Ο Έλον Μασκ δήλωσε ότι θα πληρώσει τα δικαστικά έξοδα οποιουδήποτε μιλήσει δημόσια για φερόμενους δράστες, των οποίων τα ονόματα έχουν αποκρυφτεί από τους φακέλους του Τζέφρι Έπσταϊν, και στη συνέχεια μηνυθεί γι’ αυτό.
Ο διευθύνων σύμβουλος της Tesla έκανε την προσφορά ως απάντηση σε ένα κοινωνικό μήνυμα που προβλήθηκε την Κυριακή του Super Bowl, στις 8 Φεβρουαρίου 2026, στο οποίο εμφανίζονταν γυναίκες που υποστήριζαν ότι κακοποιήθηκαν από τον Έπσταϊν και τους συνεργάτες του.
Στο απόσπασμα των 40 δευτερολέπτων σημειωνόταν ότι 3 εκατομμύρια αρχεία που σχετίζονται με τον εκλιπόντα δράστη σεξουαλικών εγκλημάτων δεν έχουν ακόμη δοθεί στη δημοσιότητα. Οι γυναίκες εμφανίζονταν να κρατούν φωτογραφίες τους από τη νεότερη ηλικία τους, ενώ μαύρα πλαίσια, ως σύμβολα λογοκρισίας, κάλυπταν τα στόματά τους. Στη συνέχεια, οι καταγγέλλουσες τόνιζαν ότι παραμένουν ενωμένες και ζητούν να αποκαλυφθεί όλη η αλήθεια για το εγκληματικό δίκτυο του Έπσταϊν και, κατόπιν, καλούσαν τη γενική εισαγγελέα Παμ Μπόντι, λέγοντας ότι είχε έρθει «η ώρα για την αλήθεια».
Ο σχολιαστής της Daily Wire, Ματ Γουόλς (Matt Walsh), διερωτήθηκε στην πλατφόρμα του Μασκ, το X, γιατί οι γυναίκες δεν έχουν κατονομάσει δημόσια τους φερόμενους ως κακοποιητές τους και υποστήριξε ότι θα μπορούσαν να το κάνουν με ασφάλεια μέσω υποστηρικτών τους στο Κογκρέσο.
Ο Γουόλς έγραψε την Κυριακή ότι όσοι ισχυρίζονται πως δεν μπορούν να κατονομάσουν πρόσωπα επειδή θα μηνυθούν, θα μπορούσαν απλώς να δώσουν τα ονόματα σε οποιονδήποτε από τους πολλούς —και, όπως ανέφερε, ως επί το πλείστον πολύ πρόσφατους— υποστηρικτές τους στο Κογκρέσο, ώστε εκείνοι να τα εκφωνήσουν από το βήμα, προστατεύοντας έτσι τους ίδιους και τις γυναίκες από πιθανές αγωγές. Πρόσθεσε ότι, κατά την άποψή του, αρνούνται να το κάνουν και αναρωτήθηκε γιατί.
Λογοκρισία
Ο Μασκ απάντησε στην ανάρτηση του Γουόλς ότι θα καλύψει τα έξοδα υπεράσπισης όποιου πει την αλήθεια για το θέμα και μηνυθεί επειδή το έκανε.
Η προσφορά θα μπορούσε να λειτουργήσει ως οικονομική ασπίδα για θύματα που φοβούνται νομικά αντίποινα αν κατονομάσουν πρόσωπα που συνδέονται με τον Έπσταϊν, ο οποίος πέθανε υπό κράτηση το 2019, ενώ ανέμενε να δικαστεί για πολλαπλές κατηγορίες εμπορίας ανηλίκων. Ο θάνατός του αποδόθηκε σε αυτοκτονία.
Το όνομα του ίδιου του Μασκ είναι μεταξύ των πολλών που αναφέρονται στη νέα δημοσιοποίηση περισσότερων από 3 εκατομμύρια αρχεία που σχετίζονται με τον Έπσταϊν και δόθηκαν στη δημοσιότητα στις 31 Ιανουαρίου, χωρίς ο ίδιος να έχει κατηγορηθεί για οποιαδήποτε παράνομη πράξη.
Σύμφωνα με έγγραφα, ο Μασκ και ο Έπσταϊν αντάλλαξαν μηνύματα μεταξύ 2012 και 2014, συζητώντας πιθανές επισκέψεις στο ιδιωτικό νησί του Έπσταϊν, Little St James. Σε ένα ηλεκτρονικό μήνυμα του Νοεμβρίου 2012, ο Μασκ εμφανιζόταν να ρωτά ποια ημέρα ή νύχτα θα είχε «το πιο ξέφρενο πάρτυ» στο νησί.
Ο Μασκ έχει αρνηθεί ότι επισκέφθηκε ποτέ το νησί, αναφέροντας σε ανάρτησή του στο X ότι «αρνήθηκε» τις επανειλημμένες προσκλήσεις του Έπσταϊν και ότι δεν δέχθηκε να πετάξει με το ιδιωτικό αεροσκάφος του χρηματοδότη, γνωστό με το παρατσούκλι «Lolita Express». Πρόσθεσε ότι, όταν ζητούσε να δοθούν στη δημοσιότητα οι φάκελοι, γνώριζε πως η αλληλογραφία του με τον Έπσταϊν θα μπορούσε να παρερμηνευτεί και να χρησιμοποιηθεί για να πληγεί η φήμη του.
Μετά τη δημοσιοποίηση των αρχείων, στις 31 Ιανουαρίου, έγραψε στο X ότι αυτό δεν τον απασχολεί, αλλά τον απασχολεί να υπάρξει τουλάχιστον προσπάθεια να διωχθούν όσοι διέπραξαν σοβαρά εγκλήματα μαζί με τον Έπσταϊν, ιδίως σε σχέση με τη φρικτή εκμετάλλευση ανήλικων κοριτσιών.

Στα έγγραφα που δημοσιοποιήθηκαν περιλαμβάνονταν λίστες πτήσεων, οικονομικά κατάστιχα και αλληλογραφία ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ενώ το υπουργείο Δικαιοσύνης ανέφερε ότι πολλά στοιχεία έχουν αποκρυφτεί για να προστατευτούν τα θύματα.
Η τελευταία δέσμη αρχείων περιλάμβανε αναφορές σε ονόματα υψηλού προφίλ από τον χώρο της τεχνολογίας και των μεγάλων επιχειρήσεων, όπως τον συνιδρυτή της Microsoft, Μπιλ Γκέιτς, και τον συνιδρυτή του LinkedIn, Ριντ Χόφμαν, καθώς και σε πολιτικούς υψηλού προφίλ, όπως τον πρώην πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών Μπιλ Κλίντον και τον πρώην πρωθυπουργό του Ισραήλ Εχούντ Μπαράκ.
Πρόσβαση στους νομοθέτες
Ο Μασκ έκανε την προσφορά του πριν από την ανακοίνωση του υπουργείου Δικαιοσύνης, τη Δευτέρα, ότι θα επιτρέψει σε μέλη του Κογκρέσου να εξετάσουν μη αποκρυμμένες εκδοχές των αρχείων, σύμφωνα με επιστολή που στάλθηκε στους νομοθέτες.
Στην επιστολή αναφερόταν ότι οι νομοθέτες —αλλά όχι το κοινό— θα μπορούν να εξετάσουν μη αποκρυμμένες εκδοχές αρχείων που η κυβέρνηση έχει ήδη δώσει στη δημοσιότητα, προκειμένου να συμμορφωθεί με νόμο που ψηφίστηκε από το Κογκρέσο πέρυσι.
Στους νομοθέτες επιβάλλονταν αρκετοί όροι· θα πρέπει να ειδοποιούν 24 ώρες νωρίτερα πριν τους δοθεί πρόσβαση, θα μπορούν να εξετάζουν τα αρχεία μόνο σε υπολογιστές στο υπουργείο Δικαιοσύνης, πρόσβαση θα έχουν μόνο οι ίδιοι —και όχι το προσωπικό τους— και, παρότι θα επιτρέπεται η λήψη σημειώσεων, δεν θα επιτρέπεται να δημιουργούν αντίγραφα.
Ανάμεσα στα ονόματα υψηλού προφίλ που εμφανίζονται στα τελευταία αρχεία περιλαμβάνεται και ο Άντριου Μάουντμπάτεν-Ουίνδσορ, παλαιότερα γνωστός ως πρίγκιπας Άντριου, δούκας της Υόρκης, του οποίου η γνωστή πλέον σχέση με τον Έπσταϊν είχε ήδη οδηγήσει στην αφαίρεση των βασιλικών του τίτλων από τον αδελφό του, τον Βρετανό μονάρχη βασιλιά Κάρολο Γ΄.
Ανακοίνωση του Μπάκιγχαμ
Η αστυνομία στο Ηνωμένο Βασίλειο αξιολογεί ισχυρισμούς ότι ο πρώην δούκας μοιράστηκε με τον Έπσταϊν εμπιστευτικές αναφορές, τις οποίες είχε στη διάθεσή του από τον ρόλο του ως εμπορικού απεσταλμένου του Ηνωμένου Βασιλείου.
Ανακοίνωση του Μπάκιγχαμ ανέφερε τη Δευτέρα ότι είναι έτοιμα να στηρίξουν οποιαδήποτε αστυνομική έρευνα για τον αδελφό του Καρόλου, αφού ηλεκτρονικά μηνύματα άφηναν να εννοηθεί ότι ο Μάουντμπάτεν-Ουίνδσορ ενδέχεται να είχε μοιραστεί με τον Έπσταϊν εμπιστευτικά βρετανικά εμπορικά έγγραφα, υπό την ιδιότητά του ως εμπορικού απεσταλμένου, στα τέλη του 2010.
Εκπρόσωπος των Ανακτόρων δήλωσε ότι ο βασιλιάς έχει καταστήσει σαφές, «με λόγια και με πρωτοφανείς ενέργειες», τη βαθιά ανησυχία του για ισχυρισμούς που συνεχίζουν να έρχονται στο φως σε σχέση με τη συμπεριφορά του κ. Μάουντμπάτεν-Ουίνδσορ.
Πρόσθεσε ότι, παρότι οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί είναι ζήτημα που πρέπει να απαντήσει ο κ. Μάουντμπάτεν-Ουίνδσορ, αν η Thames Valley Police προσεγγίσει τα Ανάκτορα, αυτά είναι έτοιμα να τη στηρίξουν, όπως θα ήταν αναμενόμενο. Συμπλήρωσε ότι, όπως είχε δηλωθεί στο παρελθόν, οι σκέψεις και η συμπαράσταση των Μεγαλειοτήτων «ήταν και παραμένουν με τα θύματα κάθε μορφής κακοποίησης».
Ο Μάουντμπάτεν-Ουίνδσορ έχει αρνηθεί στο παρελθόν οποιαδήποτε παρανομία σε σχέση με τους δεσμούς του με τον Έπσταϊν, οι οποίοι είναι γνωστό ότι συνεχίστηκαν μετά την καταδίκη του Έπσταϊν για αποπλάνηση ανηλίκου το 2008.
Η Thames Valley Police ανέφερε την περασμένη εβδομάδα ότι αξιολογεί καταγγελίες πως μια 26χρονη γυναίκα στάλθηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο από τον Έπσταϊν για σεξουαλική επαφή με τον πρώην δούκα το 2010.

Ο Κάρολος αφαίρεσε τους τίτλους του νεότερου αδελφού του μετά τη μεταθανάτια κυκλοφορία βιβλίου της Βιρτζίνια Τζιούφρι, η οποία υποστήριξε ότι, όταν ήταν έφηβη, διακινήθηκε από τον Έπσταϊν και τη συνεργό του, Γκισλέιν Μάξγουελ.
Το 2022, ο δούκας κατέληξε σε εξωδικαστικό συμβιβασμό σε αγωγή της Τζιούφρι, η οποία τον κατηγόρησε ότι είχε σεξουαλική επαφή μαζί της όταν ήταν 17 ετών, αφού γνωρίστηκαν μέσω του Έπσταϊν. Ο Μάουντμπάτεν-Ουίνδσορ ανέφερε ότι δεν θυμάται να έχει συναντήσει ποτέ την Τζιούφρι, η οποία ήταν η πιο προβεβλημένη υπερασπίστρια των θυμάτων του Έπσταϊν πριν από τον αιφνίδιο θάνατό της στη Δυτική Αυστραλία τον Απρίλιο 2025 και είχε εμπλακεί σε πολλαπλές δικαστικές υποθέσεις κατά όσων κατηγορούσε ότι την εκμεταλλεύτηκαν.
Οι αρχές ανέφεραν ότι ο θάνατος της Τζιούφρι δεν ήταν ύποπτος, αν και ορισμένα μέλη της οικογένειάς της εξέφρασαν αμφιβολίες ότι έβαλε τέλος στη ζωή της, ενώ πλήρης ιατροδικαστική έρευνα δεν έχει ακόμη πραγματοποιηθεί.
Η Λόρεν Χερς (Lauren Hersh), διευθύντρια του World Without Exploitation στις ΗΠΑ, που βρίσκεται πίσω από την παραγωγή της ενημερωτικής ταινίας η οποία δόθηκε στη δημοσιότητα στις 8 Φεβρουαρίου, ανέφερε σε δήλωσή της μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ότι, από εδώ και πέρα, το υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ πρέπει να καταβάλει κάθε προσπάθεια ώστε να δώσει προτεραιότητα στην ιδιωτικότητα και την ασφάλεια των επιζώντων, οι οποίοι έχουν γενναία μιλήσει για τις εμπειρίες τους τις τελευταίες δεκαετίες.
Τόνισε ότι δεν θα σταματήσουν μέχρι οι επιζώντες να λάβουν τη διαφάνεια και τη λογοδοσία που τους αξίζουν.
Της Rachel Roberts
Με πληροφορίες από PA Media και Reuters








