Ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούττε, δήλωσε στις 9 Απριλίου ότι οι σύμμαχοι των Ηνωμένων Πολιτειών άργησαν να προσφέρουν βοήθεια, καθώς αιφνιδιάστηκαν από τα πλήγματα που πραγματοποίησαν οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ εναντίον του Ιράν χωρίς προηγούμενη ενημέρωση της Συμμαχίας.
Ο Ρούττε αναγνώρισε την ένταση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και των συμμάχων του ΝΑΤΟ κατά τη διάρκεια συνέντευξης στο Ίδρυμα και Ινστιτούτο του προέδρου Ρόναλντ Ρήγκαν στην Ουάσιγκτον, παραδεχόμενος ότι οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι υπήρξαν κάπως αργοί στην παροχή υλικοτεχνικής υποστήριξης μετά την έναρξη του πολέμου με το Ιράν από τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ στις 28 Φεβρουαρίου. Ορισμένα κράτη-μέλη όχι μόνο αρνήθηκαν να αποστείλουν στρατιωτικά μέσα στη Μέση Ανατολή, αλλά αρνήθηκαν και να επιτρέψουν στις αμερικανικές δυνάμεις πρόσβαση στις στρατιωτικές τους βάσεις και στον εναέριο χώρο τους.
Κατά τον Ρούττε, οι σύμμαχοι αιφνιδιάστηκαν σε κάποιο βαθμό, εξηγώντας ότι, προκειμένου να διατηρηθεί το στοιχείο του αιφνιδιασμού στα αρχικά πλήγματα, ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ επέλεξε να μην ενημερώσει εκ των προτέρων τους συμμάχους, κάτι που, όπως σημείωσε, κατανοεί. Ωστόσο, ο γ.γ. υπογράμμισε ότι σκοπός του ΝΑΤΟ ως διατλαντικής συμμαχίας δεν είναι μόνο η ασφάλεια της Ευρώπης, αλλά και των Ηνωμένων Πολιτειών και του Καναδά, και τόνισε ότι το ζητούμενο είναι μία ασφαλής Ευρώπη, αλλά και μία ασφαλής Αρκτική, καθώς και ένας ασφαλής Ατλαντικός, απέναντι σε οιεσδήποτε δυνητικά απειλητικές προθέσεις τρίτων χωρών.
Οι δηλώσεις του Ρούττε έγιναν μία ημέρα μετά από τη συνάντησή του με τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο για τη διατλαντική συμμαχία. Αν και ο Λευκός Οίκος δεν έδωσε περαιτέρω λεπτομέρειες ή επίσημη ενημέρωση για τη συζήτηση, ο Τραμπ επανήλθε μέσω κοινωνικών δικτύων στις επικρίσεις του κατά του ΝΑΤΟ. Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα Truth Social, επανέλαβε ότι το ΝΑΤΟ δεν στάθηκε στο πλευρό των Ηνωμένων Πολιτειών όταν το χρειάστηκαν και δεν θα το πράξει ούτε στο μέλλον, καλώντας να θυμηθούν τη Γροιλανδία.
Η εκπρόσωπος Τύπου του Λευκού Οίκου, Καρολάιν Λέβιτ, είχε δηλώσει σε συνέντευξη Τύπου λίγες ώρες πριν από τη συνάντηση Ρούττε–Τραμπ ότι είναι λυπηρό το γεγονός πως το ΝΑΤΟ γύρισε την πλάτη στον αμερικανικό λαό τις τελευταίες έξι εβδομάδες, τη στιγμή που οι Αμερικανοί χρηματοδοτούν την άμυνα των συμμάχων.
Από την ευρωπαϊκή πλευρά, ο υπουργός Εξωτερικών της Ισπανίας, Χοσέ Μανουέλ Άλβαρες, δήλωσε σε συνέντευξή του στο ισπανικό τηλεοπτικό δίκτυο La Sexta στις 7 Απριλίου ότι το ΝΑΤΟ αποτελεί μια αμοιβαία επωφελής συμμαχία τόσο για τους Ευρωπαίους όσο και για τους Αμερικανούς. Παράλληλα, επεσήμανε ότι οι δηλώσεις και οι νέες θέσεις της αμερικανικής κυβέρνησης για την ευρωατλαντική ασφάλεια ωθούν τους Ευρωπαίους να προχωρήσουν σε σημαντικά βήματα ως προς την κυριαρχία και την άμυνά τους. Η Ισπανία είναι μία από τις χώρες που αρνήθηκαν να παραχωρήσουν στις Ηνωμένες Πολιτείες πρόσβαση στις στρατιωτικές της βάσεις κατά τις πρώτες ημέρες του πολέμου με το Ιράν, με αποτέλεσμα ο Τραμπ να ανακοινώσει τη διακοπή των εμπορικών σχέσεων των Ηνωμένων Πολιτειών με τη Μαδρίτη.
Η Ελλάδα αντιθέτως συνεργάζεται με ΗΠΑ και Ισραήλ, αναπτύσσοντας παρουσία στην Ανατολική Μεσόγειο, πεδίο όπου βρίσκονται ζωτικά συμφέροντά της, όπως επισημαίνει ο Άγγελος Χωριανόπουλος, γεωστρατηγικός αναλυτής, και αποστέλλοντας ή διατηρώντας δυνάμεις στις χώρες του Κόλπου που βάλλονται (Σαουδική Αραβία, Λίβανος, Ερυθρά Θάλασσα). Σύμφωνα με τον κο Χωριανόπουλο, τα συμφέροντα της Ελλάδας τόσο στην Ανατολική Μεσόγειο, όπου φιλοδοξεί να γίνει περιφερειακή δύναμη, όσο και στη Μέση Ανατολή, διαφέρουν παρασάγκας από αυτά δυτικοευρωπαϊκών χωρών όπως η Γαλλία και η Ισπανία.
Από την έναρξη της δεύτερης θητείας του στις αρχές του περασμένου έτους, η κυβέρνησή του έχει έρθει συχνά σε αντιπαράθεση με παραδοσιακούς συμμάχους των Ηνωμένων Πολιτειών, ενώ ο ίδιος ως πρόεδρος απειλεί με υψηλούς δασμούς χώρες που κατηγορεί για ανισόρροπες εμπορικές σχέσεις με την Ουάσιγκτον. Παρότι ο Τραμπ έχει επιτύχει εμπορικές συμφωνίες και συνεργασίες με ορισμένους βασικούς εμπορικούς εταίρους των Ηνωμένων Πολιτειών, το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ έκρινε τον Φεβρουάριο ότι οι δασμοί που επέβαλε το 2025 βάσει του νόμου περί διεθνών οικονομικών εξουσιών σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης ήταν παράνομοι.
Έκτοτε, ο Τραμπ έχει κινηθεί προς την επιβολή νέων δασμών βάσει άλλων αμερικανικών νομοθετικών διατάξεων και πρόσφατα απείλησε με δασμούς ύψους 50% κάθε χώρα που προμηθεύει όπλα στο Ιράν.
Με τη συμβολή των Ryan Morgan, Guy Birchall και Δέσποινας Καραπάνου







