Κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου στις 17 Μαρτίου, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, ανακοίνωσε ότι η αναβληθείσα συνάντησή του με τον ηγέτη του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας, Σι Τζινπίνγκ, θα πραγματοποιηθεί μετά από πέντε έως έξι εβδομάδες.
«Ήταν εντάξει με αυτό», δήλωσε ο Τραμπ για τη νέα ημερομηνία, η οποία ακόμη δεν έχει οριστικοποιηθεί. «Ανυπομονώ να δω τον πρόεδρο Σι. Νομίζω κι εκείνος το ίδιο. Η Κίνα, από οικονομικής άποψης για εμάς, είναι πλέον πολύ ‘καλή’, πολύ. Όπως ξέρετε, τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά σε σύγκριση με το παρελθόν και διατηρούμε πλέον μια πολύ καλή εργασιακή σχέση με την Κίνα».
Αρχικά, ο Τραμπ επρόκειτο να ταξιδέψει στην Κίνα στα τέλη του μήνα, ωστόσο ζήτησε να αναβληθεί το ταξίδι, δίνοντας προτεραιότητα στην επίβλεψη των στρατιωτικών επιχειρήσεων στο Ιράν. «Πρέπει να είμαι εδώ, το νιώθω. Έτσι ζητήσαμε να μετατεθεί κατά έναν μήνα», ανέφερε σε δημοσιογράφους στις 16 Μαρτίου.
Ο Τραμπ και ο Σι είχαν την τελευταία τους συνάντηση τον Οκτώβριο του 2025, σε διμερή συνάντηση στη Νότια Κορέα, όπου συμφώνησαν να σταματήσουν τον εμπορικό πόλεμο για ένα έτος, και προχώρησαν σε σημαντικές μειώσεις δασμών. Η Κίνα δεσμεύθηκε να αυξήσει τις ποσοστώσεις αγορών αμερικανικής σόγιας, να περιορίσει τις εξαγωγές ουσιών που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή φαιντανύλης και να αναστείλει για έναν χρόνο τους περιορισμούς της σε κρίσιμα ορυκτά. Σε αντάλλαγμα, οι ΗΠΑ μείωσαν τα λιμενικά τέλη και δασμούς, ενώ στις συζητήσεις συμπεριλήφθηκε και η πώληση ημιαγωγών και ενέργειας στην Κίνα.
Στις 15 Μαρτίου 2026, οι δύο χώρες ξεκίνησαν εκ νέου εμπορικές συνομιλίες στο Παρίσι, για πρώτη φορά μετά την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου που επιβάλλει νέο πλαίσιο στους δασμούς. Σύμφωνα με τους διαπραγματευτές, οι δύο πλευρές συμφώνησαν να διατηρήσουν σε ισχύ τη συμφωνία του Οκτωβρίου.
«Αυτό στο οποίο καταλήξαμε σήμερα είναι ουσιαστικά οι γενικοί όροι ενός πλάνου εργασίας μέχρι τη συνάντηση των προέδρων», δήλωσε ο Αμερικανός διαπραγματευτής Τζέιμσον Γκρηρ σε συνέντευξη Τύπου στις 16 Μαρτίου, μετά από διήμερες διαβουλεύσεις. «Συζητήσαμε τη συμμόρφωση της Κίνας στις δεσμεύσεις της, όπως τη ροή κρίσιμων ορυκτών, καθώς και την αύξηση [των αμερικανικών] εξαγωγών ενέργειας και αγροτικών προϊόντων προς την Κίνα».
Ο Γκρηρ ανέφερε επίσης το ενδεχόμενο δημιουργίας «Συμβουλίου Εμπορίου ΗΠΑ-Κίνας, έτσι ώστε να θεσμοθετηθεί, έστω και στοιχειωδώς, ποια προϊόντα πρέπει να εισάγουμε από την Κίνα και ποια να εξάγουμε στην Κίνα, ώστε να επικεντρωθούμε σε τομείς αμοιβαίου οφέλους. Αυτά αναμένουμε να τεθούν στο επίκεντρο της συζήτησης των ηγετών όταν συναντηθούν».








