Καθώς ο Καναδάς επιδιώκει στενότερες διπλωματικές σχέσεις με την Κίνα και ορισμένες άλλες χώρες, ενδέχεται να στέλνει το μήνυμα σε καθεστώτα όπως το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας (ΚΚΚ) ότι δεν αντιμετωπίζει με σοβαρότητα την αντίσταση στη διεθνική καταστολή, δήλωσε πανεπιστημιακός καθηγητής σε βουλευτές.
Ο Ρόναλντ Ντέιμπερτ (Ronald Deibert), καθηγητής πολιτικής επιστήμης και διευθυντής του Citizen Lab στο Πανεπιστήμιο του Τορόντο, ανέφερε ότι μια τέτοια στάση στέλνει το μήνυμα σε αυτές τις κυβερνήσεις πως ο Καναδάς δεν λαμβάνει πλέον σοβαρά το ζήτημα της αντιμετώπισης του προβλήματος. ‘Οπως παρατήρησε, όταν μια χώρα δεν εκφράζεται δημόσια και δεν παίρνει θέση, ουσιαστικά δημιουργεί τις συνθήκες για να εκδηλωθούν τέτοιου είδους πρακτικές καταστολής.
Ο Ντέιμπερτ προέβη στις δηλώσεις αυτές κατά την κατάθεσή του στις 23 Μαρτίου ενώπιον της Υποεπιτροπής Διεθνών Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Βουλής των Κοινοτήτων, η οποία εξετάζει τον παγκόσμιο αντίκτυπο της διεθνικής καταστολής.
Ερωτηθείς από τον βουλευτή του Bloc Québécois Αλεξί Μπρουνέλ-Ντυσέπ εάν ο Καναδάς θα πρέπει να είναι πιο προσεκτικός όταν προσεγγίζει κράτη που ασκούν διεθνική καταστολή, με αναφορά στην Κίνα και την Ινδία, απάντησε ότι η κυβέρνηση οφείλει να τοποθετείται ανοιχτά επί του ζητήματος.
Επεσήμανε ότι θεωρεί το θέμα σαφώς προβληματικό και ότι, όταν παραμερίζεται το γεγονός πως πρόκειται για κυβερνήσεις που έχουν εμπλακεί σε διεθνική καταστολή εις βάρος Καναδών πολιτών, μεταναστών και προσφύγων στη χώρα, ουσιαστικά αγνοείται το σύνολο του προβλήματος. Υπογράμμισε ότι η εθνική ασφάλεια του Καναδά εξαρτάται από το Διεθνές Δίκαιο και τα διεθνή ανθρώπινα δικαιώματα και προειδοποίησε πως εάν η χώρα δεν εκφράζεται δυναμικά και δεν λαμβάνει σοβαρή θέση, ενεργεί εις βάρος των ίδιων της των συμφερόντων.
Η κατάθεση πραγματοποιήθηκε μια περίοδο κατά την οποία η κυβέρνηση του πρωθυπουργού Μαρκ Κάρνεϋ επιδιώκει στενότερες σχέσεις με την Κίνα, με στόχο την εξεύρεση νέων εταίρων εκτός από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο Κάρνεϋ είχε δηλώσει κατά την επίσκεψή του στην Κίνα τον Ιανουάριο ότι η Οττάβα και το Πεκίνο έχουν εισέλθει σε «στρατηγική σχέση» και έχουν υπογράψει διάφορες συμφωνίες, μεταξύ των οποίων και για συνεργασία στον τομέα της επιβολής του νόμου.
Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας του 2025 την περασμένη άνοιξη, ο Κάρνεϋ είχε χαρακτηρίσει την Κίνα ως τη «μεγαλύτερη απειλή για την ασφάλεια» του Καναδά και μία από τις σημαντικότερες απειλές όσον αφορά την ξένη παρέμβαση.
Η πρόσφατη στροφή προς την ενίσχυση των σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών έχει επικριθεί από Συντηρητικούς και αναλυτές για την Κίνα, με τον ηγέτη των Συντηρητικών Πιερ Πουαλιέβρ να υποστηρίζει ότι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση οφείλει να εξηγήσει την αλλαγή της στάση της.
Οι ανησυχίες σχετικά με την ξένη παρέμβαση και τη διεθνική καταστολή που ασκεί η Κίνα έχουν ενταθεί στον Καναδά τα τελευταία χρόνια, με δημόσια έρευνα να εξετάζει εκτενώς το ζήτημα. Η τελική έκθεση της Επιτροπής για την Ξένη Παρέμβαση ανέφερε ότι η Κίνα αποτελεί τον «πιο ενεργό δράστη ξένης παρέμβασης κατά των δημοκρατικών θεσμών του Καναδά».
Φόβοι και ανησυχίες στην κοινότητα του Χονγκ Κονγκ
Ο Λάντσον Τσαν (Landson Chan), υπεύθυνος συνηγορίας της μη κυβερνητικής οργάνωσης Hong Kong Watch με έδρα το Ηνωμένο Βασίλειο, δήλωσε στην ίδια συνεδρίαση της υποεπιτροπής ότι η διασπορά του Χονγκ Κονγκ στον Καναδά αποτελεί έναν από τους στόχους της διεθνικής καταστολής της Κίνας και έχει υποστεί παρενόχληση, εκφοβισμό και παρακολούθηση, αναφέροντας ότι έχουν καταγραφεί περιπτώσεις κατά τις οποίες στοχοποιούνται μέλη οικογενειών.
Επεσήμανε ότι η συμφωνία της Οττάβα για συνεργασία με το Πεκίνο στον τομέα της επιβολής του νόμου εγείρει ανησυχίες σχετικά με τις δικλίδες ασφαλείας και την ανταλλαγή πληροφοριών, ιδίως υπό το φως παλαιότερων ανησυχιών για φερόμενους κινεζικούς αστυνομικούς σταθμούς στον Καναδά, με τα αποτελέσματα των ερευνών να παραμένουν ασαφή.
Ο Γκάρρυ Κλέμεντ (Garry Clement), πρώην εθνικός διευθυντής της Βασιλικής Καναδικής Έφιππης Αστυνομίας (RCMP), δήλωσε σε βουλευτές κατά τη συνεδρίαση κοινοβουλευτικής επιτροπής στις 12 Μαρτίου ότι η συμφωνία συνεργασίας της αστυνομίας αφορά το ίδιο κινεζικό υπουργείο που λειτουργούσε μυστικούς αστυνομικούς σταθμούς σε ολόκληρο τον Καναδά. Όπως επεσήμανε, οι αρχές επιβολής του νόμου στην Κίνα αποτελούν μέρος του μηχανισμού του καθεστώτος, τονίζοντας ότι δεν μπορούν να διαχωριστούν από την κυβέρνηση και ότι δεν λειτουργούν υπό το κράτος δικαίου, κάτι που έχει διαπιστώσει ο ίδιος προσωπικά.
Έκθεση της Βουλής των Κοινοτήτων του 2023 διαπίστωσε ότι τουλάχιστον πέντε παράνομοι αστυνομικοί σταθμοί λειτουργούσαν μυστικά στον Καναδά. Έκθεση του 2022 από την ισπανική μη κυβερνητική οργάνωση Safeguard Defenders ανέφερε ότι οι μυστικές αστυνομικές επιχειρήσεις στοχεύουν άτομα που αναζητούνται από το κινεζικό καθεστώς, μεταξύ των οποίων αντιφρονούντες και φιλοδημοκρατικοί ακτιβιστές.
Η Hong Kong Watch και εννέα ακόμη οργανώσεις της κοινότητας της διασποράς του Χονγκ Κονγκ ανέφεραν σε κοινή δήλωσή τους τον Φεβρουάριο ότι η συμφωνία συνεργασίας μεταξύ της RCMP και του υπουργείου Δημόσιας Ασφάλειας της Κίνας προκαλεί «βαθιά ανησυχία» στις κοινότητες που έχουν διαφύγει από την καταστολή του ΚΚΚ. Καθώς η Οττάβα δεν έχει εξηγήσει ποιες δικλίδες ασφαλείας, περιορισμοί ή μηχανισμοί εποπτείας ισχύουν για τη συμφωνία, η έλλειψη διαφάνειας εντείνει τους φόβους ότι η συμφωνία θα μπορούσε, σκόπιμα ή μη, να εκθέσει άτομα ή δίκτυα κοινοτήτων σε κίνδυνο, επεσήμαναν.
Ο Τσαν δήλωσε στους βουλευτές ότι η διεθνική καταστολή δεν αποτελεί ζήτημα που αφορά αποκλειστικά τη διασπορά του Χονγκ Κονγκ. Τόνισε ότι το θέμα αγγίζει την κυριαρχία, την ασφάλεια και τη δημοκρατική ακεραιότητα του Καναδά και ότι η διεθνική καταστολή φιμώνει φωνές εντός των κοινοτήτων της διασποράς και αποθαρρύνει τη συμμετοχή στα κοινά.
Ο Μεχμέτ Τοχτί (Mehmet Tohti), εκτελεστικός διευθυντής του Uyghur Rights Advocacy Project, ο οποίος κατέθεσε επίσης ενώπιον της υποεπιτροπής στις 23 Μαρτίου, δήλωσε ότι η βασική επιδίωξη του κινεζικού καθεστώτος είναι να φιμώσει τους επικριτές του σε χώρες του εξωτερικού και ότι συμφωνίες όπως εκείνη της Οττάβας με το Πεκίνο για τη μείωση των δασμών στα κινεζικά οχήματα συνιστούν ζήτημα εθνικής ασφάλειας για τον Καναδά.
Της Olivia Gomm








