Σε σημαντική μείωση των σχεδιαζόμενων δασμών κατά των ιταλικών ζυμαρικών προχώρησε η κυβέρνηση των ΗΠΑ υπό τον Ντόναλντ Τραμπ, μετά την αρχική πρόταση για επιβολή αντισταθμιστικών τελών που ξεπερνούσαν το 90%.
Το ιταλικό υπουργείο Εξωτερικών ανακοίνωσε την 1η Ιανουαρίου ότι το αμερικανικό υπουργείο Εμπορίου εξέδωσε ενδιάμεση απόφαση, μειώνοντας τους προσωρινούς δασμούς σε δεκατρείς ιταλικές επιχειρήσεις από το αρχικό 91,74% σε αισθητά χαμηλότερο επίπεδο — μεταξύ αυτών 2,26% για τη La Molassana και 13,98% για τη Pastificio Lucio Garofalo. Οι αναθεωρημένοι δασμοί θα προστεθούν στον ήδη ισχύοντα δασμό 15% που εφαρμόζεται στα περισσότερα εισαγόμενα αγαθά από την Ευρωπαϊκή Ένωση, στο πλαίσιο της ευρύτερης εμπορικής πολιτικής Τραμπ.
Η μείωση αυτή αποτελεί σημαντική αναδίπλωση σε σχέση με την προκαταρκτική απόφαση του Σεπτεμβρίου, η οποία θεωρούσε ότι οι Ιταλοί εξαγωγείς ζυμαρικών προέβαιναν σε πωλήσεις κάτω του κόστους στις ΗΠΑ, αιτιολογώντας έτσι τους υψηλούς «αντιντάμπινγκ» δασμούς από τον Ιανουάριο του 2026. «Η αναπροσαρμογή των δασμών αποτελεί ένδειξη ότι οι αμερικανικές αρχές αναγνωρίζουν την εποικοδομητική διάθεση για συνεργασία των επιχειρήσεών μας», ανέφερε το ιταλικό υπουργείο Εξωτερικών, υπογραμμίζοντας παράλληλα τη σταθερή διπλωματική κινητοποίηση της ιταλικής κυβέρνησης. Οι τελικές αποφάσεις των ΗΠΑ αναμένονται έως τις 11 Μαρτίου.
Σύμφωνα με την εθνική στατιστική υπηρεσία ISTAT, η Ιταλία είναι ο μεγαλύτερος εξαγωγέας ζυμαρικών παγκοσμίως, με συνολικές εξαγωγές που ξεπέρασαν τα 4,7 δισ. δολάρια το 2024. Οι ΗΠΑ αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους προορισμούς, με ετήσιες εισαγωγές ιταλικών ζυμαρικών ύψους περίπου 800 εκατ. δολαρίων.
Το αμερικανικό υπουργείο Εμπορίου ξεκίνησε την έρευνα για τα ιταλικά ζυμαρικά το 2024, έπειτα από σχετικό αίτημα των αμερικανικών εταιρειών 8th Avenue Food and Provisions και Winland Foods για επανεξέταση των ιταλικών εξαγωγών. Μετά τον εντοπισμό, σύμφωνα με το υπουργείο, αθέμιτων πρακτικών τιμολόγησης, οι ΗΠΑ ανακοίνωσαν τον Σεπτέμβριο του 2025 ότι δεκατρείς ιταλικές εταιρείες ζυμαρικών θα βρεθούν αντιμέτωπες με δασμούς έως και 92%, επιπλέον του υπάρχοντος δασμού 15% για τα περισσότερα προϊόντα της ΕΕ. Η La Molassana και η Garofalo, που είχαν κληθεί να συμμετάσχουν στην έρευνα, απέρριψαν τις κατηγορίες για «ντάμπινγκ». Με βάση τα νέα ευρήματα που ανακοινώθηκαν από το ιταλικό ΥΠΕΞ την 1η Ιανουαρίου, ο δασμός για τη La Molassana διαμορφώθηκε στο 2,26%, ενώ για τη Garofalo λίγο κάτω από το 14%. Οι υπόλοιπες έντεκα εταιρείες (Barilla, Rumo και αρκετοί μικρότεροι παραγωγοί) θα υπόκεινται σε ενιαίο δασμό 9,09%, σύμφωνα με το υπουργείο.
Το αμερικανικό υπουργείο Εμπορίου δεν έχει σχολιάσει επισήμως τις νέες ρυθμίσεις ούτε ο Λευκός Οίκος απάντησε άμεσα σε αίτημα για σχόλιο. Οι εν λόγω δασμοί εντάσσονται στο πλαίσιο αμερικανικής εντολής κατά του «ντάμπινγκ» ιταλικών ζυμαρικών που υφίσταται ήδη από το 1996, με την τελευταία ανασκόπηση να αφορά τις πωλήσεις από τα μέσα του 2023 έως τα μέσα του 2024.
Η απόφαση για τα ζυμαρικά εντάσσεται σε μια σειρά συνολικών προσαρμογών δασμών την ώρα που η διοίκηση Τραμπ επιχειρεί να ισορροπήσει μεταξύ σκληρής επιβολής εμπορικών κανόνων και συνεχιζόμενων διαπραγματεύσεων. Στις 31 Δεκεμβρίου, ο Λευκός Οίκος ανακοίνωσε ότι ο Τραμπ ανέβαλε για έναν χρόνο την προγραμματισμένη αύξηση δασμών σε εισαγόμενα έπιπλα σαλονιού, ντουλάπια κουζίνας και μπάνιου, μεταθέτοντας για την 1η Ιανουαρίου 2027 τις αυξήσεις που είχαν οριστεί για το 2026. Ο ισχύων δασμός 25% στα εν λόγω προϊόντα θα ισχύει για όλο το 2026. Η καθυστέρηση εγκρίθηκε με προεδρικό διάταγμα, βάσει του άρθρου 232 του Νόμου Περί Επέκτασης Εμπορίου του 1962, μετά από έρευνα του υπουργείου Εμπορίου που κατέληξε ότι οι εισαγωγές ξυλείας και συναφών προϊόντων αυξάνουν την εξάρτηση των ΗΠΑ από ξένους προμηθευτές, με κίνδυνο για την εθνική ασφάλεια.
Με τη συμβολή της Kimberly Hayek








