Νέες κυρώσεις κατά της Κούβας ανακοίνωσαν οι Ηνωμένες Πολιτείες, κατηγορώντας το κομμουνιστικό καθεστώς ότι συμβάλλει στην εξαθλίωση του κουβανικού λαού και στην παρακμή της οικονομίας της χώρας, και ότι απειλεί την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ.
Ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, ανακοίνωσε στις 18 Μαΐου την επιβολή κυρώσεων σε αρκετές κυβερνητικές υπηρεσίες και ανώτερους αξιωματούχους της Κούβας, με στόχο την αντιμετώπιση της καταστολής στην Κούβα και των απειλών κατά της εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ.
Όπως ανέφερε, επιβλήθηκαν κυρώσεις σε έντεκα μέλη της ελίτ του κουβανικού καθεστώτος και σε τρεις κυβερνητικούς οργανισμούς, συμπεριλαμβανομένων κυβερνητικών αξιωματούχων και στρατιωτικών προσώπων που συνδέονται με τον μηχανισμό ασφαλείας της Κούβας. Σύμφωνα με τον Ρούμπιο, πολλοί από αυτούς ευθύνονται ή έχουν εμπλακεί στην καταστολή του κουβανικού λαού.
Μεταξύ των οργανισμών στους οποίους επιβλήθηκαν κυρώσεις περιλαμβάνονται το υπουργείο Εσωτερικών, που αποτελεί την κύρια υπηρεσία εσωτερικής ασφάλειας της Κούβας και είναι υπεύθυνο για την αστυνομία, τις δυνάμεις εσωτερικής ασφάλειας, τις υπηρεσίες πληροφοριών και τις φυλακές· η Εθνική Επαναστατική Αστυνομία, η οποία κατηγορείται ότι καταστέλλει διαδηλώσεις και λειτουργεί κινητές φυλακές· η Διεύθυνση Πληροφοριών της Κούβας, η βασική υπηρεσία πληροφοριών της χώρας.
Οι κυρώσεις στοχεύουν επίσης ανώτερους κυβερνητικούς αξιωματούχους της Κούβας, μεταξύ των οποίων ο Έντι Μανουέλ Σιέρα Αρίας, επικεφαλής της εθνικής αστυνομίας, ο Όσκαρ Αλεχάντρο Καλέχας Βαλκάρσε, ανώτερος αξιωματούχος του υπουργείου Εσωτερικών, και η Ροζαμπέλ Γκαμόν Βέρδε, υπουργός Δικαιοσύνης της Κούβας.
Στη λίστα περιλαμβάνονται επίσης ο Χοακίν Κίντας Σολά, υφυπουργός των Επαναστατικών Ενόπλων Δυνάμεων της Κούβας, ο Χουάν Εστέμπαν Λάσο Ερνάντες, πρόεδρος της Εθνοσυνέλευσης της Κούβας, ο Βισέντε ντε λα Ο Λέβυ, υπουργός Ενέργειας και Μεταλλείων, και η Μάιρα Αρεβίτς Μαρίν, υπουργός Επικοινωνιών.
Οι αμερικανικές κυρώσεις επεκτάθηκαν επίσης σε στρατιωτικούς και στελέχη του κομμουνιστικού κόμματος, μεταξύ των οποίων οι Χοσέ Μιγκέλ Γκόμες ντελ Βαλίν, Ραούλ Βιγιάρ Κέσελ, Ρομπέρτο Τομάς Μοράλες Οχέδα και Εουχένιο Αρμάντο Ραμπιλέρο Αγκιλέρα.
Οι ΗΠΑ κατηγόρησαν τους οργανισμούς και τα πρόσωπα στα οποία επιβλήθηκαν κυρώσεις ότι συμβάλλουν στην ταλαιπωρία του κουβανικού λαού και στην παρακμή της κουβανικής οικονομίας, ενώ επιτρέπουν σε ξένες χώρες να εκμεταλλεύονται την Κούβα για συλλογή πληροφοριών, στρατιωτικές επιχειρήσεις και τρομοκρατικές ενέργειες.
Βάσει των κυρώσεων, δεσμεύονται όλα τα περιουσιακά στοιχεία και τα οικονομικά συμφέροντα των προσώπων και οργανισμών που βρίσκονται υπό αμερικανική δικαιοδοσία. Παράλληλα, απαγορεύεται σε Αμερικανούς πολίτες και επιχειρήσεις να πραγματοποιούν συναλλαγές μαζί τους, εκτός εάν υπάρχει ειδική άδεια από το Γραφείο Ελέγχου Ξένων Περιουσιακών Στοιχείων του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών.
Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ προειδοποίησε επίσης ότι ξένες τράπεζες, επιχειρήσεις και ιδιώτες που πραγματοποιούν συναλλαγές με Κουβανούς αξιωματούχους που τελούν υπό κυρώσεις ή δραστηριοποιούνται στους τομείς άμυνας, ενέργειας, εξόρυξης, χρηματοοικονομικών υπηρεσιών ή ασφάλειας της Κούβας ενδέχεται επίσης να βρεθούν αντιμέτωποι με κυρώσεις.
Ο Ρούμπιο δήλωσε ότι οι νέες κυρώσεις περιορίζουν περαιτέρω την ικανότητα του κουβανικού καθεστώτος να καταπνίγει τη βούληση του κουβανικού λαού, προσθέτοντας ότι αναμένονται επιπλέον κυρώσεις τις επόμενες ημέρες και εβδομάδες.
Ανησυχίες για στρατιωτικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη
Οι δηλώσεις του Ρούμπιο έγιναν μετά από δημοσίευμα του Axios στις 17 Μαΐου, το οποίο, επικαλούμενο απόρρητες πηγές πληροφοριών, ανέφερε ότι η Κούβα απέκτησε περισσότερα από 300 στρατιωτικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη και είχε συζητήσει το ενδεχόμενο χρήσης τους κατά της αμερικανικής ναυτικής βάσης στον Κόλπο του Γκουαντάναμο, αμερικανικών πολεμικών πλοίων ή ακόμη και της Φλόριντα. Η εφημερίδα The Epoch Times δεν ήταν σε θέση να επαληθεύσει το δημοσίευμα.

Ο υπουργός Εξωτερικών της Κούβας, Μπρούνο Ροδρίγκες, απέρριψε τις κατηγορίες, υποστηρίζοντας στις 17 Μαΐου ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες κατασκευάζουν ένα αφήγημα προκειμένου να δικαιολογήσουν οικονομικό πόλεμο και ενδεχόμενη στρατιωτική επέμβαση εναντίον της Κούβας.
Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα X, ο Ροδρίγκες υποστήριξε ότι, χωρίς καμία νόμιμη δικαιολογία, η αμερικανική κυβέρνηση προωθεί καθημερινά μια στημένη υπόθεση ώστε να δικαιολογήσει έναν αδυσώπητο οικονομικό πόλεμο κατά του κουβανικού λαού και μια πιθανή στρατιωτική επίθεση. Σημείωσε δε ότι συγκεκριμένα μέσα ενημέρωσης συμμετέχουν σε αυτήν την προσπάθεια, αναπαράγοντας συκοφαντίες και διαρρέοντας υπαινιγμούς που προέρχονται από την ίδια την αμερικανική κυβέρνηση.
Ο Κουβανός υπουργός δεν αναφέρθηκε συγκεκριμένα στο δημοσίευμα για τα στρατιωτικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη ούτε διέψευσε επισήμως ότι η Κούβα διαθέτει τέτοια οπλικά συστήματα, τα οποία έχουν χρησιμοποιηθεί τα τελευταία χρόνια τόσο από τη Ρωσία και το Ιράν όσο και από οργανώσεις που υποστηρίζονται από την Τεχεράνη σε διάφορες συγκρούσεις.
Ο Ροδρίγκες υποστήριξε ακόμη ότι η Κούβα ούτε απειλεί με ούτε επιθυμεί πόλεμο και ότι υπερασπίζεται την ειρήνη, ενώ είναι διατεθειμένη και προετοιμάζεται να αντιμετωπίσει εξωτερική επίθεση ασκώντας το δικαίωμα νόμιμης αυτοάμυνας που αναγνωρίζεται από τον Χάρτη του ΟΗΕ.
Η αμερικανική απάντηση
Η κυβέρνηση Τραμπ δεν έχει επιβεβαιώσει επισήμως τις πληροφορίες των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών. Ωστόσο, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ απάντησε με αυστηρή ανακοίνωση στις δηλώσεις της κουβανικής πλευράς.
Σε ανακοίνωσή του προς την Epoch Times, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ ανέφερε ότι ο πρόεδρος Τραμπ θα ενεργεί πάντοτε για την προστασία των αμερικανικών συμφερόντων και των πολιτών των ΗΠΑ από κάθε απειλή και ότι έχει ήδη λάβει ιστορικά μέτρα για την αντιμετώπιση της ανεξέλεγκτης μετανάστευσης, της διακίνησης ναρκωτικών, του οργανωμένου εγκλήματος και της παρουσίας εχθρικών ξένων στρατιωτικών δυνάμεων στην περιοχή.
Στην ίδια ανακοίνωση, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ χαρακτήρισε την Κούβα αποτυχημένο κομμουνιστικό κράτος, το οποίο επί μακρόν φιλοξενεί εχθρικές ξένες στρατιωτικές δυνάμεις, υπηρεσίες πληροφοριών και τρομοκρατικές οργανώσεις, προσθέτοντας ότι η χώρα αποτελεί σημαντική απειλή για την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ και ότι ο πρόεδρος Τραμπ δεν θα επιτρέψει η κατάσταση να εξελιχθεί σε μεγαλύτερη κρίση για την ασφάλεια των Αμερικανών.
Ο πρόεδρος Τραμπ έχει δηλώσει και στο παρελθόν ότι η Κούβα διώκει και βασανίζει πολιτικούς αντιπάλους, παρέχει ασφαλές καταφύγιο σε τρομοκρατικές οργανώσεις όπως η Χεζμπολάχ και η Χαμάς και συνιστά «έκτακτη απειλή για την εθνική ασφάλεια και την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ».
Την περασμένη εβδομάδα, η Κούβα υποστήριξε ότι δεν αποτελεί απειλή για την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ και ότι δεν υπάρχουν νόμιμοι λόγοι για να παραμείνει στον κατάλογο κρατών που υποστηρίζουν την τρομοκρατία.
Αντιδράσεις από Κούβα και Φλόριντα
Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα X στις 17 Μαΐου, το γραφείο του σερίφη της κομητείας Μονρόε, που καλύπτει τα νησιά Φλόριντα Κις, ανέφερε ότι ο σερίφης Ρικ Ράμσεϋ δεν είχε δεχθεί καμία ενημέρωση από ομοσπονδιακές ή πολιτειακές αρχές σχετικά με δημοσιεύματα περί πιθανής στρατιωτικής ενέργειας της Κούβας κατά της αμερικανικής βάσης στον Κόλπο του Γκουαντάναμο με χρήση μη επανδρωμένων αεροσκαφών.
Ο Ράμσεϋ δήλωσε πως δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας και πως θα είχε ενημερωθεί αν είχε αλλάξει κάτι και θα είχε ειδοποιήσει το κοινό.
Ο πρέσβης της Κούβας στα Ηνωμένα Έθνη, Ερνέστο Σομπερόν, ανέφερε επίσης σε ανάρτησή του στις 17 Μαΐου ότι ο λαός της Κούβας είναι έτοιμος να υπερασπιστεί το έδαφος, την κυριαρχία και την ανεξαρτησία του.
Η Εύα Γκόλινγκερ, δικηγόρος και συγγραφέας με έδρα τη Νέα Υόρκη, έγραψε επίσης στην πλατφόρμα X ότι η Κούβα δεν θα ξεκινούσε ποτέ επίθεση εναντίον οποιασδήποτε χώρας, πόσο μάλλον των Ηνωμένων Πολιτειών, προσθέτοντας ωστόσο ότι η χώρα έχει δικαίωμα στην αυτοάμυνα βάσει του Διεθνούς Δικαίου εάν δεχθεί επίθεση.
Κρίση καυσίμων και οικονομική πίεση
Την ίδια ώρα, η Κούβα αντιμετωπίζει σοβαρή ενεργειακή κρίση. Ο υπουργός Ενέργειας και Μεταλλείων της χώρας, Βισέντε ντε λα Ο Λέβυ, δήλωσε στις 13 Μαΐου ότι η χώρα έχει εξαντλήσει πλήρως τα αποθέματα ντίζελ και βαρέος μαζούτ και ότι το ηλεκτρικό της δίκτυο έχει εισέλθει σε κρίσιμη κατάσταση.
Ο Λέβυ ανέφερε ότι η Κούβα δεν είχε λάβει εισαγωγές πετρελαίου από τον Δεκέμβριο, μέχρι που η Ρωσία απέστειλε τον περασμένο μήνα 100.000 τόνους αργού πετρελαίου, ποσότητα που αντιστοιχεί σε περίπου 700.000 βαρέλια.
Η Κούβα εξαρτιόταν σε μεγάλο βαθμό από το πετρέλαιο της Βενεζουέλας, το οποίο της προμήθευε το σοσιαλιστικό καθεστώς του πρώην ηγέτη της χώρας Νικολάς Μαδούρο. Ωστόσο, η παροχή διακόπηκε μετά την απομάκρυνσή του από την εξουσία τον Ιανουάριο και την αντικατάστασή του από τη μεταβατική ηγέτιδα Ντέλσυ Ροδρίγκες. Το Μεξικό επίσης διέκοψε τις αποστολές πετρελαίου, υπό την πίεση των Ηνωμένων Πολιτειών.
Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ ανέφερε σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα X, στις 13 Μαΐου, ότι επαναλαμβάνει δημόσια τη γενναιόδωρη προσφορά των Ηνωμένων Πολιτειών για παροχή πρόσθετης άμεσης ανθρωπιστικής βοήθειας προς τον κουβανικό λαό, και ότι εναπόκειται στο κουβανικό καθεστώς να αποφασίσει εάν θα αποδεχθεί ή αν θα αρνηθεί την προσφορά αυτή.
Ο πρόεδρος Τραμπ έγραψε επίσης την περασμένη εβδομάδα στην πλατφόρμα Truth Social ότι η Κούβα ζητούσε βοήθεια και ότι οι δύο χώρες επρόκειτο να συνομιλήσουν.
Ιστορικό και επαφές με τη CIA
Το καθεστώς στην Κούβα ιδρύθηκε το 1959, όταν αντάρτες υπό την ηγεσία του Φιντέλ Κάστρο ανέτρεψαν τον υποστηριζόμενο από τις ΗΠΑ ηγέτη Φουλχένσιο Μπατίστα. Υπό την ηγεσία του Κάστρο, το καθεστώς στράφηκε προς τον μαρξισμό-λενινισμό και εδραίωσε μονοκομματική κομμουνιστική εξουσία τα επόμενα χρόνια. Η Κούβα διατηρούσε στενή συμμαχία με τη Σοβιετική Ένωση μέχρι την κατάρρευση του σοβιετικού μπλοκ στις αρχές της δεκαετίας του 1990.
Την περασμένη εβδομάδα, ο διευθυντής της CIA, Τζον Ράτκλιφ, και άλλοι αξιωματούχοι επισκέφθηκαν την Κούβα έπειτα από πρόσκληση του κομμουνιστικού καθεστώτος της Αβάνα. Σε ξεχωριστή επίσκεψη, ο Ράτκλιφ ταξίδεψε επίσης στην Αβάνα για να συναντηθεί με Κουβανούς αξιωματούχους, μεταξύ των οποίων και ο υπουργός Εσωτερικών Λάσαρο Άλβαρες Κάσας.
Κατά τη διάρκεια της επίσκεψης της 14ης Μαΐου, η αμερικανική πρεσβεία στην Κούβα παρέπεμψε την Epoch Times στον Λευκό Οίκο για σχόλιο, ενώ ο Λευκός Οίκος παρέπεμψε με τη σειρά του στη CIA. Η CIA δεν απάντησε σε αίτημα σχολιασμού της συνάντησης.
Των Emel Akan και Chris Summers








