Η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο συνοδεύτηκε από μια από τις πιο επιθετικές αναδιατάξεις της αμερικανικής εξωτερικής και εσωτερικής πολιτικής των τελευταίων δεκαετιών. Στο κέντρο αυτής της αλλαγής βρέθηκε η USAID, η αμερικανική υπηρεσία διεθνούς ανάπτυξης, η οποία για δεκαετίες χρηματοδοτούσε προγράμματα ανθρωπιστικής βοήθειας, οικονομικής ανάπτυξης, υγείας, εκπαίδευσης, δημοκρατικής διακυβέρνησης και στήριξης οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών σε δεκάδες χώρες.
Τον Μάρτιο του 2025, ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάρκο Ρούμπιο ανακοίνωσε ότι ύστερα από εξάμηνη — στην πράξη έξι εβδομάδων — επανεξέταση, ακυρώνεται το 83% των προγραμμάτων της USAID. Σύμφωνα με την ανακοίνωση, περίπου 5.200 συμβάσεις καταργήθηκαν, ενώ περίπου χίλια προγράμματα θα συνέχιζαν να λειτουργούν υπό πιο άμεση εποπτεία του State Department. Η κίνηση παρουσιάστηκε από την κυβέρνηση Τραμπ ως ιστορική μεταρρύθμιση, με στόχο να σταματήσει η χρηματοδότηση προγραμμάτων που, κατά την Ουάσινγκτον, δεν εξυπηρετούσαν τον πυρήνα των αμερικανικών εθνικών συμφερόντων.
Το μέγεθος της αλλαγής γίνεται πιο κατανοητό αν δει κανείς τη θέση της USAID στον αμερικανικό κρατικό μηχανισμό. Σύμφωνα με τα στοιχεία του USAFacts, η USAID δαπάνησε 21,7 δισ. δολάρια το οικονομικό έτος 2024, ποσό που αντιστοιχούσε στο 0,3% των συνολικών ομοσπονδιακών δαπανών των ΗΠΑ. Συνολικά, η αμερικανική εξωτερική βοήθεια για το οικονομικό έτος 2024 έφθασαν τα 85,8 δισ. δολάρια, σε 175 χώρες.
Η Λατινική Αμερική ήταν μία από τις περιοχές όπου η αμερικανική βοήθεια είχε σημαντική παρουσία. Στην Κολομβία, το οικονομικό έτος 2024, η συνολική αμερικανική εξωτερική βοήθεια έφθασε τα 586,5 εκατ. δολάρια, εκ των οποίων 252 εκατ. είχαν περάσει μέσω USAID. Στην Ονδούρα, η συνολική βοήθεια ήταν 193,5 εκατ. δολάρια, με 147,1 εκατ. από τη USAID. Στο Περού, η συνολική βοήθεια ήταν 177,9 εκατ. δολάρια, με 99,4 εκατ. από τη USAID. Στον Ισημερινό, η συνολική βοήθεια ήταν 132,4 εκατ. δολάρια, με 86,9 εκατ. από τη USAID. Στην Κόστα Ρίκα, η συνολική αμερικανική βοήθεια έφθασε τα 55,1 εκατ. δολάρια, με 30,1 εκατ. από τη USAID, ενώ στη Χιλή η συνολική βοήθεια ήταν 3,26 εκατ. δολάρια, με 1,05 εκατ. από τη USAID. Η Βολιβία αποτέλεσε ξεχωριστή περίπτωση, καθώς το 2024 εμφανίζεται με μόλις 2,1 εκατ. δολάρια συνολικής αμερικανικής βοήθειας και χωρίς USAID ως βασικό φορέα χρηματοδότησης.
Το εκλογικό κύμα στη Λατινική Αμερική
Την ίδια περίοδο, η Λατινική Αμερική άρχισε να καταγράφει ένα έντονο εκλογικό ρεύμα προς δεξιούς, κεντροδεξιούς ή σκληρά αντι-αριστερούς υποψηφίους. Δεν πρόκειται για μία μόνο χώρα ούτε για μεμονωμένη πολιτική ανατροπή. Από τον Ισημερινό μέχρι τη Βολιβία, τη Χιλή, την Ονδούρα, την Κόστα Ρίκα, το Περού και την Κολομβία, οι κάλπες των ετών 2025 και 2026 έδειξαν ότι μεγάλα τμήματα της λατινοαμερικανικής κοινωνίας ζητούν ασφάλεια, έλεγχο της εγκληματικότητας, περιορισμό της διαφθοράς, οικονομική σταθερότητα και απόσταση από τα αποτυχημένα μοντέλα κρατισμού.
Στον Ισημερινό, ο Ντανιέλ Νομπόα επανεξελέγη τον Απρίλιο του 2025, κερδίζοντας τη Λουίσα Γκονσάλες, υποψήφια συνδεδεμένη με το πολιτικό ρεύμα του πρώην προέδρου Ραφαέλ Κορέα. Ο Νομπόα επικράτησε σε μια χώρα που έχει μετατραπεί τα τελευταία χρόνια σε πεδίο σύγκρουσης με εγκληματικές οργανώσεις και καρτέλ, με την ασφάλεια να κυριαρχεί στην προεκλογική συζήτηση.
Στη Βολιβία, ο Ροντρίγο Παζ κέρδισε τον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών τον Οκτώβριο του 2025, δίνοντας τέλος στην πολυετή κυριαρχία του Movimiento al Socialismo (MAS), που είχε σημαδέψει την πολιτική ζωή της χώρας επί δύο δεκαετίες σχεδόν. Η εκλογική νίκη του Παζ ήρθε μέσα σε συνθήκες οικονομικής κρίσης, πληθωρισμού, έλλειψης δολαρίων και κόπωσης από τις εσωτερικές συγκρούσεις της βολιβιανής αριστεράς.
Στην Ονδούρα, ο Νάσρυ «Τίτο» Ασφούρα ανακηρύχθηκε νικητής των προεδρικών εκλογών του 2025, έπειτα από μια παρατεταμένη και δύσκολη καταμέτρηση. Η νίκη του υποψηφίου του Εθνικού Κόμματος σήμανε στροφή μετά την προεδρία της αριστερής Σιομάρα Κάστρο και εντάχθηκε στο ευρύτερο περιφερειακό μοτίβο ενίσχυσης συντηρητικών δυνάμεων.
Στη Χιλή, ο Χοσέ Αντόνιο Καστ κέρδισε τον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών τον Δεκέμβριο του 2025 απέναντι στην υποψήφια της Αριστεράς Ζανέτ Χάρα. Με ποσοστό άνω του 58%, ο Καστ πέτυχε μια καθαρή νίκη και ανέλαβε την προεδρία τον Μάρτιο του 2026, σηματοδοτώντας τη μεγαλύτερη δεξιά στροφή της Χιλής από την επιστροφή της χώρας στη δημοκρατία. Η ατζέντα του επικεντρώθηκε στην ασφάλεια, την παράνομη μετανάστευση και την οικονομική τάξη.
Στην Κόστα Ρίκα, η Λάουρα Φερνάντες κέρδισε την προεδρία από τον πρώτο γύρο τον Φεβρουάριο του 2026, ως υποψήφια που συνέχισε τη δεξιόστροφη και σκληρότερη πολιτική γραμμή του απερχόμενου προέδρου Ροντρίγο Τσάβες. Η άνοδος της Φερνάντες συνδέθηκε με το ζήτημα της εγκληματικότητας, το οποίο έχει αποκτήσει πολιτικό βάρος ακόμη και σε χώρες που παλαιότερα θεωρούνταν σταθερά πρότυπα θεσμικής ηρεμίας στην Κεντρική Αμερική.
Στο Περού, η Κέικο Φουτζιμόρι βρέθηκε μπροστά σε μία από τις πιο οριακές αναμετρήσεις της νεότερης πολιτικής ιστορίας της χώρας. Με το 99,8% των ψήφων καταμετρημένο, απέκτησε μη αναστρέψιμο προβάδισμα έναντι του αριστερού Ρομπέρτο Σάντσες, σε μια αναμέτρηση που κρίθηκε ψήφο προς ψήφο και ανέδειξε ξανά την πόλωση της περουβιανής κοινωνίας. Η Φουτζιμόρι κατέβηκε με κεντρικό άξονα την ασφάλεια, την αντιμετώπιση της εγκληματικότητας και την επιβολή της τάξης.
Στην Κολομβία, ο Αμπελάρδο ντε λα Εσπριέγια κέρδισε τον Ιούνιο του 2026 μια οριακή προεδρική αναμέτρηση απέναντι στον αριστερό Ιβάν Σεπέδα, οδηγώντας τη χώρα σε απότομη δεξιά στροφή μετά την προεδρία του Γουστάβο Πέτρο. Με καταμετρημένο σχεδόν το σύνολο των ψήφων, ο ντε λα Εσπριέγια προηγήθηκε με περίπου 49,7% έναντι 48,7%, σε μια εκλογή που κατέγραψε βαθύ κοινωνικό και γεωγραφικό διχασμό, αλλά και ενίσχυση της ατζέντας νόμου και τάξης.
Το μοτίβο είναι καθαρό: οι εκλογές σε χώρες με διαφορετικές ιστορίες, διαφορετικές οικονομίες και διαφορετικά κοινωνικά προβλήματα κατέληξαν σε παρόμοια πολιτική κατεύθυνση. Η εγκληματικότητα, ο πληθωρισμός, η αίσθηση κρατικής αποτυχίας, η διαφθορά και η κόπωση από μακροχρόνια αριστερά πειράματα ή προοδευτικές κυβερνήσεις λειτούργησαν ως κοινοί καταλύτες. Διεθνή μέσα και αναλυτές έχουν περιγράψει το φαινόμενο ως νέο συντηρητικό κύμα στη Λατινική Αμερική.
Τα σύνορα ΗΠΑ–Μεξικού και η κατάρρευση των ροών
Παράλληλα με την εξωτερική αναδιάταξη, η κυβέρνηση Τραμπ προχώρησε σε ριζική αλλαγή της μεταναστευτικής πολιτικής. Το αποτέλεσμα αποτυπώθηκε άμεσα στους αριθμούς των συνόρων. Σύμφωνα με ανάλυση του Pew Research Center πάνω στα ομοσπονδιακά στοιχεία, οι συλλήψεις και συναντήσεις μεταναστών από τους συνοριοφύλακες (Border Patrol) στα σύνορα ΗΠΑ–Μεξικού έπεσαν το οικονομικό έτος 2025 στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων άνω των 50 ετών. Οι συνοριοφύλακες κατέγραψαν 237.538 συναντήσεις με μετανάστες στα σύνορα ΗΠΑ–Μεξικού για το οικονομικό έτος 2025, δηλαδή για την περίοδο Οκτωβρίου 2024–Σεπτεμβρίου 2025.
Το Τμήμα Εσωτερικής Ασφάλειας [Department of Homeland Security] ανακοίνωσε ότι το οικονομικό έτος 2025 έκλεισε με τις χαμηλότερες συλλήψεις των συνοριοφυλάκων από το 1970. Τα στοιχεία αυτά κατέγραψαν μια δραματική αντιστροφή σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, όταν οι διελεύσεις είχαν φθάσει σε ιστορικά υψηλά επίπεδα.
Η αλλαγή δεν φάνηκε μόνο στα επίσημα στατιστικά, αλλά και στη συμπεριφορά των μεταναστευτικών καραβανιών στο νότιο Μεξικό. Το Associated Press κατέγραψε ότι καραβάνια που ξεκινούσαν από την Ταπατσούλα, κοντά στα σύνορα με τη Γουατεμάλα, δεν είχαν πλέον ως στόχο μόνο τα σύνορα των ΗΠΑ, αλλά και μεγάλες πόλεις του Μεξικού, όπου οι μετανάστες προσπαθούσαν να βρουν εργασία, χαρτιά ή λειτουργικότερη πρόσβαση σε διαδικασίες ασύλου. Σύμφωνα με την ίδια καταγραφή, από την ανάληψη της εξουσίας από την Κλαούντια Σέινμπαουμ στο Μεξικό, δεκαοκτώ τέτοια καραβάνια επιχείρησαν να φύγουν από την Ταπατσούλα, χωρίς κανένα να καταφέρει να προχωρήσει πέρα από την πολιτεία της Οαχάκα.
Η μεταβολή αντανακλάται και στα ευρύτερα δημογραφικά στοιχεία. Το Census Bureau ανακοίνωσε ιστορική πτώση στην καθαρή διεθνή μετανάστευση προς τις ΗΠΑ: από 2,7 εκατ. την περίοδο 2023–2024 σε 1,3 εκατ. την περίοδο 2024–2025, με προβολή για περίπου 321.000 το 2026 εφόσον συνεχιστούν οι τρέχουσες τάσεις. Παράλληλα, οικονομολόγοι του Brookings Institution εκτίμησαν ότι για το ημερολογιακό έτος 2025 η καθαρή μετανάστευση στις ΗΠΑ κινήθηκε κοντά στο μηδέν ή σε αρνητικό έδαφος, μεταξύ -295.000 και -10.000 ατόμων.
Το τέλος της αυτόματης εταιρικής χρηματοδότησης Pride και DEI
Η στροφή δεν περιορίστηκε στην εξωτερική πολιτική και στη μετανάστευση. Στο εσωτερικό των ΗΠΑ, το 2025 καταγράφηκε και ένα ευδιάκριτο κύμα εταιρικής αναδίπλωσης από δημόσιες δράσεις που συνδέονταν με DEI πολιτικές και Pride εκδηλώσεις. Μεγάλες εταιρείες που τα προηγούμενα χρόνια χρηματοδοτούσαν σχεδόν αυτόματα τέτοιες διοργανώσεις άρχισαν να μειώνουν ή να διακόπτουν τις δημόσιες χορηγίες τους.
Σύμφωνα με το Axios, εταιρείες όπως οι Mastercard, Citi, Pepsi, Nissan και PwC απέσυραν τη χορηγία τους από το NYC Pride, ενώ οι Booz Allen Hamilton και Deloitte αποσύρθηκαν από το WorldPride στην Ουάσιγκτον. Στο San Francisco Pride, εταιρείες όπως οι Anheuser-Busch, Comcast και Diageo κατήργησαν τη χορηγία τους.
Η Washington Post κατέγραψε ότι το San Francisco Pride αντιμετώπισε έλλειμμα περίπου 400.000 δολαρίων λόγω χαμηλότερων εταιρικών συνεισφορών, με την εταιρική χρηματοδότηση να καλύπτει συνήθως μεγάλο μέρος του προϋπολογισμού της διοργάνωσης. Αντίστοιχα, το Nashville Pride είδε το 2025 πτώση περίπου 40% στη χρηματοδότηση από εταιρικούς χορηγούς, κάτι που δημιούργησε έλλειμμα 270.000 δολαρίων και οδήγησεσ τους διοργανωτές σε καμπάνια έκτακτης συγκέντρωσης χρημάτων.
Το φαινόμενο δείχνει μια νέα πραγματικότητα: οργανώσεις και εκδηλώσεις που είχαν συνηθίσει σε σταθερή χρηματοδότηση από μεγάλες εταιρείες καλούνται πλέον να αναζητήσουν περισσότερη στήριξη από μικρότερους δωρητές, τοπικές επιχειρήσεις και λαϊκά δίκτυα. Η εποχή της αυτόματης εταιρικής συμμετοχής σε κάθε πολιτισμική ή ταυτοτική καμπάνια δείχνει να έχει υποχωρήσει.
Αλλαγή κλίματος και στην κουλτούρα
Ακόμη και η αμερικανική μουσική αγορά κατέγραψε ένα εντυπωσιακό πολιτισμικό σημάδι. Τον Οκτώβριο του 2025, για πρώτη φορά από τον Φεβρουάριο του 1990, δεν υπήρχε κανένα ραπ τραγούδι στο Top 40 του Billboard Hot 100. Η εξέλιξη συνδέθηκε με αλλαγές στους κανόνες του Billboard, αλλά και με ευρύτερη υποχώρηση της εμπορικής κυριαρχίας του χιπ-χοπ, το μερίδιο του οποίου είχε μειωθεί σε σχέση με την κορύφωση των προηγούμενων ετών.
Το γεγονός δεν σημαίνει εξαφάνιση του ραπ ούτε ακύρωση της πολιτισμικής του επιρροής. Δείχνει όμως ότι ακόμη και σε επίπεδο μαζικής κουλτούρας, το αμερικανικό κοινό δεν ακολουθεί τους αυτοματισμούς της προηγούμενης δεκαετίας. Η άνοδος της κάντρυ, η υποχώρηση της ορατότητας του ραπ από τις υψηλότερες θέσεις ακρόασης και η αλλαγή στη δημόσια εταιρική στάση απέναντι στο DEI συνθέτουν ένα ευρύτερο περιβάλλον πολιτισμικής αναδιάταξης.
Ένα νέο πολιτικό τοπίο
Το νήμα που ενώνει αυτές τις εξελίξεις δεν είναι ένα μεμονωμένο γεγονός, αλλά μια γενικότερη αλλαγή πολιτικού κλίματος. Η αμερικανική διοίκηση περιόρισε δραστικά τη USAID, επέστρεψε σε σκληρή γραμμή στα σύνορα, μείωσε την ανοχή απέναντι σε προγράμματα που θεωρήθηκαν ιδεολογικά φορτισμένα και έθεσε ξανά στο κέντρο της πολιτικής συζήτησης έννοιες όπως εθνικό συμφέρον, ασφάλεια, σύνορα, λογοδοσία και οικονομική χρησιμότητα.
Στη Λατινική Αμερική, οι ψηφοφόροι έστειλαν ανάλογα μηνύματα μέσα από τις κάλπες. Δεν ψήφισαν όλοι τους ίδιους τύπους δεξιών υποψηφίων ούτε για τους ίδιους λόγους. Άλλοι ψήφισαν για ασφάλεια, άλλοι για οικονομική σταθερότητα, άλλοι για να τιμωρήσουν κυβερνήσεις που απέτυχαν να αντιμετωπίσουν την εγκληματικότητα, τον πληθωρισμό και τη διαφθορά. Το τελικό αποτέλεσμα, όμως, ήταν ένα ευδιάκριτο περιφερειακό κύμα υπέρ δυνάμεων που υπόσχονται τάξη, έλεγχο, λιγότερο κρατισμό και καθαρή ρήξη με το πολιτικό μοντέλο της προηγούμενης περιόδου.
Στις ΗΠΑ, η πτώση των διελεύσεων στα σύνορα, η μείωση της καθαρής μετανάστευσης, η αναδίπλωση της εταιρικής χρηματοδότησης σε Pride και DEI δράσεις και η αναδιάταξη της ποπ κουλτούρας δείχνουν ότι η αλλαγή δεν είναι μόνο θεσμική. Είναι και κοινωνική. Ένα μεγάλο μέρος της αμερικανικής κοινωνίας φαίνεται να ζητά λιγότερη ιδεολογική επιβολή από θεσμούς, εταιρείες και ΜΚΟ, και επιστροφή σε ζητήματα καθημερινής ασφάλειας, κόστους ζωής, συνόρων και λογοδοσίας.
Η USAID υπήρξε για δεκαετίες ένα από τα βασικά εργαλεία άσκησης αμερικανικής επιρροής στο εξωτερικό. Η δραστική της συρρίκνωση, μαζί με τις παράλληλες εξελίξεις σε μετανάστευση, εταιρική κουλτούρα και λατινοαμερικανικές εκλογές, δείχνει ότι η εποχή της άνευ όρων χρηματοδότησης διεθνών δικτύων, ΜΚΟ και ιδεολογικών προγραμμάτων έχει μπει σε νέα φάση. Στα έτη 2025 και 2026 δεν καταγράφηκαν απλώς αλλαγές πολιτικής. Καταγράφηκε αλλαγή εποχής.








