Η προτεινόμενη αναθεώρηση της Πράξης για την Κυβερνοασφάλεια από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία παρουσιάστηκε στις 20 Ιανουαρίου στο Στρασβούργο, σηματοδοτεί σημείο καμπής στην προσέγγισή της απέναντι στους προμηθευτές κινεζικής τεχνολογίας.
Το σχέδιο κανονισμού δημιουργεί, για πρώτη φορά, ένα νομικό πλαίσιο που δίνει στην Επιτροπή τη δυνατότητα να χαρακτηρίζει «τρίτες χώρες που προκαλούν ανησυχίες για την κυβερνοασφάλεια» και να κατατάσσει τους προμηθευτές τους ως «υψηλού κινδύνου».
Παρότι το κείμενο δεν κατονομάζει την Κίνα, ούτε τις εταιρείες Huawei ή ZTE, η εφαρμογή του θα οδηγούσε στον σταδιακό αποκλεισμό κινεζικού εξοπλισμού από τα κινητά, σταθερά και δορυφορικά δίκτυα της Ένωσης. Η νέα αρχιτεκτονική επιτρέπει στις Βρυξέλλες να παρακάμπτουν τις επιφυλάξεις κρατών-μελών που έως τώρα αντιστέκονταν στον αποκλεισμό κινεζικών προμηθευτών από τα δίκτυά τους.
Εφόσον το κείμενο εγκριθεί από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, οι Βρυξέλλες θα ευθυγραμμιστούν με την Ουάσιγκτον, η οποία απέκλεισε τις Huawei και ZTE από τα αμερικανικά δίκτυα κινητής τηλεφωνίας ήδη από το 2019.
Μια ευρωπαϊκή αφύπνιση
Ο Εμμανουέλ Λινκό (Emmanuel Lincot), σινολόγος, καθηγητής στο Καθολικό Ινστιτούτο του Παρισιού και ανώτερος ερευνητής στο Ινστιτούτο Διεθνών και Στρατηγικών Σχέσεων, εκτίμησε ότι ο κανονισμός αντανακλά μια στρατηγική στάση στις Βρυξέλλες.
Σε συνέντευξή του στην εφημερίδα The Epoch Times ανέφερε ότι πρόκειται για ένα καλό μέτρο που είχε καθυστερήσει, προσθέτοντας ότι πολλοί ειδικοί υποστήριζαν επί μακρόν, και με βάσιμα επιχειρήματα, πως υπήρχε κίνδυνος στη χρήση της Huawei, της οποίας οι προθέσεις δεν είναι απαραίτητα καλοπροαίρετες.
Σύμφωνα με τον Λινκό, το μέτρο ισοδυναμεί με ένα μήνυμα ότι η περίοδος ανοχής έχει τελειώσει, ότι η Ευρώπη δεν εξαπατάται και ότι είτε πρέπει να αλλάξει στάση η άλλη πλευρά είτε να αποχωρήσει. Ο Λινκό εντάσσει τη νέα προσέγγιση σε μια ευρύτερη τάση. Εκτίμησε ότι το προστατευτικό αυτό μέτρο αποτελεί μέρος μιας αφύπνισης μιας πραγματικής ευρωπαϊκής ταυτότητας, με τον πόλεμο στην Ουκρανία να λειτουργεί ως καταλύτης.
Yπογράμμισε ότι ολοένα και περισσότερα κράτη-μέλη γίνονται επιφυλακτικά απέναντι στο κινεζικό σχέδιο, σημειώνοντας ότι οι νέοι Δρόμοι του Μεταξιού δεν αποτελούν μόνο έργο υποδομών αλλά και ψηφιακό εγχείρημα.
Η Ευρώπη βρίσκεται σε οικονομικό πόλεμο με την Κίνα, σύμφωνα με τον ίδιο. Διαμορφώνεται σαφώς μια λογική οικονομικής σύγκρουσης σε ένα περιβάλλον έντονων ιδεολογικών ανταγωνισμών. Σε ευαίσθητα ζητήματα, η αρχή της προφύλαξης τίθεται πλέον σε πολύ υψηλό επίπεδο, κάτι που αποτελεί προειδοποίηση προς τις κινεζικές αρχές.
Η προσπάθεια αποκλεισμού κινεζικών προμηθευτών έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η Huawei αντιμετωπίζει αυξανόμενες συνέπειες από έρευνα διαφθοράς στις Βρυξέλλες, όπου η εταιρεία θεωρείται ύποπτη για δωροδοκία μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Οι λομπίστες της Huawei έχουν αποκλειστεί από την είσοδο στις εγκαταστάσεις της Επιτροπής και του Κοινοβουλίου.
Η απάντηση του Πεκίνου
Σε απάντηση που υπέβαλε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή στα μέσα Απριλίου, το υπουργείο Εμπορίου της Κίνας προειδοποίησε ότι εξετάζεται το ενδεχόμενο ευρείας κλίμακας αντιποίνων σε περίπτωση που επιβληθούν κυρώσεις στις Huawei και ZTE.
Το Πεκίνο ανέφερε ότι, εάν οι Βρυξέλλες χαρακτηρίσουν την Κίνα ως χώρα που προκαλεί ανησυχίες για την κυβερνοασφάλεια ή κατατάξουν κινεζικές εταιρείες ως προμηθευτές υψηλού κινδύνου, η Κίνα θα μπορούσε να ξεκινήσει έρευνες εις βάρος ευρωπαϊκών επιχειρήσεων και να υιοθετήσει αντίστοιχα μέτρα.
Στην υποβολή του, το Πεκίνο ζήτησε τη διαγραφή ολόκληρης της ενότητας που αφορά χώρες που προκαλούν ανησυχίες για την κυβερνοασφάλεια, υποστηρίζοντας ότι δεν υπάρχουν τεχνικά στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι κινεζικές εταιρείες αποτελούν κίνδυνο ασφάλειας και ότι οποιαδήποτε απόφαση βασιστεί σε μη τεχνικά κριτήρια θα είναι πολιτικά υποκινούμενη.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν αντέδρασε στις απειλές της Κίνας και δεν απάντησε στο αίτημα της εφημερίδας The Epoch Times για σχολιασμό έως τη στιγμή της δημοσίευσης.
Τήρηση ευρωπαϊκών προτύπων
Για τον Σεμπαστιέν Γκαρνό (Sébastien Garnault), ιδρυτή του Paris Cyber Summit —της ευρωπαϊκής πλατφόρμας στρατηγικού διαλόγου για την κυβερνοασφάλεια που συγκεντρώνει κάθε χρόνο στο Παρίσι υπουργούς, αξιωματούχους των ΗΠΑ και της ΕΕ, βουλευτές, επικεφαλής οργανισμών και διευθύνοντες συμβούλους— ο κανονισμός δεν θα πρέπει να εκληφθεί ως μέτρο που στρέφεται κατά της Κίνας.
Σε συνέντευξή του στην Epoch Times σημείωσε ότι το ζήτημα δεν είναι αν θα αποκλειστεί αυτή ή εκείνη η κινεζική τεχνολογία, αλλά ποια πρότυπα ασφάλειας επιβάλλονται για την είσοδο στην ευρωπαϊκή αγορά, προσθέτοντας ότι η νομοθεσία δεν στρέφεται κατά της Κίνας, αλλά θεσπίζεται για τους Ευρωπαίους και ότι οι κινεζικές εταιρείες που συμμορφώνονται με τα ευρωπαϊκά πρότυπα θα έχουν πρόσβαση στην αγορά.
Σύμφωνα με τον Γκαρνό, οι Βρυξέλλες δεν κάνουν τίποτα περισσότερο από αυτό που εφαρμόζει το Πεκίνο εδώ και δεκαετίες. Ανέφερε ότι όταν η γαλλική πολυεθνική αλυσίδα Carrefour επιχείρησε να δραστηριοποιηθεί στην Κίνα, υποχρεώθηκε να συνεργαστεί με τοπική εταιρεία, κάτι που αποτελούσε κανόνα και γινόταν σεβαστό από τις επιχειρήσεις για την είσοδο στην αγορά, επισημαίνοντας ότι όταν δεν πληρούνται οι όροι πρόσβασης, δεν επιτρέπεται η είσοδος.
Η αρχή της μη διάκρισης βάσει εθνικότητας, την οποία επικαλέστηκε το κινεζικό υπουργείο Εμπορίου, ισχύει μόνο για τις σχέσεις μεταξύ κρατών-μελών της ΕΕ. Σημείωσε ότι δεν επιτρέπεται διάκριση εις βάρος Ιταλού στη Γαλλία, αλλά δεν προκύπτει από πουθενά στο ευρωπαϊκό δίκαιο ότι δεν επιτρέπεται διάκριση έναντι τρίτων χωρών, επισημαίνοντας ότι ακριβώς για αυτόν τον σκοπό υπάρχουν οι δασμοί και οι ρυθμίσεις εξωτερικού εμπορίου.

Ο Γάλλος αναλυτής παρέπεμψε στην τελευταία ετήσια έκθεση της Εθνικής Υπηρεσίας Κυβερνοασφάλειας της Γαλλίας (ANSSI), η οποία κατατάσσει την Κίνα μεταξύ των κυριότερων κρατικά υποστηριζόμενων τεχνολογικών απειλών για τα γαλλικά δίκτυα, μαζί με τη Ρωσία. Αυτή η προσέγγιση επιτρέπει στις Βρυξέλλες να στηρίξουν τη θέση τους σε βάση που είναι πιο δύσκολο να αμφισβητηθεί νομικά.
Επισήμανε ότι το μέτρο δεν λαμβάνεται κατά μιας εταιρείας, αλλά κατά ενός κινδύνου που έχει γεωγραφική προέλευση, διευκρινίζοντας ότι πρόκειται για τον κίνδυνο που έχει γεωγραφική προέλευση και όχι για τη τεχνολογική λύση. Η διαμόρφωση ρυθμίσεων που αντιμετωπίζουν κίνδυνο προερχόμενο από συγκεκριμένη χώρα αποδυναμώνει εξαρχής το επιχείρημα περί διακρίσεων.
Χαρακτήρισε την αντίδραση της Κίνας ως αναμενόμενη και απλή, εξηγώντας ότι είναι αναμενόμενη διότι κάθε νομοθεσία που περιορίζει την εμπορική επέκταση τείνει να προκαλεί αντίποινα, και απλή διότι βασίζεται σε απαίτηση για αποδείξεις που είναι εγγενώς δύσκολο να παρασχεθούν, καθώς είναι απίθανο να αποδειχθεί ποτέ ρητά ότι οι Huawei ή ZTE εμπλέκονται στην προώθηση των στόχων εθνικής ασφάλειας της Κίνας.
Ο Γκαρνό υπογράμμισε, ωστόσο, ότι οι ευρωπαϊκές ανησυχίες βασίζονται εύλογα στην ίδια την κινεζική νομοθεσία. Ο κινεζικός νόμος υποχρεώνει τις κινεζικές εταιρείες να συνεργάζονται με το κράτος, όπως συμβαίνει και σε πολλές άλλες χώρες, επισημαίνοντας ότι το πρόβλημα ενδέχεται να μην είναι τόσο η ίδια η κινεζική εταιρεία, όσο η νομοθεσία που την υποχρεώνει να συνεργάζεται με τις υπηρεσίες πληροφοριών, ακόμη και όταν η εταιρεία δραστηριοποιείται στην Ευρώπη, ενώ παρόμοιες ρυθμίσεις ισχύουν και για την αμερικανική νομοθεσία πληροφοριών.
Πρόσθεσε ότι η Ευρώπη θεσπίζει τη δική της ρύθμιση για την εγχώρια αγορά της, ανάλογα με την ποικιλία κινδύνων και απειλών, και ότι εναπόκειται στις εταιρείες να αποφασίσουν αν η ευρωπαϊκή αγορά δικαιολογεί την επένδυση που απαιτείται για τη συμμόρφωση με τους κανόνες.
Απέρριψε τις νομικές ενστάσεις του κινεζικού υπουργείου Εμπορίου, δηλώνοντας ότι η Κίνα δεν έχει λόγο να υποδεικνύει τον τρόπο λειτουργίας της Ευρώπης, όπως και η Ευρώπη δεν παρεμβαίνει στον τρόπο λειτουργίας της Κίνας, καταλήγοντας ότι πρόκειται για την ευρωπαϊκή αγορά και τους ευρωπαϊκούς κανόνες, οι οποίοι είναι απλοί και προβλέψιμοι.
Σταδιακή υποχώρηση της Huawei
Η Huawei, η οποία απασχολεί περίπου 10.000 εργαζομένους στην Ευρώπη, βλέπει τη θέση της στην αγορά να αποδυναμώνεται σημαντικά. Σύμφωνα με τη δανική εταιρεία συμβούλων Strand Consult, ο εξοπλισμός από προμηθευτές υψηλού κινδύνου, κυρίως της Huawei, αντιστοιχούσε περίπου στο 30% του εγκατεστημένου εξοπλισμού 5G στην Ευρώπη στις αρχές του 2026.
Στη Γερμανία, περίπου το 59% των κεραιών 5G εξακολουθεί να προέρχεται από κινεζικούς προμηθευτές. Ωστόσο, τον Ιούλιο του 2024, το Βερολίνο ανακοίνωσε την απαγόρευση εξαρτημάτων και τεχνολογιών των Huawei και ZTE στα δίκτυα 5G. Τα προϊόντα των δύο εταιρειών θα αποσυρθούν από τον πυρήνα του δικτύου το αργότερο έως το τέλος του 2026, σύμφωνα με τη Νάνσι Φέζερ, τότε υπουργό Εσωτερικών της Γερμανίας.
Η Ιταλία δεν έχει προχωρήσει σε πλήρη απαγόρευση των κινεζικών κατασκευαστών, εξετάζοντας αντ’ αυτού τις συμβάσεις κατά περίπτωση. Το 2020, αποτράπηκε η υπογραφή συμφωνίας 5G μεταξύ του παρόχου Fastweb και της Huawei.
Στη Γαλλία, ο νόμος του 2019 για την προστασία των συμφερόντων εθνικής άμυνας υποχρέωσε τους παρόχους SFR και Bouygues Telecom να αποξηλώσουν χιλιάδες κινεζικές κεραίες, ενώ το μερίδιο αγοράς της Huawei μειώθηκε στο 13% έως το 2024. Τα έσοδά της στη Γαλλία έχουν σχεδόν υποδιπλασιαστεί από το 2019, μειούμενα από 1,4 δισ. ευρώ σε 695 εκατ. ευρώ.
Η Ισπανία ακολούθησε διαφορετική πορεία. Ο σοσιαλιστής πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ έχει επανειλημμένα ζητήσει στενότερη ευθυγράμμιση με το Πεκίνο, και η κυβέρνησή του υπέγραψε το 2025 σύμβαση 12 εκατ. ευρώ με τη Huawei για την αποθήκευση ευαίσθητων δικαστικών δεδομένων που προέρχονται από υποκλοπές.
Η απόφαση αυτή δεν πέρασε απαρατήρητη στην Ουάσιγκτον. Ο πρόεδρος της Επιτροπής Πληροφοριών της Γερουσίας Τομ Κόττον και ο πρόεδρος της αντίστοιχης επιτροπής της Βουλής των Αντιπροσώπων Ρικ Κρόφορντ κάλεσαν τη διευθύντρια εθνικών πληροφοριών Τάλσι Γκάμπαρντ να επανεξετάσει τις συμφωνίες ανταλλαγής πληροφοριών με τη Μαδρίτη, κατηγορώντας την Ισπανία ότι θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια των συμμάχων.








