Η σοσιαλιστική κυβέρνηση της Ισπανίας ανακοίνωσε ,στις 27 Ιανουαρίου, σχέδιο για την ταχεία νομιμοποίηση μισού εκατομμυρίου παράνομων μεταναστών. Η σχετική πρόταση προβλέπει την απόδοση καθεστώτος διαμονής μέσω επιταχυμένης διαδικασίας σε περίπου 500.000 μετανάστες χωρίς χαρτιά, οι οποίοι ήδη ζουν και εργάζονται στη χώρα. Το σχέδιο διατάγματος προβλέπει σημαντική διεύρυνση της πρόσβασης σε άδειες διαμονής, χωρίς να απαιτείται έγκριση από το Κοινοβούλιο.
Χιλιάδες μετανάστες εργάτες στην Ισπανία εργάζονται υπό συνθήκες εκμετάλλευσης. Όπως υπογράμμισε το κόμμα Podemos σε ανάρτησή του στο X στις 26 Ιανουαρίου: «Η έλλειψη χαρτιών είναι ο τρόπος του καπιταλισμού, αυτή την εποχή, να διατηρεί τη δουλεία στον 21ο αιώνα. Γι’ αυτό, η συγκεκριμένη διευθέτηση αποτελεί καθαρή κοινωνική δικαιοσύνη».
Η υπουργός Μετανάστευσης, Έλμα Σάιθ, κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου, τόνισε τη σπουδαιότητα του μέτρου, δηλώνοντας: «Πρόκειται για μέτρο επεξεργασμένο, μελετημένο και αναγκαίο, ώστε να αντιμετωπιστεί μια πραγματικότητα που υπάρχει στους δρόμους μας και επηρεάζει τη συνύπαρξη και την οικονομία».
Όπως σημείωσε, δικαιούχοι των νέων αδειών θα είναι όσοι μετανάστες χωρίς χαρτιά διαμένουν στην Ισπανία τουλάχιστον πέντε μήνες μέχρι το τέλος του 2025 και δεν έχουν ποινικό μητρώο. Το πρόγραμμα επεκτείνεται και σε όσους είχαν υποβάλει αίτημα ασύλου πριν το τέλος του έτους, ακόμη και αν η αίτησή τους εκκρεμεί.
Η Ισπανία έχει γνωρίσει σημαντική αύξηση της μετανάστευσης τα τελευταία χρόνια· σύμφωνα με το Εθνικό Ινστιτούτο Στατιστικής της Ισπανίας, το καθαρό μεταναστευτικό ισοζύγιο ξεπέρασε τους 600.000 το 2024. Εκτιμάται ότι στις αρχές του 2023 υπήρχαν περίπου 686.000 παράνομοι μετανάστες στη χώρα, ενώ το 2025 ο αριθμός αυτός μπορεί να φτάσει τους 840.000. Τα μεγέθη αυτά προσδιορίζονται κατά προσέγγιση, καθώς οι παράνομοι μετανάστες σπάνια καταγράφονται στα επίσημα μητρώα.
Επιπλέον, σύμφωνα με τη FUNCAS, ισπανική δεξαμενή σκέψης, η Ισπανία κατέγραψε τον δεύτερο μεγαλύτερο αριθμό πρώτων αιτήσεων ασύλου στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2024 — περίπου 164.000 ή το 18% σε σύνολο ενός εκατομμυρίου. Η σύνθεση των αιτούντων άσυλο διαφέρει από εκείνη άλλων χωρών της ΕΕ: ενώ τα βόρεια ευρωπαϊκά κράτη δέχονται πολλές αιτήσεις από τη Μέση Ανατολή, η Ισπανία έχει μετατραπεί σε σημαντικό προορισμό για υπηκόους χωρών της Λατινικής Αμερικής. Σύμφωνα με τη FUNCAS, οι Βενεζουελάνοι αποτελούν περίπου το 40% των πρώτων αιτήσεων ασύλου στην Ισπανία, οι Κολομβιανοί το 24% και οι Περουβιανοί το 6%.
Τα τελευταία χρόνια, δεκάδες χιλιάδες μετανάστες από τη δυτική και υποσαχάρια Αφρική φθάνουν παράνομα στην Ισπανία μέσω θαλάσσιων και χερσαίων διαδρομών. Η ACAPS, ανθρωπιστική οργάνωση που παρακολουθεί τις μεταναστευτικές ροές, ανέφερε πως μεταξύ Ιανουαρίου και Ιουνίου 2024 οι αφίξεις δια θαλάσσης από τη Δυτική Μεσόγειο έφτασαν σχεδόν τις 25.000, σημειώνοντας αύξηση 96% σε σχέση με το ίδιο διάστημα το 2023. Οι περισσότεροι προέρχονται από χώρες της δυτικής Αφρικής, πολλοί εκ των οποίων καταλήγουν στα Κανάρια Νησιά.
Το κυβερνητικό σχέδιο έχει προκαλέσει τις αντιδράσεις της αντιπολίτευσης. Ο Σαντιάγο Αμπασκάλ, αρχηγός του ακροδεξιού κόμματος Vox, εξέφρασε την ανησυχία του με ανάρτηση στο X: «Ο πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ ενθαρρύνει την παράνομη μετανάστευση και το σχετικό διάταγμα θα επιταχύνει τις παράνομες αφίξεις».
Ο Αμπασκάλ αντιτίθεται στο μέτρο και ζητεί απελάσεις και επαναπατρισμούς. Ο Αλμπέρτο Νούνιεθ Φεϊχό, επικεφαλής του συντηρητικού Λαϊκού Κόμματος, δήλωσε: «Στη σοσιαλιστική Ισπανία η παρανομία επιβραβεύεται», προαναγγέλλοντας ότι θα ανατρέψει τις πολιτικές αυτές εάν το κόμμα του κερδίσει τις επόμενες εκλογές. Η εκστρατεία υπέρ της νομιμοποίησης ξεκίνησε με πρωτοβουλία και συλλογή άνω των 600.000 υπογραφών το 2024, με τη στήριξη πλήθους ΜΚΟ και της Καθολικής Ισπανικής Επισκοπικής Συνέλευσης. Σε πρόσφατη ανακοίνωσή της, η Καθολική Εκκλησία της Ισπανίας χαρακτήρισε το μέτρο πράξη κοινωνικής δικαιοσύνης.
Τέλος, η VisaHQ, ιδιωτική εταιρεία υπηρεσιών θεωρήσεων και μετανάστευσης, ανέφερε ότι η ισπανική κυβέρνηση επέλεξε να προωθήσει τη ρύθμιση μέσω βασιλικού διατάγματος, παρακάμπτοντας το Κοινοβούλιο, καθώς οι προηγούμενες προσπάθειες κατέληξαν σε αδιέξοδο. Τις ρυθμίσεις στηρίζουν κυρίως οι εργοδοτικές ενώσεις, με το επιχείρημα ότι υπάρχει έλλειψη προσωπικού σε τομείς όπως η γεωργία, η εστίαση, η εφοδιαστική αλυσίδα και η φροντίδα ηλικιωμένων.
Με πληροφορίες από το Reuters








