον τρόπο, όλα τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας που είχαν οι εταιρείες μεταβιβάζονται αυτόματα στον αγοραστή.
Η αγορά μεμονωμένων διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας είναι μία δεύτερη μέθοδος, ενώ η ίδρυση θυγατρικών από κινεζικές εταιρείες στη Γερμανία αποτελεί τον τρίτο δρόμο. Σε αυτή την περίπτωση, τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας αναπτύσσονται μεν στη Γερμανία, αλλά η χώρα δεν ωφελείται, καθώς οι ευρεσιτεχνίες μεταφέρονται στην Κίνα. Παράδειγμα εταιρείας που λειτουργεί με αυτόν τον τρόπο είναι η γνωστή Huawei.
Απώλεια κυριαρχίας σε παραδοσιακά ‘γερμανικούς’ τομείς
Τον Μάρτιο, το Γερμανικό Οικονομικό Ινστιτούτο εκπόνησε μια μελέτη σχετικά με τις καινοτομίες, κατόπιν ανάθεσης του Ιδρύματος Bertelsmann . Η μελέτη αυτή υπέδειξε μια «εξασθένηση της δυναμικής καινοτομίας» για τη Γερμανία.
Ακόμη και πριν από την πανδημία του κορωνοϊού, η παραγωγή καινοτομίας στη χώρα μειωνόταν, σύμφωνα με τον Κόππελ. Αργότερα, η κατάσταση επιδεινώθηκε από το γεγονός ότι οι νέες καινοτομίες αξιοποιούνται σε άλλες χώρες, με την Κίνα π.χ. να βλέπει αύξηση των αιτήσεων για διπλώματα ευρεσιτεχνίας στον τομέα της μηχανολογίας από 3.300 το 2000 σε 4.300 το 2022. Αυτή είναι μια ανησυχητική εξέλιξη για τη Γερμανία από επιχειρηματική άποψη, ιδιαίτερα σε τομείς όπου η Γερμανία ήταν πρωτοπόρος, αφού είναι πολύ πιθανό να επηρεάσει και τις μελλοντικές τεχνολογίες.
Όσον αφορά τη θέσπιση αυστηρότερων μέτρων και νόμων για το εμπόριο εξωτερικού, ο Κόππελ κάνει λόγο για «βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση», χαιρετίζοντας το γεγονός ότι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση δείχνει ευαισθησία σε αυτόν τον τομέα.
Ωστόσο, δεν πιστεύει ότι αυτό αρκεί, αφού η τεράστια ανισορροπία μεταξύ των δύο χωρών παραμένει: οι κινεζικοί παράγοντες έχουν εκτεταμένες ελευθερίες στη Γερμανία, ακόμη και όταν αποκτούν εταιρείες, αλλά το αντίστροφο δεν ισχύει.
Η Κίνα εξασφαλίζει διπλώματα ευρεσιτεχνίας, ενισχύοντας τα δυνατά της σημεία
Σε αντίθεση με το παρελθόν, η Κίνα δεν αποκτά πλέον τεχνογνωσία που έχει αναπτυχθεί στη Δύση αποκλειστικά μέσω εξαγορών ή κατασκοπείας. Η χώρα έχει πλέον καταστεί κορυφαίος παγκόσμιος παράγοντας στην καινοτομία, για παράδειγμα σε τομείς όπως η τεχνητή νοημοσύνη και η ηλεκτροκίνηση, ξεπερνώντας μάλιστα τη Γερμανία σε αυτούς τους τομείς.
Η στρατηγική του Πεκίνου είναι πολυεπίπεδη. Σε ορισμένους τομείς, η Κίνα εξακολουθεί να βασίζεται στην απόκτηση γνώσεων από άλλους, ωστόσο, σε όποια πεδία βρίσκεται ήδη μεταξύ των κορυφαίων παικτών, επεκτείνει το πλεονέκτημα της με μεγάλη αποφασιστικότητα. Ταυτόχρονα, ενισχύει τις ηγετικές της ικανότητες και προστατεύει την αγορά της.
Εν τω μεταξύ, ο αριθμός των αιτήσεων για διπλώματα ευρεσιτεχνίας από την Κίνα στο Ευρωπαϊκό Γραφείο Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας αυξήθηκε από 5.729 σε 16.665, μόνο μεταξύ 2015 και 2021.
Για τον Κόππελ, η Γερμανία οφείλει να πραγματοποιήσει σημαντικές επενδύσεις και να επεκτείνει τη δική της ερευνητική βάση: «Είμαστε ακόμα καλοί, αλλά έχουμε αποδυναμωθεί σημαντικά».
Όπως ισχυρίζεται, η Γερμανία έχει επαναπαυθεί υπερβολικά στις δάφνες της και χάνει έδαφος από τις ΗΠΑ, τη Νότια Κορέα και άλλες δυτικές χώρες. Δεν θεωρεί κατ’ ανάγκη κακό να επωφελούνται και άλλες χώρες από τη γνώση που αναπτύσσεται στη Γερμανία, ωστόσο, υποστηρίζει ότι θα πρέπει να εξετάζεται κατ’ αρχάς αν αυτό είναι προς όφελος των γερμανικών συμφερόντων.
Του Reinhard Werner








