Η πιθανότητα εξόδου των Ηνωμένων Πολιτειών από το ΝΑΤΟ οδηγεί τους Ευρωπαίους ηγέτες να αποτιμήσουν τις στρατιωτικές τους δυνατότητες χωρίς την αμερικανική ισχύ.
Για να μπορέσουν να αντιμετωπίσουν τη Ρωσία χωρίς τις ΗΠΑ, οι ευρωπαϊκές χώρες της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας θα χρειαστεί να ενισχύσουν τους μόνιμους στρατούς τους κατά τουλάχιστον 300.000 στρατιώτες και να αυξήσουν σημαντικά τις αμυντικές δαπάνες πέραν του 3,5% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος — τουλάχιστον κατά 250 δισ. ευρώ — ενώ παράλληλα θα πρέπει να αναβιώσουν και να ενοποιήσουν τη βιομηχανική τους βάση.
Αυτή η αλλαγή δεν πρέπει να καθυστερήσει, σύμφωνα με κοινή ανάλυση του 2025 του ευρωπαϊκού ερευνητικού ιδρύματος Bruegel και του Ινστιτούτου Παγκόσμιας Οικονομίας του Κιέλου, που προειδοποιούν ότι η Μόσχα αναμένεται να δοκιμάσει την αποφασιστικότητα του ΝΑΤΟ μέσα στα επόμενα τρία έως δέκα χρόνια.
Επί του παρόντος, οι Αμερικανοί διατηρούν 80.000 στρατιώτες σε 30 βάσεις στην Ευρώπη, και μπορούν να αναπτύσσουν γρήγορα δυνάμεις. Ωστόσο, η αποχώρηση των Ηνωμένων Πολιτειών από τη Συμμαχία — προοπτική μέχρι πρότινος αδιανόητη — είναι είναι πλέον υπό εξέταση από την κυβέρνηση Τραμπ. Η άρνηση Ευρωπαίων ηγετών να επιτρέψουν τη χρήση βάσεων και εναέριου χώρου σε αμερικανικά μαχητικά, καθώς και η αποχή τους από τον ναυτικό αποκλεισμό στην Αραβική Θάλασσα, οδήγησαν τον Αμερικανό πρόεδρο — ο οποίος ουδέποτε υπήρξε ένθερμος υποστηρικτής της συμμαχίας των 32 χωρών, που το Πεντάγωνο καθοδηγεί από το 1949 — να ζητήσει μια «πολύ σοβαρή εξέταση» της συμμαχίας. Όπως έχει ήδη προειδοποιήσει ο Τραμπ, οι Ευρωπαίοι ενδέχεται να βρεθούν αντιμέτωποι με μια «αναμέτρηση» χωρίς την αμερικανική ηγεσία και υποστήριξη.
Για την αποχώρηση των ΗΠΑ από το ΝΑΤΟ απαιτείται έγκριση του Κογκρέσου — που θεωρείται απίθανο να δοθεί — ωστόσο οι δηλώσεις του προέδρου πυροδοτούν συζητήσεις και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού για αναδιάρθρωση της συμμαχίας, με τους Ευρωπαίους να καλούνται να αναλάβουν περισσότερες ευθύνες.
Όπως έχει ευρέως αναφερθεί, οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι άρχισαν να συζητούν ενεργά και προετοιμάζονται για ένα «ΝΑΤΟ χωρίς τις ΗΠΑ» μετά από την απαίτηση του Τραμπ να αναλάβουν πιο ενεργά τη στήριξη της ουκρανικής άμυνας, με την απειλή για κατάληψη της Γροιλανδίας και τον χαρακτηρισμό των κρατών-μελών ως «δειλών» να ενισχύουν το σενάριο, αμφισβητώντας την αξιοπιστία του Τραμπ ως προς την τήρηση των συμβατικών του υποχρεώσεων. Από την πλευρά τους, οι Αμερικανοί αμφισβητούν την αποφασιστικότητα του ΝΑΤΟ, μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, ήδη από την περίοδο της διακυβέρνησης του Μπαράκ Ομπάμα.
Ως προς το αμερικανικό αίτημα για αμυντικές δαπάνες της τάξεως του 5% του ΑΕΠ, τα μέλη συμφώνησαν κατά τη σύνοδο της Συμμαχίας το 2025 να διαθέσουν το 3,5% για τις ένοπλες δυνάμεις τους — ποσοστό περίπου αντίστοιχο με αυτό που δαπανούν οι Ηνωμένες Πολιτείες — και επιπλέον 1,5% για βελτιώσεις υποδομών, όπως η κυβερνοασφάλεια, η διαχείριση κρίσεων και η προσαρμογή οδικών αξόνων, σιδηροδρομικών γραμμών, γεφυρών και λιμανιών στις στρατιωτικές ανάγκες.
Ισχύς και οικονομικοί πόροι
Η ανάλυση του Ιδρύματος Bruegel και του Ινστιτούτου Κιέλου καταγράφει ότι οι ευρωπαϊκοί στρατοί διαθέτουν συνολικά περίπου 1,5 εκατομμύριο στρατιώτες. Για να αντέξει μια υποθετική ρωσική εισβολή, μια δύναμη αποτελούμενη αποκλειστικά από ευρωπαϊκές χώρες θα χρειαζόταν 300.000 επιπλέον στρατιώτες πεζικού, δηλαδή περίπου 50 επιπλέον ταξιαρχίες σε σχέση με το 2025. Θα απαιτούνταν τουλάχιστον 1.400 άρματα μάχης, 2.000 τεθωρακισμένα οχήματα μάχης πεζικού και 700 πυροβόλα, και περισσότερα από 1 εκατομμύριο βλήματα των 155 χιλιοστών — η ελάχιστη ποσότητα για τρεις μήνες πολεμικών επιχειρήσεων, σύμφωνα με την ίδια ανάλυση.
Αυτοί οι αριθμοί ξεπερνούν τις σημερινές δυνάμεις της Γαλλίας, της Γερμανίας, της Ιταλίας και του Ηνωμένου Βασιλείου μαζί. Και αυτά αφορούν μόνο τις χερσαίες δυνάμεις.
Για να φτάσει τα επίπεδα πολεμικής παραγωγής της Ρωσίας — ακόμη και λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις απώλειες στην Ουκρανία — μια ευρωπαϊκή δύναμη χωρίς τις ΗΠΑ θα χρειαζόταν συλλογικές προμήθειες οπλικών συστημάτων, κοινό εξοπλισμό, ενοποιημένη εφοδιαστική αλυσίδα και ενσωματωμένες στρατιωτικές μονάδες. Ένας τέτοιος στρατός θα έπρεπε να αντικαταστήσει τις αμερικανικές δυνάμεις που σταθμεύουν και εναλλάσσονται στον διάδρομο Σουβάλκι, μήκους περίπου 105 χιλιομέτρων, μεταξύ Πολωνίας και Λιθουανίας, ενώ θα έπρεπε επίσης να δημιουργήσει βάσεις στη Μολδαβία και τη Ρουμανία.
Αυτές είναι μόνο μερικές από τις προκλήσεις που θα αντιμετώπιζε ένα «ΝΑΤΟ χωρίς τις ΗΠΑ», όπως ανέφεραν στρατιωτικοί αναλυτές και ειδικοί στις διεθνείς σχέσεις στην εφημερίδα The Epoch Times. Παράλληλα, καθώς οι Ευρωπαίοι θα υιοθετούσαν αναγκαστικά πιο ενεργό ρόλο στην ήπειρο, οι αμερικανικές δυνάμεις θα έπρεπε να αντισταθμίσουν την απώλεια εξειδικεύσεων και δεξιοτήτων που προσφέρουν οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι.
Η καθηγήτρια Πολιτικής στο University of Miami, Τζουν Τόιφελ Ντράιερ (June Teufel Dreyer), του Ινστιτούτου Έρευνας Εξωτερικής Πολιτικής και πρώην μέλος της Επιτροπής Αναθεώρησης Οικονομικών και Ασφαλείας ΗΠΑ–Κίνας, εκτίμησε ότι οι δυνάμεις του ΝΑΤΟ χωρίς τις ΗΠΑ είναι καλά εκπαιδευμένες και διαθέτουν ορισμένες ιδιαίτερα ικανές βιομηχανίες αμυντικής παραγωγής.
Όπως σημείωσε, ευρωπαϊκοί κολοσσοί, όπως οι Thales και Leonardo, θα έβλεπαν θετικά την προοπτική αυξημένων εγχώριων επενδύσεων. Οι Ευρωπαίοι αμυντικοί εργολάβοι γνωρίζουν πως τα απαιτούμενα κεφάλαια δεν είναι εξασφαλισμένα χωρίς παραγγελίες από τον αμερικανικό στρατό, όπως, για παράδειγμα, η ετήσια κατασκευή 2.000 πυρομαχικών περιφερόμενης προσβολής μεγάλου βεληνεκούς — μη επανδρωμένα αεροσκάφη — ώστε να ανταποκριθούν στα ρωσικά επίπεδα. Σύμφωνα με την Ντράιερ, η Γαλλία και η Γερμανία κατασκευάζουν υποβρύχια υψηλής ποιότητας, ενώ η Σουηδία παράγει εξαιρετικά μαχητικά αεροσκάφη.
Ωστόσο, από την άποψη της πυρηνικής αποτροπής, η αποχώρηση των ΗΠΑ από το ΝΑΤΟ θα ήταν ιδιαίτερα προβληματική.
Η Ντράιερ υπενθύμισε ότι τον Ιούνιο του 2025 ο Βρετανός πρωθυπουργός Κηρ Στάρμερ ανακοίνωσε ότι το Ηνωμένο Βασίλειο θα αγοράσει τουλάχιστον δώδεκα μαχητικά F-35 αμερικανικής κατασκευής, προκειμένου να ενισχύσει τη διαλειτουργικότητα της άμυνας του ΝΑΤΟ στο πυρηνικό σκέλος, τα οποία θα αποτελούν τη μοναδική πυρηνική αποτρεπτική δύναμη της χώρας πέραν του στόλου υποβρυχίων της. Το μαχητικό χαμηλής παρατηρησιμότητας είναι το πρώτο που μπορεί να φέρει τόσο συμβατικά όσο και πυρηνικά όπλα.
Σημείωσε ότι ο συντονισμός ΗΠΑ και Ευρωπαίων συμμάχων στις προμήθειες και την παραγωγή οπλικών συστημάτων μειώνει το κόστος και τις δαπάνες έρευνας και ανάπτυξης για τα πλέον προηγμένα όπλα, επισημαίνοντας ότι το εκτιμώμενο κόστος για το μαχητικό έκτης γενιάς F-47 ανέρχεται σε 4,4 δισ. δολάρια, αλλά αποτελεί κοινή δαπάνη του ΝΑΤΟ.
Εξειδίκευση και δεξιότητες
Εάν διακοπούν οι δεσμοί στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα επωφελούνται πλέον από αυτό που ο απόστρατος πλοίαρχος του Πολεμικού Ναυτικού και συνεργάτης της Epoch Times, Καρλ Σούστερ, χαρακτήρισε ως «εντυπωσιακές δυνατότητες που ενδέχεται να αποδειχθούν κρίσιμες σε οποιαδήποτε σύγκρουση». Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται ο σχεδιασμός αεροσκαφών και πλοίων, οι ειδικές επιχειρήσεις και η εξειδικευμένη γνώση περιοχών, όπως οι επιχειρήσεις σε ορεινό έδαφος και ο πόλεμος στην Αρκτική.
Ωστόσο, πολλά ευρωπαϊκά στρατιωτικά μέσα είναι πεπαλαιωμένα, και ήταν μόλις μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία — και τις απειλές του Τραμπ για αποχώρηση των ΗΠΑ από τη Συμμαχία — που οι ηγέτες έδειξαν τη διάθεση να αντιμετωπίσουν τις ελλείψεις. Ο Αμερικανός πρόεδρος έχει επίσης εκφράσει αμφιβολίες για την Ισπανία — η οποία αρνήθηκε να επιτρέψει τη χρήση βάσεων στο έδαφός της για επιθέσεις κατά του Ιράν — καθώς και για την Τουρκία.
Σύμφωνα με τον Σούστερ, η Ισπανία έχει απορρίψει οποιαδήποτε ιδέα συμμετοχής των χερσαίων και αεροπορικών της δυνάμεων σε επιχειρήσεις εκτός της επικράτειάς της, με αποτέλεσμα η συμβολή της στην άμυνα του ΝΑΤΟ να είναι περισσότερο θεωρητική παρά ουσιαστική.
Παράλληλα, αν και η Τουρκία διαθέτει τη μεγαλύτερη χερσαία δύναμη της Συμμαχίας, η προθυμία της να συμβάλει στην άμυνα της Ελλάδας, της Βουλγαρίας και της Ανατολικής Ευρώπης είναι αμφίβολη.
Ο διευθυντής του Middle East Forum, Γκρεγκ Ρόμαν, είχε επίσης αμφισβητήσει τη δέσμευση της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ, σε άρθρο του τον Σεπτέμβριο του 2025 στην Epoch Times, ζητώντας μια «επείγουσα αξιολόγηση διαχωρισμού», μετά τις κινήσεις της Τουρκίας προς την Κίνα και το Ιράν κατά τη σύνοδο του Οργανισμού Συνεργασίας της Σαγκάης.
Όπως ανέφερε τον Απρίλιο, έξι μήνες αργότερα, η αξιολόγηση αυτή δεν αποτελεί πλέον επιλογή, επισημαίνοντας ότι, δεδομένων των σχεδίων του ΝΑΤΟ για κοινή αντιαεροπορική και αντιπυραυλική άμυνα, ένας σύμμαχος όπως η Τουρκία, που ευθυγραμμίζεται λειτουργικά με το Ιράν και το μπλοκ του Οργανισμού Συνεργασίας της Σαγκάης, δεν μπορεί να θεωρείται αξιόπιστος.
Αποφασιστικότητα για στρατιωτική δράση
Ο Ρόμαν αμφισβήτησε και τις δυνατότητες ενός ευρέος φάσματος στρατιωτικών τομέων του ΝΑΤΟ.
Κατά την εκτίμησή του, στο δυσμενέστερο σενάριο, η Συμμαχία θα μετατρεπόταν σε μια ευρωπαϊκή λέσχη άμυνας, με μια γαλλική πυρηνική «ομπρέλα», ένα βρετανικό ναυτικό που δεν μπορεί να αναπτύξει ούτε ένα αντιτορπιλικό και μια γερμανική βιομηχανική βάση που δεν μπορεί να τηρήσει τα χρονοδιαγράμματα παραγωγής πυρομαχικών.
Σύμφωνα με τον Ρόμαν, θα επιβίωνε μόνο στα χαρτιά, χωρίς να λειτουργεί ως αποτρεπτική δύναμη απέναντι στη Μόσχα ή σε οποιαδήποτε άλλη περιφερειακή δύναμη, και ιδίως απέναντι στην Κίνα.
Ο Σούστερ διατύπωσε παρόμοιες ανησυχίες, σημειώνοντας ότι λίγοι στρατοί του ΝΑΤΟ διαθέτουν κοινά πρότυπα και συνεκτικές επιχειρησιακές δυνατότητες, ένα έλλειμμα που θα έπρεπε να είχε αντιμετωπιστεί από τη στιγμή που η Ρωσία επανεμφανίστηκε ως επιθετικός παράγοντας.
Ο Άντερς Κορ, εκδότης του Journal of Political Risk και επικεφαλής της Corr Analytics στο Πίτσμπεργκ, υποστήριξε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν χρειάζονται τίποτα από τους συμμάχους τους στο ΝΑΤΟ και ότι μόνο τα αμερικανικά κεφάλαια διατηρούν την ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία σε λειτουργία.
Σύμφωνα με τον Κορ, δεν υπάρχουν σημαντικές ευρωπαϊκές στρατιωτικές τεχνολογίες που να μην διαθέτουν ήδη οι Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ, αν χρειάζονταν περισσότερα παγοθραυστικά ή δυνατότητες εντοπισμού υποβρυχίων, αυτά θα μπορούσαν να κατασκευαστούν σχετικά εύκολα ή να αποκτηθούν, δεδομένων των υψηλότερων αμυντικών προϋπολογισμών που αναμένονται στο μέλλον.
Η Ντράιερ, θέτοντας το ερώτημα τι ακριβώς λείπει, κατέληξε ότι, πέρα από την αναμφισβήτητη ικανότητα, το κρίσιμο στοιχείο είναι η προθυμία των χωρών του ΝΑΤΟ να χρηματοδοτήσουν το αυξημένο κόστος της αυτόνομης πορείας τους —καθώς και η αποφασιστικότητά τους να πολεμήσουν.
Του John Haughey








