Οι υπουργοί Εξωτερικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης συνεδρίασαν στις Βρυξέλλες στις 16 Μαρτίου, με αιχμή τις διεθνείς επιπτώσεις του πολέμου με το Ιράν και κυρίαρχο θέμα το de facto κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ.
Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε ενώ ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, εντείνει τις πιέσεις προς τους συμμάχους για την ασφάλεια της κρίσιμης ναυτιλιακής αρτηρίας, από όπου διέρχεται περίπου το 20% της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου.
Ο Τραμπ δήλωσε στις 15 Μαρτίου: «Έχω ζητήσει από περίπου επτά χώρες που εξαρτώνται από το πέρασμα να συνεισφέρουν στην προστασία του». Την προηγουμένη είχε αναφέρει: «Ελπίζω η Κίνα, η Γαλλία, η Ιαπωνία, η Νότια Κορέα και το Ηνωμένο Βασίλειο να αποστείλουν πλοία προκειμένου να συνδράμουν στην επιτήρηση των Στενών του Ορμούζ, ενώ οι αμερικανικές δυνάμεις συνεχίζουν να στοχεύουν ό,τι απομένει από τις ναυτικές δυνατότητες του Ιράν».
Πριν από τη σύνοδο της 16ης Μαρτίου, η επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας, Κάγια Κάλλας, δήλωσε ότι «η Ένωση εξετάζει τρόπους για την αποκατάσταση της θαλάσσιας κυκλοφορίας στα Στενά». Η Κάλλας ανέφερε ότι είχε συνομιλήσει με τον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ, Αντόνιο Γκουτέρες, για το ενδεχόμενο δημιουργίας μιας θαλάσσιας διευθέτησης στα πρότυπα της συμφωνίας εξαγωγής σιτηρών στη Μαύρη Θάλασσα, προκειμένου να επανεκκινήσουν οι μεταφορές πετρελαίου και φυσικού αερίου. Όπως εξήγησε, «η συμφωνία στη Μαύρη Θάλασσα ήταν μια πολεμική συμφωνία που επέτρεψε στην Ουκρανία να εξάγει τρόφιμα με ασφάλεια παρά τον ναυτικό αποκλεισμό της Ρωσίας. Με τη μεσολάβηση του 2022, δημιουργήθηκε προστατευμένος θαλάσσιος διάδρομος από τα ουκρανικά λιμάνια στη Μαύρη Θάλασσα».
Η Κάλλας υπογράμμισε ότι «το κλείσιμο του Ορμούζ εγκυμονεί κινδύνους πολύ ευρύτερους από τις αγορές ενέργειας» και προειδοποίησε πως διακυβεύεται και η εξαγωγή λιπασμάτων. «Εάν υπάρξει έλλειψη λιπασμάτων φέτος, θα αντιμετωπίσουμε και επισιτιστική κρίση του χρόνου», τόνισε.
Οι Ευρωπαίοι υπουργοί επρόκειτο επίσης να εξετάσουν το ενδεχόμενο διεύρυνσης της ευρωπαϊκής ναυτικής αποστολής Aspides, η οποία σήμερα προστατεύει πλοία από επιθέσεις των Χούθι στην Ερυθρά Θάλασσα. Όπως σημείωσε η Κάλλας, «οποιαδήποτε απόφαση απαιτεί συναίνεση των κρατών-μελών».
Παγκόσμια αντίδραση
O Βρετανός πρωθυπουργός Κηρ Στάρμερ συζήτησε τις επιπτώσεις του διαρκούς αποκλεισμού των Στενών του Ορμούζ στη διεθνή ναυτιλία και το ζήτημα της επαναλειτουργίας του περάσματος με τον Ντόναλντ Τραμπ και τον Καναδό πρωθυπουργό Μαρκ Κάρνεϋ, όπως ανακοίνωσε η Ντάουνινγκ Στρητ στις 15 Μαρτίου.
Ο Στάρμερ δήλωσε σε συνέντευξη, στις 16 Μαρτίου: «Το Λονδίνο συνεργάζεται με άλλες χώρες, ευρωπαϊκών συμπεριλαμβανομένων, για να διαμορφώσει ένα ρεαλιστικό, συλλογικό σχέδιο επαναλειτουργίας των Στενών του Ορμούζ. Τελικά, οφείλουμε να ανοίξουμε τα Στενά του Ορμούζ ώστε να διασφαλιστεί η σταθερότητα στην αγορά. Αυτό, όμως, δεν είναι εύκολη υπόθεση. Συνεργαζόμαστε με όλους τους συμμάχους μας, συμπεριλαμβανομένων των Ευρωπαίων εταίρων, ώστε να συγκροτηθεί ένα εφαρμόσιμο και συλλογικό σχέδιο για την ταχεία αποκατάσταση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας στην περιοχή και τον περιορισμό των οικονομικών συνεπειών». Επεσήμανε ότι δεν έχουν ληφθεί αποφάσεις και ξεκαθάρισε πως κάθε ενέργεια θα χρειαστεί την ευρύτερη δυνατή συναίνεση, ενώ διευκρίνισε ότι οι συζητήσεις συνεχίζονται και πως το ζήτημα βρέθηκε στο επίκεντρο των επαφών του με τον Τραμπ.
Κάποιες από τις σύμμαχες χώρες των ΗΠΑ εμφανίζονται απρόθυμες να στείλουν ναυτικές δυνάμεις. Η πρωθυπουργός της Ιαπωνίας, Σανάε Τακαΐτσι, είπε στη Βουλή στις 16 Μαρτίου πως «η Ιαπωνία δεν έχει λάβει απόφαση για αποστολή πλοίων, επικαλούμενη συνταγματικούς περιορισμούς». Η Αυστραλία δήλωσε ότι δεν θα στείλει το πολεμικό της ναυτικό, ενώ η Νότια Κορέα σημείωσε ότι εξετάζει προσεκτικά το αίτημα του Τραμπ.
ΝΑΤΟ
Ο Τραμπ προειδοποίησε επίσης το μέλλον του ΝΑΤΟ είναι δυσοίωνο, εάν τα κράτη-μέλη του δεν συνδράμουν τις ΗΠΑ για το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ. Σε συνέντευξή του στους Financial Times, στις 15 Μαρτίου, υπέδειξε πως οι σύμμαχοι θα μπορούσαν να βοηθήσουν στέλνοντας ναρκαλιευτικά, επισημαίνοντας ότι «το Ιράν τοποθετεί νάρκες στη θάλασσα προκαλώντας ενόχληση».
Ευρωπαίοι αξιωματούχοι ανέφεραν στις 16 Μαρτίου ότι το ΝΑΤΟ δύσκολα μπορεί να έχει ενεργό ρόλο στην ασφάλεια των Στενών του Ορμούζ, καθώς ο θαλάσσιος αυτός διάδρομος υπάγεται εκτός της επίσημης γεωγραφικής περιοχής δράσης της Συμμαχίας.
Η Κάλλας δήλωσε: «Παρότι υπήρξαν επαφές με το ΝΑΤΟ, η επιχειρησιακή δράση στον Περσικό Κόλπο είναι εκτός των αρμοδιοτήτων του», προσθέτοντας ότι «δεν υπάρχει καμία χώρα-μέλος του ΝΑΤΟ στα Στενά του Ορμούζ».
Αντίστοιχα, ο Γερμανός υπουργός Εξωτερικών, Γιόχαν Βάντεφουλ, δήλωσε στις 16 Μαρτίου: «Δεν έχω δει καμία ένδειξη ότι η Συμμαχία έχει λάβει οποιαδήποτε απόφαση επί του ζητήματος ή ότι θα αναλάβει ευθύνες για το πέρασμα», τονίζοντας πως μια τέτοια ενέργεια θα απαιτούσε ξεχωριστή πολιτική εντολή.
Ο Βάντεφουλ, που είχε μόλις επιστρέψει από περιοδεία στη Μέση Ανατολή, περιέγραψε τους ηγέτες της περιοχής ως ιδιαίτερα ανήσυχους για τις ιρανικές επιθέσεις σε χώρες που δεν είναι άμεσα εμπλεκόμενες στις αμερικανοϊσραηλινές επιχειρήσεις. Κάλεσε Ουάσιγκτον και Τελ Αβίβ να καταστήσουν σαφές πότε θα θεωρήσουν ότι έχουν επιτύχει τους στρατιωτικούς τους στόχους, εκτιμώντας ότι κάτι τέτοιο θα επέτρεπε τη χάραξη ενός ευρύτερου πλαισίου περιφερειακής ασφάλειας με τη συμμετοχή γειτονικών κρατών αλλά και της ίδιας της Τεχεράνης.
Ο Βάντεφουλ τόνισε πως «το Ιράν αποτελεί σημαντική απειλή για τη σταθερότητα της περιοχής και το παγκόσμιο εμπόριο», και πρότεινε την επιβολή κυρώσεων σε όσους ευθύνονται για τον αποκλεισμό του πορθμού. Προειδοποίησε ακόμη πως ενδεχόμενες διακοπές της ναυσιπλοΐας στον Κόλπο θα μπορούσαν να οδηγήσουν και σε άνοδο των τιμών τροφίμων παγκοσμίως, λόγω διακίνησης λιπασμάτων από την περιοχή.
Ομοίως, ο Κηρ Στάρμερ σχολίασε πως «το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ ουδέποτε θεωρήθηκε αποστολή του ΝΑΤΟ και απαιτεί μια συμμαχία εταίρων».







