Με τον αριθμό των αιτήσεων ασύλου στη Γερμανία και συνολικά στην Ευρωπαϊκή Ένωση να μειώνεται σημαντικά, στις 12 Ιουνίου 2026 τίθεται σε ισχύ σε ολόκληρη την ΕΕ το μεταρρυθμισμένο Κοινό Ευρωπαϊκό Σύστημα Ασύλου (Common European Asylum System – CEAS).
Η μεταρρύθμιση του CEAS εγκρίθηκε σε επίπεδο ΕΕ τον Μάιο του 2024. Τα κράτη-μέλη είχαν στη διάθεσή τους δύο χρόνια για να ενσωματώσουν τις έντεκα σχετικές νομοθετικές πράξεις. Η Ελλάδα ανήρτησε σε δημόσια διαβούλευση το νέο σχέδιο νόμου για την εφαρμογή του Ευρωπαϊκού Συμφώνου για τη Μετανάστευση και το Άσυλο στις 12 Μαΐου. Η Γερμανία ενσωμάτωσε τις αντίστοιχες διατάξεις τον Φεβρουάριο και τον Απρίλιο του 2026. Από τις 12 Ιουνίου, οι νέοι κανόνες καθίστανται δεσμευτικοί σε ολόκληρη την Ένωση.
Κεντρικό στοιχείο της μεταρρύθμισης είναι η επιτάχυνση των διαδικασιών στα εξωτερικά σύνορα της ΕΕ. Στόχος είναι η ταχύτερη εξέταση των αιτήσεων ασύλου ατόμων που προέρχονται από ασφαλείς τρίτες χώρες, από χώρες με χαμηλά ποσοστά χορήγησης διεθνούς προστασίας ή από πρόσωπα που δεν διαθέτουν έγγραφα. Όταν δεν διαφαίνεται προοπτική αποδοχής της αίτησης, θα είναι δυνατόν η είσοδος να απορρίπτεται ήδη στα σύνορα.
Για τη διασφάλιση των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η ΕΕ έχει θεσπίσει ανεξάρτητο μηχανισμό ελέγχου. Η σχετική διαδικασία στα εξωτερικά σύνορα ρυθμίζεται από τον Κανονισμό Προκαταρκτικού Ελέγχου και περιλαμβάνει έλεγχο ταυτότητας και ασφάλειας, καθώς και προκαταρκτική αξιολόγηση της κατάστασης υγείας και της ευαλωτότητας των προσώπων. Στο μεταξύ εφαρμόζεται το καθεστώς της «νομικής μη εισόδου», ακόμη και όταν τα εμπλεκόμενα πρόσωπα βρίσκονται ήδη σε έδαφος της ΕΕ.
Με την έναρξη ισχύος του CEAS τίθεται επίσης σε εφαρμογή κοινός κατάλογος ασφαλών χωρών καταγωγής σε επίπεδο ΕΕ. Σε αυτόν περιλαμβάνονται η Αίγυπτος, το Μαρόκο, η Τυνησία, το Μπανγκλαντές, η Ινδία, η Κολομβία και το Κόσοβο. Οι αιτήσεις ασύλου από τις χώρες αυτές θα εξετάζονται ταχύτερα και θα απορρίπτονται συχνότερα.
Η διαδικασία στα εξωτερικά σύνορα αποσκοπεί στην έκδοση αποφάσεων μέσα σε εβδομάδες αντί για μήνες. Ενιαία πρότυπα θα εφαρμόζονται σε όλα τα κράτη-μέλη, ενώ το σύστημα Eurodac, με τη διευρυμένη βάση δακτυλικών αποτυπωμάτων, αποσκοπεί στην αποτροπή υποβολής πολλαπλών αιτήσεων σε διαφορετικές χώρες της ΕΕ.
Αιτούντες που έχουν ήδη λάβει καθεστώς προστασίας σε άλλο κράτος-μέλος, καθώς και οι λεγόμενες υποθέσεις του Κανονισμού Δουβλίνου, μπορούν να τοποθετούνται σε κέντρα δευτερογενούς μετανάστευσης. Στόχος είναι η ταχεία επιστροφή τους στο αρμόδιο κράτος μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας. Στη Γερμανία, τέτοιες εγκαταστάσεις λειτουργούν μέχρι στιγμής μόνο στο Αμβούργο και στο Βραδεμβούργο.
Ένα πρώτο βήμα προς τη μελλοντική διαδικασία στα εξωτερικά σύνορα αποτελεί η ήδη υφιστάμενη διαδικασία στα αεροδρόμια. Στην περίπτωση αιτούντων άσυλο χωρίς έγκυρα έγγραφα ή προερχόμενων από ασφαλείς χώρες καταγωγής, η διαδικασία μπορεί να διεξάγεται στη ζώνη διέλευσης ακόμη και πριν από την απόφαση της Ομοσπονδιακής Αστυνομίας για την είσοδό τους.
Αντιδράσεις για τις νέες ρυθμίσεις του CEAS
Το CEAS θεσπίζει επίσης ενιαίους κανόνες για τις απελάσεις, την κράτηση προς απέλαση και τις απαγορεύσεις επανεισόδου σε ολόκληρη την ΕΕ. Οι διατάξεις αυτές δεν αφορούν μόνο τους αιτούντες άσυλο στα εξωτερικά σύνορα, αλλά και άτομα που διαμένουν ήδη παράνομα στο έδαφος της Ένωσης.
Προκειμένου να εντοπίζονται άτομα που διαμένουν παράνομα, οι αρχές θα μπορούν να αναζητούν διευθύνσεις κατοικίας και άλλους σχετικούς χώρους εντός των κρατών-μελών. Η πρόβλεψη αυτή προκαλεί ανησυχίες σε μη κυβερνητικές οργανώσεις, οι οποίες εκφράζουν τον φόβο ότι ενδέχεται να γίνουν συχνότερες στην Ευρώπη επιχειρήσεις εφόδου κατά το πρότυπο των επιχειρήσεων της αμερικανικής Υπηρεσίας Μετανάστευσης και Τελωνείων (ICE).
Αυστηρότερα αναμένεται να γίνουν τα κριτήρια και στις απαγορεύσεις εισόδου. Σύμφωνα με τον προκαταρκτικό συμβιβασμό του τριμερούς διαλόγου για τον κανονισμό επαναπατρισμού, οι οικογένειες με παιδιά δεν θα προστατεύονται πλέον κατ’ αρχήν από την κράτηση προς απέλαση. Μόνο οι ασυνόδευτοι ανήλικοι θα απολαμβάνουν υψηλότερο επίπεδο προστασίας, εκτός εάν θεωρούνται απειλή για τη δημόσια ασφάλεια.
Αυστηρότεροι κανόνες προβλέπονται και για τις προσφυγές. Η ένσταση κατά απόφασης απέλασης δεν θα οδηγεί πλέον αυτομάτως σε αναστολή της εκτέλεσής της. Τα δικαστήρια θα αποφασίζουν κατά περίπτωση αν απαιτείται επανεξέταση, ενώ όταν η νομική κατάσταση θεωρείται σαφής, μπορεί η αναστολή να απορρίπτεται.
Η διάρκεια της απαγόρευσης εισόδου προβλέπεται να αυξηθεί το μέγιστο όριο από πέντε σε δέκα έτη. Για πρόσωπα που χαρακτηρίζονται επικίνδυνα θα μπορεί να επιβάλλεται ισόβια απαγόρευση επανεισόδου. Παράλληλα, η μέγιστη διάρκεια κράτησης προς απέλαση πρόκειται να αυξηθεί από τους έξι μήνες στα δύο έτη, χωρίς θεμελιώδη εξαίρεση για γυναίκες και παιδιά.
Οργανώσεις αρωγής, όπως η Pro Asyl, επισημαίνουν ότι οι διατάξεις έγιναν πιο αυστηρές και ότι στην πράξη καταργείται η διάκριση μεταξύ κράτησης προς απέλαση και ποινικής κράτησης.
Κατά κανόνα, στο μέλλον προβλέπεται ως μέγιστη τυπική διάρκεια κράτησης προς απέλαση το ένα έτος. Θα δίνεται δωδεκάμηνη παράταση μόνο εάν η απέλαση δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί, για παράδειγμα λόγω έλλειψης συνεργασίας.
Σύμφωνα με την Pro Asyl, αυτό δεν αφορά μόνο περιπτώσεις όπου τα ίδια τα πρόσωπα αρνούνται τον επαναπατρισμό τους. Μπορεί επίσης να επιβληθεί όταν προκύπτουν προβλήματα στην έκδοση εγγράφων από τρίτες χώρες, παρότι οι ενδιαφερόμενοι δεν ευθύνονται γι’ αυτά. Ωστόσο, ακριβώς σε αυτό το σημείο αποτυγχάνουν συχνά στην πράξη πολλές απελάσεις.
Παρ’ όλα αυτά, το CEAS προβλέπει ορισμένες εγγυήσεις για τους αιτούντες άσυλο. Οι ενδιαφερόμενοι δικαιούνται διερμηνέα, προσωπική ακρόαση και δωρεάν νομική συμβουλή, ενώ θεσπίζονται δεσμευτικές διατάξεις για όλα τα κράτη σχετικά με τις συνθήκες υποδοχής και διαβίωσης.
Κατά την παρουσίαση της μεταρρύθμισης, η Επίτροπος Εσωτερικών Υποθέσεων της ΕΕ δήλωσε ότι ο στόχος ήταν πρωτίστως η αποτρεπτική επίδραση στη μετανάστευση για λόγους ασύλου και μια θεμελιώδης αλλαγή πορείας στην ευρωπαϊκή πολιτική ασύλου, υποστηρίζοντας ότι διασφαλίζεται πως τα άτομα χωρίς δικαίωμα παραμονής στην Ένωση θα επαναπατρίζονται πράγματι.
Κέντρα επαναπατρισμού
Όποιος έχει λάβει οριστική αρνητική απόφαση ή έχει εισέλθει από ασφαλή τρίτη χώρα θα τοποθετείται σε κέντρα επαναπατρισμού. Τα κέντρα αυτά μπορούν να λειτουργούν είτε ως βραχυπρόθεσμοι σταθμοί διέλευσης είτε ως χώροι μακροχρόνιας διαμονής. Θεωρητικά, είναι δυνατή και η δημιουργία εγκαταστάσεων σε τρίτες χώρες, χωρίς να απαιτείται σύνδεση με τη χώρα καταγωγής των ενδιαφερομένων.
Η Ελλάδα, η Γερμανία, η Αυστρία και οι Κάτω Χώρες συγκαταλέγονται μέχρι στιγμής στις πρώτες χώρες που αναζητούν πιθανές τοποθεσίες. Η κυβέρνηση της Χάγης εξετάζει συμφωνία με την Ουγκάντα, ενώ η Ιταλία είχε ήδη συνάψει συμφωνία με την Αλβανία. Ωστόσο, δικαστήριο έκρινε τη συγκεκριμένη διαδικασία μη επιτρεπτή.
Η δημιουργία κέντρων επαναπατρισμού απαιτεί διμερείς συμφωνίες με τρίτες χώρες, των οποίων η συμμετοχή παραμένει μέχρι στιγμής αβέβαιη. Επιπλέον, πρέπει να τηρούνται ορισμένα κριτήρια ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Το κατά πόσον αυτό ισχύει, για παράδειγμα, στην περίπτωση της Ουγκάντας που αναφέρεται από τη γερμανική πλευρά, είναι αμφισβητούμενο.
Στο Ηνωμένο Βασίλειο, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε παράνομο το μοντέλο της Ρουάντας τον Νοέμβριο του 2023. Ειδικότερα, αποφάνθηκε ότι δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για τον χαρακτηρισμό της Ρουάντας ως ασφαλούς τρίτης χώρας. Ο πυρήνας του σχεδίου ήταν ότι οι αιτούντες άσυλο που έφθαναν παράνομα στη χώρα δεν θα είχαν τη δυνατότητα να υποβάλουν αίτηση ασύλου σε βρετανικό έδαφος. Αντίθετα, προβλεπόταν η άμεση μεταφορά τους στη Ρουάντα μετά την άφιξή τους, ώστε να αποκλείεται η μελλοντική επιστροφή τους στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Η κυβέρνηση των Εργατικών τερμάτισε το πρόγραμμα μετά την ανάληψη της εξουσίας το 2024. Πέρα από το κατά πόσον ασφαλής είναι η Ρουάντα ως τρίτη χώρα, έδωσε έμφαση στο οικονομικό κόστος του προγράμματος. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, οι δαπάνες είχαν ανέλθει στα 730 εκατομμύρια ευρώ, χωρίς να πραγματοποιηθεί ούτε μία απέλαση.
Η Βρετανία είχε δεσμευθεί να καταβάλει στη Ρουάντα περισσότερα από 500 εκατομμύρια λίρες (άνω των 578 εκατομμυρίων ευρώ) για την υποδοχή 300 προσφύγων αρχικά. Από αυτό το ποσό, περισσότερα από 430 εκατομμύρια ευρώ είχαν ήδη καταβληθεί για τη διατήρηση της σχετικής υποδομής υποδοχής και για πρόσθετα έξοδα πτήσεων τσάρτερ. Τελικά, ούτε ένας πρόσφυγας δεν μεταφέρθηκε στη Ρουάντα.
Του Reinhard Werner








