Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου (ΠΟΕ) εξέδωσε στις 30 Ιανουαρίου πορίσματα που έκαναν δεκτούς τους ισχυρισμούς της Κίνας ότι ορισμένα αμερικανικά προγράμματα φορολογικών πιστώσεων έκαναν διακρίσεις εις βάρος κινεζικών προϊόντων, προκαλώντας έντονη κριτική από τον Εμπορικό Αντιπρόσωπο των ΗΠΑ.
Ο Εμπορικός Αντιπρόσωπος των ΗΠΑ, Τζέιμισον Γκριρ, δήλωσε ότι η έκθεση της επιτροπής ανέδειξε όσα, κατά τα λεγόμενά του, η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ υποστηρίζει εδώ και χρόνια, ότι δηλαδή οι υφιστάμενοι κανόνες του ΠΟΕ είναι ανεπαρκείς για να αντιμετωπίσουν τη μαζική και επιβλαβή υπερβάλλουσα παραγωγική ικανότητα σε πολλούς τομείς, συμπεριλαμβανομένης της τεχνολογίας ενέργειας.
Η Κίνα προσέφυγε κατά του Νόμου για τη Μείωση του Πληθωρισμού (Inflation Reduction Act – IRA) στον ΠΟΕ το 2024, εκφράζοντας αντιρρήσεις για προγράμματα φορολογικών πιστώσεων που δεν θα ίσχυαν για κινεζικά προϊόντα.
Κεντρικός στόχος του IRA, που θεσπίστηκε από την κυβέρνηση του Τζο Μπάιντεν, ήταν η προώθηση εγχώριων επενδύσεων στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, συμπεριλαμβανομένης της παραγωγής και της υιοθέτησης αυτών των τεχνολογιών. Στο πλαίσιο αυτό, ορισμένες επιδοτήσεις χορηγούνταν μόνο εφόσον χρησιμοποιούνταν προϊόντα κατασκευασμένα στις ΗΠΑ.
Η Κίνα αμφισβήτησε τα προγράμματα ως διακριτικά τον Μάρτιο του 2024 στον ΠΟΕ και, τον Δεκέμβριο του 2024, συγκροτήθηκε επιτροπή για τη διερεύνηση της υπόθεσης. Σύμφωνα με τους κανόνες του ΠΟΕ, τέτοιου είδους προγράμματα επιδότησης, που εφαρμόζονται μόνο σε εγχώρια προϊόντα, επιτρέπονται υπό στενές προϋποθέσεις, όπως όταν είναι «αναγκαία για την προστασία της δημόσιας ηθικής». Η επιτροπή κατέληξε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν κατόρθωσαν να αποδείξουν ότι συνέτρεχε τέτοια περίπτωση.
Ο Γκριρ ανέφερε ότι ο IRA υιοθετήθηκε με κίνητρα για την αμερικανική μεταποίηση, εν μέρει λόγω του μακροχρόνιου προβλήματος υπερβάλλουσας παραγωγικής ικανότητας του κινεζικού καθεστώτος.
Το Πεκίνο έχει δεχθεί κριτική για το πρόβλημα υπερβάλλουσας παραγωγικής ικανότητας και από άλλους διεθνείς φορείς, συμπεριλαμβανομένης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Ευρωπαϊκή Ένωση διαπίστωσε επίσημα ότι η Κίνα διοχέτευε στην ευρωπαϊκή αγορά πλεονάζοντα ηλεκτρικά οχήματα σε τιμές κάτω του κόστους, πλήττοντας τους ευρωπαίους παραγωγούς, γεγονός που της επέτρεψε να αυξήσει σημαντικά τους δασμούς ως απάντηση.
Υπό το κομμουνιστικό καθεστώς, η Κίνα δεν διαθέτει οικονομία της αγοράς και η παραγωγή καθοδηγείται από τα κρατικά πενταετή σχέδια. Οι βιομηχανίες επιδοτούνται από το κράτος ώστε να επιτυγχάνονται οι στρατηγικοί στόχοι του καθεστώτος, κάτι που, ορισμένες φορές, οδηγεί σε υπερβάλλουσα παραγωγική ικανότητα και σε κινεζικές εταιρείες που εκτοπίζουν ανταγωνιστές διεθνώς μέσω χαμηλότερων τιμών.
Άλλες χώρες έχουν κρίνει ότι αυτό δημιουργεί όχι μόνο οικονομικές ανισορροπίες, αλλά και σοβαρούς κινδύνους για την εθνική ασφάλεια, όπως, κατά το ίδιο σκεπτικό, φάνηκε από τους εκτεταμένους περιορισμούς που επέβαλε πέρυσι το Πεκίνο στα κρίσιμα ορυκτά. Το κινεζικό καθεστώς έχει αποφύγει να αντιμετωπίσει αυτές τις επικρίσεις, ενώ, κατά περιπτώσεις, έχει οξύνει τις εμπορικές εντάσεις με χώρες που θέτουν το ζήτημα, αντιδρώντας σε αυτές.
Ο Εμπορικός Αντιπρόσωπος των ΗΠΑ χαρακτήρισε τον χειρισμό της υπόθεσης από τον ΠΟΕ «παράλογο». Ο Γκριρ δήλωσε ότι, κατά τρόπο που χαρακτήρισε απίστευτο, η έκθεση του ΠΟΕ κατέληξε πως οι Ηνωμένες Πολιτείες παραβίασαν τους κανόνες του ΠΟΕ επειδή υπερασπίστηκαν βιομηχανίες που, όπως είπε, η Κίνα στοχοποίησε αθέμιτα για να κυριαρχήσει παγκοσμίως, αλλά δεν ανέφερε τίποτα για τις βλάβες που προκαλούν οι βιομηχανικές πολιτικές της Κίνας και η μαζική υπερβάλλουσα παραγωγική ικανότητα.
Αντίθετα, πρόσθεσε, η επιτροπή αμφισβήτησε τη δέσμευση των Ηνωμένων Πολιτειών στις δίκαιες αγορές. Σημείωσε ότι η ανησυχία των Ηνωμένων Πολιτειών για τον αντίκτυπο της υπερβάλλουσας παραγωγικής ικανότητας στις δίκαιες αγορές είναι διαχρονική και ότι η έκθεση του ΠΟΕ απλώς υπογράμμισε την αδυναμία του οργανισμού να την αντιμετωπίσει. Ο Γκριρ δήλωσε ότι η έκθεση αυτή ενίσχυσε μόνο τις σοβαρές αμφιβολίες που οι Ηνωμένες Πολιτείες εκφράζουν εδώ και καιρό για την ικανότητα του ΠΟΕ να ρυθμίζει το εμπόριο σε έναν κόσμο που χαρακτηρίζεται από σοβαρές και διαρκείς εμπορικές ανισορροπίες.
Μέσω του ΠΟΕ, η Κίνα αμφισβήτησε επίσης δασμούς που επέβαλε πέρυσι ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δήλωσαν ότι οι δασμοί αφορούν ζητήματα εθνικής ασφάλειας και δεν υπόκεινται σε επίλυση μέσω του μηχανισμού επίλυσης διαφορών του ΠΟΕ. Ορισμένοι από αυτούς τους δασμούς έχουν ανασταλεί ή τροποποιηθεί από τότε που ο Ντόναλντ Τραμπ συναντήθηκε με τον ηγέτη του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας, Σι Τζινπίνγκ, για διμερή συνάντηση τον περασμένο Οκτώβριο στη Νότια Κορέα.
Της Catherine Yang








