Ο πρόεδρος της Ουκρανίας Βολοντίμιρ Ζελένσκι προχώρησε τη Δευτέρα, 17 Νοεμβρίου, στην υπογραφή συμφωνίας για την αγορά εκατό μαχητικών αεροσκαφών Rafale, με στόχο την ενίσχυση της αεράμυνας της χώρας του.
Η επιστολή πρόθεσης υπεγράφη από τον ίδιο τον Ζελένσκι και τον Γάλλο ομόλογό του, Εμμανουέλ Μακρόν, στη βάση Βιλακόμπλε, λίγο έξω από το Παρίσι, κατά τη διάρκεια της συνάντησής τους το πρωί της Δευτέρας.
Κεντρικό στοιχείο της συμφωνίας αποτελεί η προμήθεια εκατό μαχητικών Rafale, που κατασκευάζονται από τη γαλλική Dassault Aviation.
«Θα πρόκειται για την ισχυρότερη αεράμυνα, μία από τις κορυφαίες παγκοσμίως», δήλωσε ο Ζελένσκι μετά την υπογραφή της επιστολής πρόθεσης, σύμφωνα με το γαλλικό ειδησεογραφικό κανάλι LCI.
Από την πλευρά του, ο Μακρόν υπογράμμισε: «Εκατό Rafale είναι τεράστιος αριθμός. Αλλά είναι αυτό που χρειάζεται για [να γίνει η] αναγέννηση του ουκρανικού στρατού», όπως μετέδωσε το ίδιο μέσο.
Η αγορά των αεροσκαφών θα υλοποιείται σταδιακά μέσα στην επόμενη δεκαετία. Η συμφωνία περιλαμβάνει επίσης συστήματα αεράμυνας SAMP/T, ραντάρ αεράμυνας, πυραύλους αέρος-αέρος και αεροπορικές βόμβες, σύμφωνα με το περιεχόμενο της επιστολής πρόθεσης. Επίσης, η συμφωνία προβλέπει δυνατότητα μεταφοράς τεχνολογίας και κοινής παραγωγής αεροσκαφών και στην Ουκρανία, όπως αναφέρει ανακοίνωση του γραφείου του Ζελένσκι.
«Νιώθω ευγνώμων προς τη Γαλλία. Ευχαριστώ τον Εμμανουέλ Μακρόν και ολόκληρο τον γαλλικό λαό. Αυτή η στιγμή είναι εξαιρετικής σημασίας και πραγματικά ιστορική και για τα δύο έθνη μας. Νέα αεροσκάφη, ενίσχυση, νέα βήματα για την ισχυροποίηση του στρατού και της χώρας μας», δήλωσε ο Ζελένσκι τη συμφωνία που επετεύχθη.
Ο Μακρόν αναφέρθηκε στην αναγκαιότητα της συμφωνίας, υπογραμμίζοντας: «Η συμφωνία καλύπτει εύρος αναγκών, βραχυπρόθεσμων, μεσοπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων, και τους χρειάζεται όλους. Ακόμη κι αν η ειρήνη επιτυγχανόταν αύριο, πάλι θα ήταν απαραίτητα, διότι αυτό που εγγυάται την ειρήνη είναι ένας ισχυρός ουκρανικός στρατός, ικανός να υπερασπιστεί τη χώρα. Αυτές οι δυνατότητες θα προσφέρουν αυτή την ασφάλεια».
Αυτή ήταν η ένατη επίσκεψη του Ζελένσκι στη Γαλλία από την έναρξη του πολέμου με τη Ρωσία, τον Φεβρουάριο του 2022.
Εδώ και εβδομάδες βρίσκονται σε εξέλιξη συζητήσεις για το πώς το Παρίσι θα μπορούσε να ενισχύσει περαιτέρω τα ουκρανικά συστήματα αντιαεροπορικής άμυνας, παρά την πολιτική αστάθεια και τις δημοσιονομικές ανησυχίες στη Γαλλία, που θέτουν ερωτήματα για το πραγματικό περιθώριο της χώρας να προσφέρει επιπλέον υποστήριξη.
Τον Οκτώβριο, ο Μακρόν είχε δηλώσει ότι θα προσφέρει ακόμη περισσότερα μαχητικά Mirage, πέραν των έξι που είχε ήδη υποσχεθεί, καθώς και νέα σειρά πυραύλων εδάφους-αέρος Astra 30, που παράγονται από τον ευρωπαϊκό όμιλο MBDA και προορίζονται για τις αντιαεροπορικές συστοιχίες SAMP/T που χειρίζεται το Κίεβο.
Προσερχόμενος στην επίσκεψη αυτή, το γραφείο του Μακρόν είχε επισημάνει ότι στόχος του ταξιδιού ήταν να αξιοποιηθεί η γαλλική πρωτοπορία στον τομέα της αμυντικής βιομηχανίας υπέρ της άμυνας της Ουκρανίας, ώστε να αποκτήσει τα απαραίτητα συστήματα για την αντιμετώπιση της ρωσικής επιθετικότητας.
Στο πλαίσιο της παραμονής του στη Γαλλία, ο Ζελένσκι επρόκειτο να ενημερωθεί το πρωί της Δευτέρας από εκπροσώπους διαφόρων κατασκευαστών, σύμφωνα με πρόγραμμα που ανακοινώθηκε από την προεδρία της Γαλλίας, όπως μετέδωσε το γαλλικό δίκτυο TFI. Για το απόγευμα ήταν προγραμματισμένο ειδικό φόρουμ, όπου ουκρανικές και γαλλικές εταιρείες του τομέα των μη επανδρωμένων αεροσκαφών θα συζητούσαν για τη δυνατότητα συνεργασίας τους.
Σήμερα, 18 Νοεμβρίου, ο Ζελένσκι θα επισκεφθεί την Ισπανία, για συνομιλίες με τη Μαδρίτη για το ίδιο θέμα, σύμφωνα με ανακοίνωση στην πλατφόρμα X που αναρτήθηκε στις 16 Νοεμβρίου.
Η Γαλλία, μαζί με το Ηνωμένο Βασίλειο, ηγείται συνασπισμού περίπου τριάντα χωρών που δηλώνουν διατεθειμένες να αποστείλουν στρατεύματα και πρόσθετη στρατιωτική υποστήριξη στην Ουκρανία, εφόσον επιτευχθεί συμφωνία ειρήνης με τη Ρωσία.
Την ίδια περίοδο, η Ουκρανία συγκλονίζεται από σκάνδαλο διαφθοράς στον τομέα της ενέργειας, το οποίο έχει προκαλέσει αντιδράσεις εντός και εκτός της χώρας.
Το σκάνδαλο αφορά φερόμενο κύκλωμα διαφθοράς στη δημόσια επιχείρηση Energoatom, που διαχειρίζεται και τους τέσσερις πυρηνικούς σταθμούς της Ουκρανίας. Σύμφωνα με το Εθνικό Γραφείο Καταπολέμησης Διαφθοράς της Ουκρανίας, οι εργολάβοι της Energoatom καταγγέλλουν ότι αναγκάζονταν να καταβάλουν προμήθειες και μίζες στα μέλη του κυκλώματος, ώστε να διατηρούν το καθεστώς τους ως προμηθευτές, καθώς και για να μην αποκλειστούν τα προϊόντα και οι υπηρεσίες τους.
Οι ερευνητές εκτιμούν ότι μέσω του συστήματος αυτού διοχετεύτηκαν περίπου 100 εκατομμύρια ουκρανικές γρίβνιες (περίπου 2 εκατ. ευρώ).
Στο σκάνδαλο εμπλέκονται αρκετά επιφανή στελέχη της κυβέρνησης Ζελένσκι, όπως ο πρώην αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Αλεξέι Τσερνισόφ, η υπουργός Ενέργειας Σβιτλάνα Χριντσούκ, τον υπουργό Δικαιοσύνης Γκέρμαν Γκαλουστσένκο και τον πρώην υπουργό Άμυνας και νυν γραμματέα του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας και Άμυνας Ρουστάμ Ουμέροφ.
Στις 12 Νοεμβρίου, τόσο ο Γκαλουστσένκο όσο και η Χριντσούκ υπέβαλαν την παραίτησή τους, μία ημέρα αφότου ο Ζελένσκι ζήτησε την απομάκρυνσή τους και χαρακτήρισε τη διαφθορά στον τομέα της ενέργειας ως «απολύτως αφύσικη» εν καιρώ πολέμου.
Με πληροφορίες από το Reuters








