Αναβαθμίζεται το επίπεδο τρομοκρατικής απειλής στο Ηνωμένο Βασίλειο σε «σοβαρό», μετά από επίθεση με μαχαίρι που δέχθηκαν δύο μέλη της εβραϊκής κοινότητας στο βόρειο Λονδίνο την Τετάρτη, 30 Απριλίου. Αυτό σημαίνει ότι θεωρείται πιθανή μια τρομοκρατική επίθεση μέσα στους επόμενους έξι μήνες. Σύμφωνα με τη βρετανική κυβέρνηση, η αναβάθμιση του επιπέδου τρομοκρατικής απειλής σε «σοβαρό» δεν οφείλεται αποκλειστικά στην επίθεση, αλλά σε αυξημένη «ισλαμιστική και ακροδεξιά τρομοκρατική απειλή, που προέρχεται από άτομα και μικρές ομάδες με έδρα το Ηνωμένο Βασίλειο».
Ως δράστης της επίθεσης κατονομάζεται ο 45χρονος Έσσα Σουλεϊμάν, Βρετανός υπήκοος σομαλικής καταγωγής, ο οποίος έχει ιστορικό σοβαρών πράξεων βίας και προβλημάτων ψυχικής υγείας, σύμφωνα με την αστυνομία. Όπως αναφέρουν βρετανικά μέσα ενημέρωσης, την περίοδο των επιθέσεων έμενε σε κατοικία για άτομα με ψυχικές διαταραχές, ενώ προηγουμένως βρισκόταν σε ψυχιατρικό νοσοκομείο. Την ίδια μέρα επιτέθηκε με μαχαίρι και σε άνδρα στο νότιο Λονδίνο, τον Ισμαήλ Χουσεΐν, τον οποίο χαρακτήρισε φίλο του στην κατάθεση του στο δικαστήριο, προκαλώντας του ελαφρά τραύματα.
Η αστυνομία χαρακτήρισε την επίθεση κατά των δύο Εβραίων ως ύποπτο τρομοκρατικό περιστατικό, καθώς έχουν σημειωθεί και άλλες αντισημιτικές επιθέσεις στην περιοχή, όπου πολλοί κάτοικοι είναι ορθόδοξοι Εβραίοι. Τα δύο θύματα επίσης ανήκαν σε αυτή την κατηγορία, όπως μαρτυρούσε η εμφάνισή τους.
Καθώς υπάρχουν φωνές στο Ηνωμένο Βασίλειο που εκφράζουν την πεποίθηση ότι ο αντισημιτισμός και οι επιθετικές ενέργειες κατά των Εβραίων τροφοδοτούνται από φιλοπαλαιστινιακά κινήματα και από το αντι-σιωνιστικό κλίμα, ο πρωθυπουργός Κηρ Στάρμερ δήλωσε ότι θα ληφθούν περαιτέρω μέτρα για την προστασία της εβραϊκής κοινότητας, η οποία αριθμεί περί τα 290.000 άτομα στη Βρετανία.
Ήδη από τον Ιούλιο του 2025, η οργάνωση «Palestine Action» θεωρείται τρομοκρατική οργάνωση, ενώ τώρα συζητείται περιορισμός των διαδηλώσεων υπέρ της Παλαιστίνης. Ο Τζόναθαν Χωλ, KC, δικηγόρος και ανεξάρτητος ελεγκτής της αντιτρομοκρατικής νομοθεσίας του Ηνωμένου Βασιλείου, ζήτησε την απαγόρευσή τους, με αφορμή το τελευταίο περιστατικό. «Δεδομένου ότι το δικαίωμα στη ζωή είναι πιο σημαντικό από το δικαίωμα στη διαμαρτυρία, είναι λογικό να εξεταστεί το ενδεχόμενο μιας παύσης ή ενός μορατόριουμ στις διαδηλώσεις όπου καλλιεργούνται η δημόσια δαιμονοποίηση και το μίσος», δήλωσε την Πέμπτη στην εφημερίδα The Jewish News.
Η πρόταση του Χωλ επικρίθηκε από την οργάνωση Jewish Voice for Liberation (JVL), μια αντι-σιωνιστική ομάδα που αγωνίζεται για την ειρήνη στη Μέση Ανατολή, η οποία δήλωσε στην Epoch Times ότι η επίθεση εργαλειοποιείται για την καταστολή όσων διαμαρτύρονται ειρηνικά για τις ισραηλινές επισχειρήσεις στη Δυτική Όχθη. Ωστόσο, καταδίκασε απερίφραστα την απόπειρα κατά των δύο Εβραίων, σημειώνοντας ότι «οι Εβραίοι στη Βρετανία δεν φέρουν ευθύνη για τις πράξεις του Ισραήλ».
«Είναι καιρός να σκεφτούμε σοβαρά τι προκαλεί αυτή την αύξηση των αντισημιτικών επιθέσεων και πώς να την αντιμετωπίσουμε. Η κυβέρνηση, η αστυνομία και οι εβραϊκοί ηγέτες, όπως το Συμβούλιο των Αντιπροσώπων, πρέπει να σκεφτούν πιο προσεκτικά τι συμβαίνει, τόσο σε διεθνές επίπεδο όσο και στο Ηνωμένο Βασίλειο», υπογράμμισαν. «Εδώ και πολύ καιρό, η κριτική προς το Ισραήλ και ο αντισιωνισμός ταυτίζονται με τον αντισημιτισμό. Αυτό αποτελεί πλέον σοβαρό πρόβλημα».
Σε τηλεοπτική ομιλία του με θέμα τον αντισημιτισμό, ο Στάρμερ δήλωσε ότι η κυβέρνησή του θα στοχεύσει στην εξάλειψη αυτού του μίσους. Αφ’ ενός ανακοίνωσε τη χρηματοδότηση επιπλέον αστυνομικών περιπολιών και αυξημένων μέτρων ασφαλείας σε συναγωγές και εβραϊκά σχολεία αφ’ ετέρου τον περιορισμό όσων προωθούν τον εξτρεμισμό και την εχθρότητα, μέσω διαύλων που μπορεί να περιλαμβάνουν ακόμη και φιλανθρωπικές οργανώσεις. Όπως είπε, η κυβέρνηση επιθυμεί να προωθήσει με ταχεία διαδικασία νομοθεσία που θα επιτρέπει τη δίωξη ατόμων που ενεργούν ως εκπρόσωποι μιας ομάδας που υποστηρίζεται από κράτος, ώστε να αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο όπως οι κατάσκοποι ξένων μυστικών υπηρεσιών.
Σύμφωνα με τον Λώρενς Τέιλορ, επικεφαλής της αντιτρομοκρατικής αστυνομίας, η Βρετανία αντιμετωπίζει εδώ και καιρό αυξημένη τρομοκρατική απειλή, με κινδύνους που προέρχονται από πολλαπλές κατευθύνσεις, που αφορά τόσο τους Εβραίους και τους Ισραηλινούς πολίτες όσο και ιδρύματα στο Ηνωμένο Βασίλειο. Για τον Τέιλορ, το ζήτημα δεν περιορίζεται στα σύνορα της χώρας αλλά πρόκειται για μία παγκόσμια κατάσταση, που συνδέεται με συγκεκριμένα κράτη.
Αναλυτές, όπως η Ντάλια Ζιαντά [Dalia Ziada] από την Αίγυπτο, μιλούν για το φαινόμενο της ‘παλαιστινιοποίησης της Δύσης’, αναφερόμενοι στη μετατροπή ενός εδαφικού ζητήματος — του αιτήματος εν προκειμένω για τη δημιουργία ενός παλαιστινιακού κράτους — σε σύμβολο που αφορά ανθρώπους ασχέτως από την εγγύτητά τους στον χώρο ή στον λαό. Σύμφωνα με τη Ζιαντά, ο στόχος αυτής της τακτικής δεν είναι επί της ουσίας η εξεύρεση μιας λύσης, αλλά η κινητοποίηση των ανθρώπων για ένα ηθικό ζήτημα. Σε αυτό το πλαίσιο, οι Ισραηλινοί και οι Εβραίοι μετατρέπονται από άτομα σε σύμβολα ισχύος και καταστολής. Η εξάπλωση της ‘παλαιστινιοποίησης’ δρα καταλυτικά στα κράτη όπου εμφανίζεται, δημιουργώντας πόλωση και διαμάχη στο εσωτερικό τους και καταλήγοντας να επηρεάζει πολιτικές αποφάσεις.
Σε άρθρα της η Ζιαντά αναφέρεται και στη σχέση της Χαμάς με τη Μουσουλμανική Αδελφότητα και το Ιράν, επισημαίνοντας ότι το ζητούμενο στην πραγματικότητα δεν είναι η δημιουργία ενός παλαιστινιακού κράτους, αλλά η εξάλειψη του ισραηλινού. Θυμίζει ακόμη ότι ηγέτες των ισλαμιστών έχουν ορκιστεί να «καταστρέψουν τον δυτικό πολιτισμό εκ των έσω». Η δράση των ιμάμηδων — των θρησκευτικών ηγετών στο Ισλάμ — έχει καθοριστική επιρροή στους πιστούς, ιδίως μεταξύ των σιιτών, και οι φετφάδες — γνωμοδοτήσεις ή ερμηνείες — που εκδίδουν έχουν αξία νόμου για τους μουσουλμάνους, παρόλο που τυπικά δεν θεωρούνται δεσμευτικοί.
Ο ιμάμης Μοχάμαντ Ταουχιντί [Mohammad Tawhidi], πρώην ισλαμιστής και εξτρεμιστής όπως δηλώνει σε συνέντευξή του στον Ντινές Ντ’ Σόουζα [Dinesh D’Souza], επίσης αναφέρει ότι ο στόχος των ισλαμιστών είναι ο εξισλαμισμός της Δύσης. Για να επιτύχουν τον σκοπό τους χρησιμοποιούν την πολιτική: κατακτούν θέσεις στα κοινοβούλια, στον ακαδημαϊκό χώρο, σε οργανώσεις. Αξιοσημείωτο είναι ότι ο δίαυλος προς αυτή την κατεύθυνση είναι τα αριστερά κόμματα και ομάδες. Εξηγώντας αυτήν τη σχέση, ο Ταουχιντί δηλώνει ότι παρά τις βαθιές και ουσιαστικά αγεφύρωτες διαφορές μεταξύ Ισλάμ και αριστεράς, η έλλειψη αρχών και αξιών των δεύτερων τους καθιστά εύκολο στόχο για την προπαγάνδα των ισλαμιστών, σε αντίθεση με τους συντηρητικούς. Σύμφωνα με τα λεγόμενά του, η ατζέντα των αριστερών — οι αγώνες για το κλίμα, για τις αμβλώσεις, για τα δικαιώματα των ΛΟΑΤΚΙ — αποσπούν την προσοχή από τα ουσιώδη ζητήματα και από τις επιδιώξεις των ισλαμιστών, αφήνοντας ελεύθερο πεδίο δράσης.
Η συνέργεια των αριστερών κομμάτων και οργανισμών με το Ισλάμ έχει κοινό έδαφος τον αντιδυτικισμό και τον αντισημιτισμό, κατά τη Μέλανι Φίλιπς, Βρετανίδα δημοσιογράφο και συγγραφέα, η οποία επισημαίνει και τον ρόλο των μέσων ενημέρωσης, παγκόσμιων οργανισμών όπως τα Ηνωμένα Έθνη, και μεγάλων ΜΚΟ όπως η Oxfam, η Human Rights Watch, η Save the Children στην προώθηση της αντι-ισραηλινής ρητορικής των ισλαμιστών για τις δύο τελευταίες δεκαετίες.
Στη Βρετανία, το ζήτημα του εξισλαμισμού και της ισχύος της μουσουλμανικής κοινότητας έχει ήδη τεθεί, ενώ συζητείται ακόμη και το κατά πόσο είναι δυνατόν να αντιστραφεί αυτό το φαινόμενο. Βίαιες πράξεις κατά ανθρώπων που προσβάλλουν το Κοράνι ή τον Μωάμεθ, μεγάλες δημόσιες μουσουλμανικές συγκεντρώσεις και εορτασμοί, δημόσιες εκδηλώσεις συμπαράστασης στο ισλαμικό καθεστώς του Ιράν και η μη αφομοίωση των μεταναστών στη βρετανική κοινωνία και κουλτούρα αποτελούν παράγοντες που έχουν αρχίσει να δημιουργούν προβληματισμό για την πολιτική υπέρ της πολυπολιτισμικότητας που ακολουθείται τα τελευταία χρόνια.








