Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ υπέγραψε στις 9 Ιανουαρίου εκτελεστικό διάταγμα, κηρύσσοντας εθνική έκτακτη ανάγκη με σκοπό να αποτρέψει δικαστήρια ή ιδιώτες πιστωτές να κατάσχουν τα έσοδα από το πετρέλαιο της Βενεζουέλας που βρίσκονται σε λογαριασμούς του αμερικανικού Δημοσίου. Όπως δήλωσε, «οποιαδήποτε νομική απώλεια ελέγχου των κεφαλαίων θα έθετε σε κίνδυνο την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ και τους στόχους της εξωτερικής πολιτικής μας».
Το διάταγμα, με τίτλο «Προστασία των εσόδων από το πετρέλαιο της Βενεζουέλας προς όφελος των λαών της Αμερικής και της Βενεζουέλας», δημιουργεί ένα νομικό «τείχος προστασίας» γύρω από τα έσοδα που προέρχονται από τις πωλήσεις πετρελαίου της Βενεζουέλας και τα οποία κατατίθενται σε ειδικούς λογαριασμούς του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών, γνωστούς ως Foreign Government Deposit Funds. Ο Τραμπ τόνισε πως «η διαφύλαξη αυτών των λογαριασμών είναι ύψιστης σημασίας για τις Ηνωμένες Πολιτείες», χαρακτηρίζοντας τον κίνδυνο δικαστικής δέσμευσης ως «ασυνήθιστη και εξαιρετική απειλή για την εθνική μας ασφάλεια».
Το διάταγμα ορίζει ότι τα εν λόγω κεφάλαια παραμένουν περιουσία της Βενεζουέλας και δεν αντιμετωπίζονται ως εμπορικά περιουσιακά στοιχεία των ΗΠΑ ούτε ότι είναι υπόλογα στα αμερικανικά δικαστήρια για εκκαθάριση ιδιωτικών απαιτήσεων. Ο Τραμπ επεσήμανε πως τα κεφάλαια αυτά θα διατεθούν για να στηρίξουν τις αμερικανικές προσπάθειες σταθεροποίησης της Βενεζουέλας, τον περιορισμό της παράνομης μετανάστευσης, την καταπολέμηση της διακίνησης ναρκωτικών, αλλά και για την αντιμετώπιση ξένων αντιπάλων στη Λατινική Αμερική.
«Προστατεύοντας αυτά τα έσοδα, ο πρόεδρος Τραμπ προωθεί τη σταθερότητα στη Βενεζουέλα, ενώ εξυπηρετεί βασικές αμερικανικές προτεραιότητες, όπως είναι η καταπολέμηση της παράνομης μετανάστευσης, των θανατηφόρων ναρκωτικών και των επιβλαβών ξένων επιρροών», ανέφερε ενημερωτικό σημείωμα του Λευκού Οίκου.
Σύμφωνα με αμερικανική συμφωνία με την προσωρινή διοίκηση της Βενεζουέλας, έως 50 εκατομμύρια βαρέλια βενεζουελάνικου αργού θα παραδοθούν στις ΗΠΑ, όπου πληθώρα διυλιστηρίων διαθέτουν τον απαραίτητο εξοπλισμό για την επεξεργασία του. Ο Τραμπ σημείωσε ότι η νομική θωράκιση των εσόδων αυτών βασίζεται στον νόμο International Emergency Economic Powers Act του 1977 και τον National Emergencies Act του 1976, που επιτρέπουν στη χώρα τη διαχείριση βενεζουελάνικων εσόδων υπό αμερικανική κηδεμονία.
Το διάταγμα καλύπτει έσοδα από πωλήσεις φυσικών πόρων ή συναλλαγές διαλυτών της Βενεζουέλας, που καταβάλλονται ή τηρούνται από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση των ΗΠΑ εκ μέρους της Βενεζουέλας, συμπεριλαμβανομένης της κεντρικής τράπεζας και της κρατικής πετρελαϊκής εταιρείας Petroleos de Venezuela (PDVSA). Βάσει του διατάγματος, οποιαδήποτε δέσμευση, κατάσχεση, αναγκαστική εκτέλεση ή άλλη δικαστική ενέργεια εις βάρος των κεφαλαίων αυτών «απαγορεύεται και θεωρείται άκυρη, εκτός εάν λάβει ρητή έγκριση από την αμερικανική κυβέρνηση». Απαγορεύεται επίσης κάθε μεταβίβαση ή χρήση των χρημάτων εκτός πλαισίου κανονισμών που εκδίδουν οι ομοσπονδιακές υπηρεσίες.
Το διάταγμα εξουσιοδοτεί το υπουργείο Οικονομικών και τη Γενική Εισαγγελέα Παμ Μπόντι να επικαλούνται ασυλία κυρίαρχου κράτους για τα εν λόγω κεφάλαια σε οποιαδήποτε δικαστική ή διοικητική διαδικασία. Αρκετές μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες έχουν σε εκκρεμότητα πολυετείς διεκδικήσεις κατά της Βενεζουέλας λόγω των εθνικοποιήσεων επί Ούγκο Τσάβες. Οι Exxon Mobil και ConocoPhillips, που εγκατέλειψαν τη Βενεζουέλα σχεδόν πριν από δύο δεκαετίες, εξακολουθούν να διεκδικούν δισεκατομμύρια δολάρια.
Ο Τραμπ φιλοξένησε την ίδια μέρα, στον Λευκό Οίκο, στελέχη ενεργειακών κολοσσών, όπως οι Chevron, Exxon Mobil, ConocoPhillips, Shell και Halliburton, προκειμένου να εξεταστεί το θέμα των επενδύσεων στην ανοικοδόμηση του πετρελαϊκού τομέα της Βενεζουέλας. Όπως ανέφερε, οι υπό συζήτηση επενδύσεις θα ξεπεράσουν τα 100 δισ. δολάρια για τον εκσυγχρονισμό των φθαρμένων ενεργειακών υποδομών και την αποκατάσταση της παραγωγικής ικανότητας της χώρας. Κατά τη διάρκεια της συνάντησης, ο Τραμπ υποστήριξε: «Μαζί, Βενεζουέλα και Ηνωμένες Πολιτείες, έχουμε το 55% των αποθεμάτων πετρελαίου στον κόσμο», προσθέτοντας ότι η κυβέρνησή του θα αποφασίσει σύντομα ποιες εταιρείες θα λάβουν άδεια λειτουργίας στη Βενεζουέλα υπό αμερικανικές εγγυήσεις ασφαλείας. Διευκρίνισε δε πως οι εταιρείες θα συναλλάσσονται απευθείας με τις αμερικανικές αρχές, ενώ η διαχείριση των εσόδων από το πετρέλαιο θα γίνεται από τις ΗΠΑ ώστε να διασφαλιστεί ότι θα αξιοποιηθούν για ανοικοδόμηση και ανθρωπιστικούς σκοπούς προς όφελος και των δύο λαών, της Βενεζουέλας και των ΗΠΑ.
Το διάταγμα αποτελεί συνέχεια της πρόσφατης κίνησης της κυβέρνησης να χαλαρώσει επιλεκτικά τις κυρώσεις στις εξαγωγές πετρελαίου της Βενεζουέλας, διατηρώντας παράλληλα τον αυστηρό αμερικανικό έλεγχο των εσόδων. Η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου, Κάρολαϊν Λέβιτ, δήλωσε πρόσφατα πως η Ουάσιγκτον έχει ήδη ξεκινήσει να προωθεί το βενεζουελάνικο αργό διεθνώς μέσω κορυφαίων εταιρειών και τραπεζών. Τόνισε πως «όλα τα έσοδα από τις πωλήσεις πετρελαίου θα καταλήγουν σε λογαριασμούς υπό αμερικανικό έλεγχο, σε αναγνωρισμένα παγκοσμίως χρηματοπιστωτικά ιδρύματα».
Ο αντιπρόεδρος Τζ. Ντ. Βανς χαρακτήρισε πρόσφατα την ενεργειακή αυτή πολιτική ως δείγμα «υψηλής διπλωματίας, που δίνει στην Ουάσιγκτον τη δυνατότητα να ασκεί πίεση χωρίς στρατιωτική κλιμάκωση», λέγοντας: «Ελέγχουμε τη Βενεζουέλα μέσω των χρημάτων και των ενεργειακών πόρων της. Μπορούν να πουλήσουν πετρέλαιο όσο εξυπηρετούν τα αμερικανικά εθνικά συμφέροντα».
Το διάταγμα του Τραμπ υπογράφηκε λιγότερο από μία εβδομάδα αφότου αμερικανικές δυνάμεις συνέλαβαν τον Νικολάς Μαδούρο στο Καράκας και τον μετέφεραν στις ΗΠΑ, όπου αντιμετωπίζει ομοσπονδιακές κατηγορίες για διακίνηση ναρκωτικών και οπλισμού. Ο Μαδούρο και η σύζυγός του δήλωσαν αθώοι.








