Καθώς οι διαπραγματεύσεις για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία συνεχίζονται χωρίς ουσιαστική πρόοδο, ειδικοί εκτιμούν ότι καμία πλευρά δεν σκοπεύει να υποχωρήσει, ενώ η ανθεκτικότητα των Ουκρανών παραμένει καθοριστική απέναντι στη ρωσική στρατηγική εξουθένωσης.
Σε πρόσφατες εξελίξεις, η εκπρόσωπος του ρωσικού υπουργείου Εξωτερικών, Μαρία Ζαχάροβα, ανέφερε στις 25 Δεκεμβρίου σε δημοσιογράφους στη Μόσχα ότι «παρατηρείται αργή αλλά σταθερή πρόοδος στις συνομιλίες με την Ουάσιγκτον για μια πιθανή διευθέτηση μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας», εξαπολύοντας παράλληλα κατηγορίες κατά αρκετών χωρών, κυρίως της Δυτικής Ευρώπης, ότι επιχειρούν να «τορπιλίσουν αυτές τις προσπάθειες και να ανατρέψουν όποια διπλωματική πρόοδο έχει επιτευχθεί».
Η Ρωσία, αυτή τη στιγμή, ελέγχει περίπου το 20% της ουκρανικής επικράτειας, συμπεριλαμβανομένης της πλειονότητας των περιφερειών Ντονέτσκ, Λουχάνσκ, Ζαπορίζια και Χερσώνα, καθώς και της Κριμαίας, της στρατηγικής σημασίας χερσονήσου στη Μαύρη Θάλασσα. Με τις γραμμές του μετώπου να μετακινούνται και τις απώλειες να αυξάνονται συνεχώς, αναλυτές συζητούν τι θα χρειαστεί ώστε η Μόσχα και το Κίεβο να αποδεχθούν τελικά διαπραγματεύσεις με ουσιαστικές αμοιβαίες παραχωρήσεις.
Στο πεδίο, η ρωσική εισβολή έχει εξελιχθεί σε έναν σκληρό πόλεμο φθοράς με ενεργές συγκρούσεις κατά μήκος ενός μετώπου που εκτείνεται περίπου από το Χάρκοβο στα βορειοανατολικά της Ουκρανίας, διαμέσου του Λουχάνσκ και του Ντονέτσκ στα ανατολικά, έως τη Ζαπορίζια και τη Χερσώνα στα νότια.
Ο Μαρκ Τέμνυκυ, συνεργάτης του Eurasia Center του Atlantic Council, δήλωσε στην εφημερίδα The Epoch Times ότι «η Ρωσία επιχειρεί να μετατρέψει το πλεονέκτημά της σε στρατιώτες, πυροβολικό και πυρομαχικά σε μικρές, πλην σταθερές εδαφικές κτήσεις στην ανατολική και νότια Ουκρανία». Σημείωσε ακόμη ότι η Ουκρανία επικεντρώνεται στη διατήρηση βασικών αμυντικών γραμμών, αξιοποιώντας μη επανδρωμένα αεροσκάφη και στοχευμένα πλήγματα κατά ρωσικών αποθηκών πυρομαχικών, ενεργειακών υποδομών, εργοστασίων οπλισμού και δικτύων ανεφοδιασμού τόσο στις κατεχόμενες περιοχές όσο και εντός της ίδιας της Ρωσίας.
Μία από τις πιο πρόσφατες κατακτήσεις της Ρωσίας, που ήρθε ύστερα μετά από έναν χρόνο και πλέον επιχειρήσεων, είναι το Ποκρόφσκ — το τελευταίο οχυρό της Ουκρανίας στα δυτικά της περιφέρειας Ντονέτσκ. Ο πρόεδρος της Ρωσίας, Βλαντιμίρ Πούτιν, χαιρέτισε την επιτυχία, λέγοντας: «Σας ευχαριστώ. Είναι μια σημαντική κατεύθυνση. Όλοι καταλαβαίνουμε πόσο καίρια… Θα διασφαλίσει τη συνέχιση της επίτευξης των στόχων που είχαμε θέσει εξαρχής κατά τη διάρκεια της ειδικής στρατιωτικής επιχείρησης».
Με τα σημερινά δεδομένα, είναι απίθανο οι εξελίξεις επί του πεδίου να οδηγήσουν σύντομα σε τερματισμό του πολέμου, υποστηρίζει ο Τέμνυκυ.
Ο αναλυτής άμυνας Τιμ Ρίπλεϋ προσεγγίζει το ζήτημα διαφορετικά. Όπως είπε στην Epoch Times: «Το πόση γη κατέχει η Ρωσία δεν είναι το κύριο ερώτημα. Το βασικό θέμα είναι ποιος προκαλεί περισσότερες απώλειες. Ποιος αντέχει περισσότερο και για πόσο ακόμη. Καμία πλευρά δεν φαίνεται να διαθέτει την τεχνολογία ή τις δυνάμεις για ένα αποφασιστικό χτύπημα. Άρα, το κρίσιμο ερώτημα είναι ποιος θα λυγίσει πρώτος».
Πρόσθεσε ότι το ζήτημα δεν είναι απλώς οι στρατιωτικές απώλειες, αλλά και η καταστροφή της βιομηχανικής υποδομής, της αεράμυνας και της κοινωνικής συνοχής. Μετά την κατάληψη του μεγαλύτερου μέρους του Ποκρόφσκ, ο Ρίπλεϋ υπογράμμισε πως οι Ρώσοι μετατοπίζουν την προσοχή τους σε τρεις ακόμη πόλεις: τη Χουλιαίπόλη στη Ζαπορίζια, το Κουπιάνσκ και το Σιβέρσκ, κοντά στο Χάρκοβο. «Σύντομα θα μπορούσαν να εξελιχθούν σε σημεία καμπής», εκτίμησε.
Στις 23 Δεκεμβρίου, οι ουκρανικές δυνάμεις αποχώρησαν από το Σιβέρσκ, καθώς, σύμφωνα με το γενικό επιτελείο του ουκρανικού στρατού, οι επιτιθέμενοι επικράτησαν χάρη στην αριθμητική υπεροχή τους και τη συνεχή πίεση που ασκούσαν μικρές ομάδες εφόδου κάτω από αντίξοες καιρικές συνθήκες. Ο Ρίπλεϋ εξηγεί: «Οι Ρώσοι καταλαμβάνουν κάποιον οικισμό. Οι Ουκρανοί στέλνουν εφεδρείες για να σταθεροποιήσουν το μέτωπο και μόλις εμπλακούν, οι Ρώσοι χτυπούν αλλού. Έτσι οι Ουκρανοί δυσκολεύονται, μετακινώντας τις δυνάμεις τους διαρκώς». Ο Τέμνυκυ περιγράφει τη σύγκρουση ως μια εξαντλητική, μετωπική μάχη θέσεων, όχι στατική ισορροπία.

Φέτος, η Ρωσία έχει καταφέρει να καταλάβει χωριά και περιοχές σε ανατολή και νότο, αλλά πρόκειται για περιορισμένες προελάσεις — εκατοντάδες μέτρα ή λίγα χιλιόμετρα — με βαρύτατο τίμημα σε ανθρώπινες ζωές και εξοπλισμό. Το ουκρανικό γενικό επιτελείο εκτιμά πως οι συνολικές ρωσικές απώλειες, συμπεριλαμβανομένων των νεκρών από τον Φεβρουάριο του 2022, ξεπερνούν τους 1.200.000, αριθμό που η Μόσχα διαψεύδει.
Ο Τέμνυκυ αναφέρει, επιπλέον, επιτυχημένες ουκρανικές επιχειρήσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη βαθιά εντός της Ρωσίας, με πιο χαρακτηριστική την επιχείρηση Spiderweb, όπου 117 τηλεχειριζόμενα drone μεταφέρθηκαν κρυμμένα σε φορτηγό και εκτοξεύθηκαν κατά ρωσικής αεροπορικής βάσης στο Ιρκούτσκ, στη Σιβηρία, τον Ιούνιο. Ωστόσο, ο Ρίπλεϋ σημειώνει ότι και οι Ρώσοι έχουν αυξήσει σημαντικά τις επιθέσεις με μη επανδρωμένα κατά της Ουκρανίας, και μάλιστα σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα.
Στις 22 Δεκεμβρίου, ένας Ρώσος διοικητής, ο αντιστράτηγος Φανίλ Σαρβάροφ, σκοτώθηκε από εκρηκτικό μηχανισμό κάτω από το αυτοκίνητό του στη Μόσχα, ενώ δύο μέρες αργότερα ακολούθησε ακόμη μία έκρηξη με δύο νεκρούς αστυνομικούς. Το ουκρανικό Κέντρο Στρατηγικής Επικοινωνίας Spravdi ανήρτησε στο X σχετικά: «Υπεύθυνος για πολλά εγκλήματα πολέμου, ο Σαρβάροφ συμμετείχε σε επιχειρήσεις στις εισβολές στη Γεωργία, στην Τσετσενία, στη Συρία και στην Ουκρανία. Δεν θα ξαναπράξει τα ίδια». Για τον Ρίπλεϋ, ο θάνατος του Σαρβάροφ δεν αλλάζει ουσιαστικά τα δεδομένα της σύγκρουσης: «Ένας στρατηγός λιγότερος δεν τελειώνει τον πόλεμο. Εάν σκοτωθεί ο Πούτιν ή ο Ζελένσκι, αλλάζουν τα πάντα. [Απώλειες] πιο χαμηλά στην ιεραρχία, όμως, δεν φαίνεται να προκαλούν κάποια μεταβολή στη δυναμική».
Όσον αφορά το ηθικό των στρατευμάτων, ο Τέμνυκυ τονίζει ότι οι ουκρανικές δυνάμεις παραμένουν ψύχραιμες, με το ηθικό των στρατιωτών να διατηρείται υψηλό παρά την κόπωση από τις παρατεταμένες μάχες και τα συνεχή πλήγματα με πυραύλους και μη επανδρωμένα από πλευράς Ρωσίας. Δημοσκόπηση του Διεθνούς Ινστιτούτου Κοινωνιολογίας του Κιέβου νωρίτερα αυτόν τον μήνα έδειξε πως «το 72% των Ουκρανών απορρίπτει τις εδαφικές παραχωρήσεις», ενώ έρευνα της Gallup για το 2025 καταγράφει «εμπιστοσύνη στις Ένοπλες Δυνάμεις σε ποσοστό 80%». Στον αντίποδα, το ηθικό αρκετών ρωσικών μονάδων επιδεινώνεται υπό το βάρος τεράστιων απωλειών — σύμφωνα με τον Τέμνυκυ, καταγράφονται λιποταξίες, αρνήσεις εφόδου, εξάρτηση από κρατούμενους και ξένους μισθοφόρους. «Η ρωσική προπαγάνδα προβάλλει δυναμική, αλλά οι ρωγμές στην προθυμία για περαιτέρω απώλειες αποδυναμώνουν σταδιακά τη θέση του Πούτιν», προσθέτει.
Οι δύο χώρες συγκρούονται και στον κυβερνοχώρο, με επιθέσεις κατά κρίσιμων υποδομών, αν και μέχρι σήμερα καμία από τις πλευρές δεν έχει επιφέρει ισχυρό πλήγμα. Ο Ρίπλεϋ σχολιάζει: «Μπορούν να μπλοκάρουν προσωρινά τα δρομολόγια των τρένων, αλλά δεν έχουν επιτύχει ακόμα ένα ψηφιακό Περλ Χάρμπορ — να καταρρεύσει όλο το σύστημα άμεσα».
Ως προς τους τελικούς πολεμικούς στόχους, ο Πούτιν έχει δηλώσει δημοσίως ότι θα δεχθεί κατάπαυση του πυρός εφόσον η Ουκρανία παραχωρήσει τις τέσσερις περιφέρειες και την Κριμαία, την οποία προσάρτησε η Ρωσία το 2014. «Εξ αρχής, ο απώτερος στόχος του Ρώσου προέδρου και της εκστρατείας του ήταν η επιστροφή της Ουκρανίας στη ρωσική σφαίρα επιρροής. Το ονομάζουν ‘Ρωσικό κόσμο’ (Русский мир). Εάν αυτό σημαίνει ενσωμάτωση στη Ρωσία ή απλώς μια φιλική, φιλορωσική κυβέρνηση, δεν είναι ακόμη σαφές», εξηγεί ο Ρίπλεϋ, επισημαίνοντας ότι η Μόσχα θα επιθυμούσε ιδανικά να επιστρέψει η κατάσταση στην προ του 2014 εποχή, όταν το Κίεβο ήταν φιλικά διακείμενο προς τα ρωσικά επιχειρηματικά συμφέροντα και δεν είχε σχέσεις με το ΝΑΤΟ ή την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Προειδοποιεί, ωστόσο, ότι η κατάκτηση ή η αδρανοποίηση της Ουκρανίας ενδεχομένως να μην σημάνει το τέλος της ιστορίας: «Οι υπηρεσίες πληροφοριών ανέκαθεν πίστευαν ότι ο Πούτιν θέλει περισσότερα. Οι Ευρωπαίοι είναι πεπεισμένοι, οι Πολωνοί απόλυτα, οι Βαλτικές χώρες θεωρούν πως είναι οι επόμενες».
Με πληροφορίες από το Reuters








