Η συμπλήρωση είκοσι επτά ετών από την έναρξη της δίωξης του Φάλουν Γκονγκ στην Κίνα συνοδεύτηκε από νέες δημόσιες παρεμβάσεις πολιτικών και κυβερνητικών αξιωματούχων στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ιταλία. Το κοινό μήνυμα των παρεμβάσεων ήταν ότι η καταστολή μιας ειρηνικής πνευματικής άσκησης δεν μπορεί να θεωρείται εσωτερική υπόθεση της Κίνας και ότι όσοι συμμετέχουν σε παραβιάσεις της θρησκευτικής ελευθερίας πρέπει να λογοδοτήσουν.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο βοηθός υπουργός Εξωτερικών Ράιλυ Μ. Μπαρνς καταδίκασε δημόσια τη συνεχιζόμενη δίωξη του Φάλουν Γκονγκ από το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας και δήλωσε ότι η αμερικανική κυβέρνηση είναι αποφασισμένη να χρησιμοποιήσει όλα τα κατάλληλα μέσα προκειμένου να επιδιώξει να λογοδοτήσουν οι Κινέζοι αξιωματούχοι που εμπλέκονται σε πράξεις καταστολής.
Παράλληλα, στην Ιταλία, γερουσιαστές, βουλευτές, εκπρόσωποι της τοπικής αυτοδιοίκησης και πρώην κυβερνητικοί αξιωματούχοι εξέφρασαν την αλληλεγγύη τους προς τους ασκούμενους του Φάλουν Γκονγκ. Κάλεσαν την ιταλική κυβέρνηση και τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα να λάβουν σταθερή θέση και συγκεκριμένα μέτρα για τον τερματισμό της δίωξης και την προστασία της ελευθερίας πίστης, σκέψης και συνείδησης.
Οι ΗΠΑ προειδοποιούν για προσωπική λογοδοσία
Ο Ράιλυ Μπαρνς, ο οποίος είναι αρμόδιος για θέματα δημοκρατίας, ανθρωπίνων δικαιωμάτων και εργασίας και υπηρετεί επίσης ως πρέσβης ειδικών αποστολών για τη διεθνή θρησκευτική ελευθερία, μίλησε στις 16 Ιουλίου στο Peace Builders Forum της Γραμματείας Διεθνούς Θρησκευτικής Ελευθερίας στην Ουάσιγκτον.
Το φόρουμ πραγματοποιήθηκε στις 16 και 17 Ιουλίου 2026, με την πρώτη ημέρα στο Museum of the Bible και τη δεύτερη σε κτίριο της αμερικανικής Γερουσίας.
Στην ομιλία του, ο Μπαρνς υπογράμμισε ότι η θρησκευτική ελευθερία αποτελεί θεμελιώδη αξία των Ηνωμένων Πολιτειών και βασικό στοιχείο της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Σύμφωνα με τον ίδιο, ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ και ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο θεωρούν την υπεράσπιση της θρησκευτικής ελευθερίας αναγκαία όχι μόνο για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αλλά και για τη διεθνή ειρήνη, την ασφάλεια και τα εθνικά συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών.
Αναφερόμενος ειδικότερα στην κατάσταση στην Κίνα, ο Αμερικανός αξιωματούχος δήλωσε ότι το Πεκίνο περιφρονεί τη θρησκευτική ελευθερία και ακολουθεί εχθρικές πολιτικές απέναντι στη μεγάλη πλειονότητα των θρησκευτικών και πνευματικών ομάδων. Μεταξύ αυτών κατονόμασε τους μουσουλμάνους Ουιγούρους, τους Θιβετιανούς βουδιστές, τους προτεστάντες, τους καθολικούς και τους ασκούμενους του Φάλουν Γκονγκ.
Ο Μπαρνς αναφέρθηκε επίσης στην καταστολή των μη καταγεγραμμένων προτεσταντικών ‘κατ’ οίκον’ εκκλησιών . Όπως είπε, πάστορες και επικεφαλής εκκλησιών έχουν δει τους χώρους λατρείας τους να ερευνώνται από τις αρχές, ενώ έχουν συλληφθεί και καταδικαστεί σε πολυετείς ποινές φυλάκισης επειδή ασκούσαν την πίστη τους.
Κατά τον ίδιο, οι επιχειρήσεις αυτές δεν αποτελούν μεμονωμένα περιστατικά, αλλά μέρος μιας συστηματικής εκστρατείας του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας για τη φίμωση των χριστιανικών εκκλησιών, των θρησκευτικών ηγετών και των πιστών τους.
Λίγες ημέρες πριν από την 20ή Ιουλίου, ημερομηνία κατά την οποία άρχισε, το 1999, η πανεθνική εκστρατεία καταστολής του Φάλουν Γκονγκ, ο Μπαρνς έστειλε ένα σαφές μήνυμα προς όσους συμμετέχουν στη δίωξη.
«Η 20ή Ιουλίου [2026] σηματοδοτεί την 27η επέτειο της σκληρής εκστρατείας του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας για την εξάλειψη του Φάλουν Γκονγκ», δήλωσε, σημειώνοντας ότι η αμερικανική κυβέρνηση αντιμετωπίζει σοβαρά τις επιθέσεις εναντίον μελών θρησκευτικών ομάδων, όπως οι ασκούμενοι του Φάλουν Γκονγκ, και δεσμεύεται να χρησιμοποιήσει τα κατάλληλα διαθέσιμα εργαλεία για να επιδιώξει τη λογοδοσία των Κινέζων αξιωματούχων που εμπλέκονται σε κατασταλτικές ενέργειες.
Η διατύπωση αυτή μετατοπίζει το βάρος από μια γενική διπλωματική καταδίκη προς την προσωπική ευθύνη όσων διατάζουν, υποστηρίζουν ή εφαρμόζουν τη δίωξη. Δεν αφορά μόνο την κινεζική κυβέρνηση ως κρατική οντότητα, αλλά και συγκεκριμένα πρόσωπα που ενδέχεται να βρεθούν αντιμέτωπα με περιορισμούς εισόδου ή άλλα μέτρα.
Σύμφωνα με τον Μπαρνς, η πολιτική περιορισμού θεωρήσεων εισόδου που ανακοινώθηκε από τον υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο τον Δεκέμβριο του 2025 διεύρυνε το πεδίο εφαρμογής των αμερικανικών μέτρων, που δεν περιορίζεται πλέον μόνο σε κυβερνητικούς αξιωματούχους που ευθύνονται για σοβαρές παραβιάσεις της θρησκευτικής ελευθερίας.
Η νέα πολιτική μπορεί, όπως ανέφερε, να εφαρμοστεί σε οποιοδήποτε πρόσωπο διευθύνει, εγκρίνει, υποστηρίζει ουσιαστικά, συμμετέχει ή πραγματοποιεί διώξεις λόγω θρησκευτικής πίστης στο εξωτερικό. Οι περιορισμοί είναι δυνατόν να επεκταθούν και στα άμεσα μέλη της οικογένειας των εμπλεκομένων, στερώντας τους το δικαίωμα εισόδου στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η διεθνική καταστολή στο επίκεντρο
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε και στη διεθνική καταστολή, δηλαδή στις προσπάθειες αυταρχικών καθεστώτων να εκφοβίζουν, να παρακολουθούν ή να παρενοχλούν επικριτές, αντιφρονούντες και θρησκευτικές κοινότητες ακόμη και όταν αυτοί βρίσκονται στο εξωτερικό.
Ο Μπαρνς δήλωσε ότι τέτοιες πράξεις πραγματοποιούνται και εναντίον ανθρώπων και οργανώσεων που βρίσκονται στις Ηνωμένες Πολιτείες, και υπογράμμισε ότι η αμερικανική κυβέρνηση είναι αποφασισμένη να ασκήσει δίωξη κατά όσων παραβιάζουν την κυριαρχία της χώρας και στοχοποιούν ανθρώπους σε αμερικανικό έδαφος.
Η αμερικανική κυβέρνηση, σύμφωνα με όσα ανέφερε, επιδιώκει παράλληλα την απελευθέρωση κρατουμένων συνείδησης μέσω των πρεσβειών και των προξενείων της, διπλωματικών επαφών υψηλού επιπέδου και δημόσιων δηλώσεων κυβερνητικών αξιωματούχων.
Στο τέλος της ομιλίας του, ο Μπαρνς κάλεσε οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, θρησκευτικές κοινότητες, μη κυβερνητικές οργανώσεις και ξένες κυβερνήσεις να ενισχύσουν τη συνεργασία τους. Ζήτησε να συνεχίσουν να παρέχουν στις αμερικανικές αρχές στοιχεία σχετικά με παραβιάσεις της θρησκευτικής ελευθερίας, ώστε να διευκολύνεται η εφαρμογή των περιορισμών θεωρήσεων και άλλων μέτρων λογοδοσίας.
Η αμερικανική τοποθέτηση εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο πολιτικής πίεσης. Το νομοσχέδιο «Falun Gong Protection Act», το οποίο εγκρίθηκε από τη Βουλή των Αντιπροσώπων τον Μάιο του 2025 και παραπέμφθηκε στην Επιτροπή Εξωτερικών Σχέσεων της Γερουσίας, προβλέπει κυρώσεις και περιορισμούς θεωρήσεων εναντίον προσώπων που έχουν συμμετάσχει ή διευκολύνει την εξαναγκαστική αφαίρεση οργάνων στην Κίνα.
Στο κείμενο του νομοσχεδίου αναφέρεται επίσης ως πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών η συνεργασία με συμμάχους και διεθνείς οργανισμούς για την ανάδειξη της δίωξης του Φάλουν Γκονγκ και τον συντονισμό στοχευμένων κυρώσεων και περιορισμών θεωρήσεων εισόδου.
Ιταλοί αξιωματούχοι: «Η δίωξη δεν είναι εσωτερική υπόθεση»
Στην Ευρώπη, η συμπλήρωση είκοσι επτά ετών από την έναρξη της δίωξης συνοδεύτηκε από εκδηλώσεις ενημέρωσης στη Ρώμη στις 27 και 28 Ιουνίου. Ασκούμενοι του Φάλουν Γκονγκ από διάφορες ευρωπαϊκές χώρες ενημέρωσαν το κοινό για τις παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Κίνα και κάλεσαν την κοινωνία και τους πολιτικούς θεσμούς να συμβάλουν στον τερματισμό της καταστολής.
Ο γερουσιαστής Τζούλιο Τέρτσι ντι Σαντ’ Άγκατα, πρόεδρος της Επιτροπής Πολιτικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης της ιταλικής Γερουσίας, πρώην υπουργός Εξωτερικών και πρώην πρέσβης στις Ηνωμένες Πολιτείες, τόνισε ότι η ελευθερία πίστης, σκέψης και συνείδησης δεν αποτελεί προνόμιο που παραχωρείται από τις κυβερνήσεις, αλλά έμφυτο δικαίωμα κάθε ανθρώπου. Η θέση του Τέρτσι ως προέδρου της αρμόδιας επιτροπής επιβεβαιώνεται και από τα επίσημα στοιχεία της ιταλικής Γερουσίας.
Ο Τέρτσι ζήτησε τον άμεσο τερματισμό της δίωξης, την απελευθέρωση όλων των κρατουμένων συνείδησης και τη διενέργεια ανεξάρτητων διεθνών ερευνών για τα εγκλήματα που έχουν καταγγελθεί. Υπογράμμισε ότι μια Ευρώπη η οποία πιστεύει πραγματικά στις αρχές της δημοκρατίας και της ελευθερίας οφείλει να βρίσκεται στο πλευρό των θυμάτων.
Η πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου της Ρώμης, Σβετλάνα Τσέλλι, χαρακτήρισε την προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας και την απόρριψη κάθε μορφής καταπίεσης απαραίτητους πυλώνες μιας πραγματικά δίκαιης και ανεκτικής κοινωνίας.
Η γερουσιαστής Στεφανία Πουτσιαρέλλι ανέφερε ότι οποιοδήποτε σύστημα επιχειρεί να περιορίσει την ατομική συνείδηση, να καταστείλει μια ειρηνική πνευματική άσκηση ή να μετατρέψει τις θρησκευτικές και ηθικές πεποιθήσεις σε πολιτικό αδίκημα έρχεται σε σύγκρουση με τις θεμελιώδεις αρχές προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Τόνισε ακόμη ότι καμία δίωξη που βασίζεται στην πίστη, στη συνείδηση ή στην ειρηνική άσκηση των πεποιθήσεων ενός ανθρώπου δεν πρέπει να αγνοείται, να υποβαθμίζεται ή να απορρίπτεται ως εσωτερική υπόθεση ενός κράτους.
Ο πρόεδρος του 12ου Δημοτικού Διαμερίσματος της Ρώμης, Έλιο Τομασσέττι, υπενθύμισε ότι το διαμέρισμα είχε ήδη εγκρίνει, τον Ιούλιο του 2025, ψήφισμα που καταδίκαζε τη συστηματική δίωξη των ασκουμένων του Φάλουν Γκονγκ και ζητούσε την παρέμβαση των εθνικών θεσμών, καθώς και εκστρατείες ενημέρωσης της κοινής γνώμης.
Η πρώην βουλευτής Ελιζαμπέτα Τζαμπαρούτι σημείωσε ότι όταν ένα κράτος προσπαθεί να ελέγξει όχι μόνο τις πράξεις των πολιτών αλλά και το πνεύμα, τις βαθύτερες πεποιθήσεις, την πίστη και την εσωτερική αναζήτησή τους, τότε η διεθνής κοινότητα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια μορφή ολοκληρωτισμού που αφορά όλους τους ανθρώπους.
«Η αλήθεια μπορεί να διωχθεί, αλλά δεν μπορεί να διαγραφεί· η ελευθερία μπορεί να κατασταλεί, αλλά δεν μπορεί να ηττηθεί», ανέφερε στο μήνυμά της.
Ο γερουσιαστής Αντρέα Ντε Πριάμο, πρόεδρος της Επιτροπής Συνταγματικών Υποθέσεων της Γερουσίας, υπενθύμισε το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 18ης Ιανουαρίου 2024, με το οποίο ζητήθηκε από τις κινεζικές αρχές να τερματίσουν τη δίωξη του Φάλουν Γκονγκ, να εγγυηθούν τη θρησκευτική ελευθερία και να τηρήσουν τις διεθνείς υποχρεώσεις τους στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είχε πράγματι εγκρίνει ψήφισμα για τη δίωξη του Φάλουν Γκονγκ στην Κίνα, με ιδιαίτερη αναφορά στην υπόθεση του κρατούμενου ασκούμενου Ντινγκ Γιουάντε.
Ο κοινωνιολόγος και αρχισυντάκτης του περιοδικού Bitter Winter, Μάσσιμο Ιντροβίνιε, εξέφρασε την αλληλεγγύη του προς τους ασκούμενους που αντιμετώπισαν φυλάκιση, διακρίσεις, εκφοβισμό ή αποχωρισμό από τις οικογένειές τους. Αναφέρθηκε επίσης στις μορφές διακρατικής καταστολής που, όπως είπε, εξακολουθούν να εκδηλώνονται ακόμη και στην Ευρώπη.
Ανάλογα μηνύματα έστειλαν ο βουλευτής Έντσο Άμιχ και ο επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας των Αδελφών της Ιταλίας στη Γερουσία, Λούτσιο Μαλάν. Ο Μαλάν υπογράμμισε ότι η ελευθερία συνείδησης, θρησκείας και εκδήλωσης της πίστης προστατεύεται από την Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και πρέπει να γίνεται σεβαστή σε όλες τις χώρες και για κάθε θρησκευτική πεποίθηση.
Οι παρεμβάσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ιταλία δείχνουν μια αυξανόμενη τάση σύνδεσης της υπεράσπισης της θρησκευτικής ελευθερίας με συγκεκριμένους μηχανισμούς λογοδοσίας. Η δημόσια καταδίκη παραμένει σημαντική, αλλά δεν θεωρείται πλέον επαρκής από μόνη της. Οι περιορισμοί θεωρήσεων, οι στοχευμένες κυρώσεις, οι διεθνείς έρευνες και η συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων παρουσιάζονται ως τα επόμενα βήματα.
Είκοσι επτά χρόνια μετά την έναρξη της δίωξης, το μήνυμα που εκπέμπεται και από τις δύο πλευρές του Ατλαντικού είναι ότι η καταστολή ανθρώπων εξαιτίας της πίστης και της συνείδησής τους δεν μπορεί να παραμένει χωρίς συνέπειες. Η ευθύνη δεν είναι αφηρημένη. Βαρύνει τα πρόσωπα που λαμβάνουν αποφάσεις, εκδίδουν διαταγές, διευκολύνουν τις διώξεις ή συμμετέχουν άμεσα στην εφαρμογή τους.
Πηγή: Minghui.org








