Παρασκευή, 24 Σεπ, 2021
Ο Τζο Μπάιντεν δίνει μια γενική ομιλία από την Ανατολική Αίθουσα του Λευκού Οίκου, 11 Μαρτίου 2021. (Alex Wong/Getty Images)

Η αυγή μιας νέας εποχής τυραννίας έχει αρχίσει

Από τον Michael Walsh
Σχολιασμός

Αν έχετε σαστίσει από τον ταχύτατο ρυθμό «αλλαγής» από τον καιρό της ορκωμοσίας του Τζόσεφ Ρομπινέτ Μπάιντεν Τζ. στις 20 Ιανουαρίου, δεν είστε ο μόνος.

Οι μέσοι Αμερικανοί έχουν μπερδευτεί και, σε πολλές περιπτώσεις, ενοχληθεί από τον στρόβιλο των εκτελεστικών εντολών, «διαταγμάτων», οδηγιών πολιτικής, κοινωνικών απαγορεύσεων, εκδικητικών αναιρέσεων, και άλλης κυβερνητικής παρέμβασης στις ζωές των πολιτών μας. Οι Συντηρητικοί, εν τω μεταξύ, καταλαβαίνουν ότι όλη αυτή η δραστηριότητα έχει έναν κοινό σκοπό: να τιμωρήσει τον κακό Πορτοκαλί Άντρα και την χώρα που τον ψήφισε. Και να διασφαλίσει ότι αυτό δεν θα ξανασυμβεί.

Για τον λόγο αυτόν, η ροή των από πάνω προς τα κάτω πιέσεων έχει σχεδιαστεί για να φαίνεται, και να είναι, τιμωρητική. Κάθε σημαντικό πρόγραμμα ή επίτευγμα του Ντόναλντ Τραμπ θα πρέπει να αναιρεθεί και να αναθεματιστεί. Οι υποστηρικτές του που παρέλασαν χωρίς σκέψη προς το Καπιτώλιο στις 6 Ιανουαρίου – τι ήλπιζαν να επιτύχουν; ― δεν θα πρέπει απλώς να αποδοκιμαστούν ως άθλιοι αλλά να κυνηγηθούν από το FBI για «ανταρσία»· υπάρχει ακόμα και διαδικτυακός χώρος για κατάθεση πληροφοριών για μικρούς «εκπαιδευόμενους στην καταστολή εξεγέρσεων» για να καρφώσουν φίλους και γείτονες.

«Αφυπνισμένοι» επιτηρητές αιθουσών πρέπει να ουρλιάξουν όπως ο Ντόναλντ Σάδερλαντ στο τέλος της «Εισβολής των απαγωγέων σωμάτων» του 1978 όποτε βλέπουν έναν συνταγματικά ελεύθερο και χωρίς μάσκα πολίτη που τολμά να εμφανίζεται σε δημόσιο χώρο χωρίς ένα φίμωτρο σκλάβου.

Εν τω μεταξύ, η «λευκή υπεροχή» (που είναι απλώς ένας αριστερός όρος για τον Δυτικό πολιτισμό) και η ασύστολη «μισαλλοδοξία» (διαφωνία για πολιτικές διαδικασίες και στόχους) πρέπει να κυνηγηθούν και να εξαλειφθούν, τα πολιτικά δικαιώματα πρέπει να σταματηθούν, και βασικές διατάξεις του Νόμου Δικαιωμάτων να ανατραπούν, όπως όλα ή μέρη της Πρώτης, Δεύτερης, Τέταρτης, Πέμπτης, Ένατης, και 10ης Τροπολογίας. Είναι ένας τρελός αγώνας για ένα Έτος Μηδέν που θα συναγωνίζεται αυτό της Γαλλικής και Μπολσεβίκικης επανάστασης – η αυγή μιας νέας εποχής τυραννίας με προσωπείο καλοσύνης.

Ποτέ ξανά

Γιατί η βιασύνη; Στην πρώτη ματιά, οι Δημοκρατικοί θα πρέπει να είναι ευχαριστημένοι με την διάσημη νίκη τους. Ελέγχουν τον Λευκό Οίκο (είτε μέσω του Τζο Μπάιντεν ή μιας Επιτροπής Δημόσιας Ασφαλείας), έχουν μια μικρή αλλά άνετη διαφορά στην Βουλή, και μπορούν να χρησιμοποιούν την αντιπρόεδρο Καμάλα Χάρρις για να σπάνε τις ισοψηφίες στην Γερουσία αν κάποιος από τους συνεργαζόμενους Ρεπουμπλικανούς (Σούζαν Κόλλινς, Λίζα Μουρκόφσκυ, Μιτ Ρόμνεϋ) καταφέρει όλως περιέργως να αντισταθεί στον πειρασμό να διασχίσει τον διάδρομο και να μην ψηφίσει με τους καλούς φίλους τους στο κόμμα της σκλαβιάς, διαχωρισμού, σεκουλαρισμού, και, λοιπόν, πραγματικής ανταρσίας.

Θα σκεφτόσασταν ότι θα χαλάρωναν, θα έπαιρναν μια βαθιά ανάσα, και θα χρησιμοποιούσαν τα επόμενα δύο χρόνια για να σχεδιάσουν πως θα εξασφαλίσουν τον δρόμο τους προς μια πιο ασφαλή νίκη το 2022 μέσω «θεραπείας» ψηφοδελτίων και κλοπής ψηφοδελτίων. Επειδή ο καταστροφικός για την δημοκρατία νόμος H.R.1 – που αποκαλείται με το απίστευτο «Νόμος για τον λαό 2021» ― είναι απλώς η αρχή.

Εν τέλει, η δουλειά ποτέ δεν μπορεί να είναι αρκετή όταν χρειάζεσαι κάτι το σίγουρο.

Οι Δημοκρατικοί δεν έχουν ξεχάσει τόσο γρήγορα το μεγάλο τελικό μάθημα από το 2016: ότι ποτέ ξανά το πνεύμα του λαϊκισμού, στην μορφή αυτού που κάποτε αποκαλούνταν Τζακσονιανή δημοκρατία, δεν θα πρέπει να σηκώσει πάλι το δύσμορφο κεφάλι του. Για τον σκοπό αυτόν, βιάζονται να επιβάλουν τους σοσιαλιστικούς στόχους τους, να χαλάσουν το ηθικό και να δαιμονοποιήσουν τους πολιτικούς αντιπάλους τους, και να ρυθμίσουν το εκλογικό σύστημα έτσι ώστε να μην μπορούν να χάσουν ξανά.

Και έτσι η εξουσία των ειδικών, ακαδημαϊκών, και γραφειοκρατών θα πρέπει τώρα να παγιωθεί σε θεσμούς. Το μοντέλο τους είναι η μανιωδώς αντι-συνταγματική κυριαρχία του ρατσιστή νότιου Δημοκρατικού/ψευτοκουλτουριάρη Γούντροου Γουίλσον από το 1913-21, κατά την οποία ο φυλετικός διαχωρισμός επανήλθε στις ομοσπονδιακές υπηρεσίες, οι Ηνωμένες Πολιτείες έβαλαν τον εαυτό τους στον πιο αιματηρό ξένο πόλεμο στην ιστορία έως σήμερα, οι Αμερικανοί πολίτες και οι ξένοι ρίχνονταν στην φυλακή με την παραμικρή δικαιολογία, ο ελεύθερος λόγος είχε καταπιεστεί, και τα μέσα ενημέρωσης πιέστηκαν για να συμμορφωθούν στις επιθυμίες του Λευκού Οίκου μέσω της Οργουελιανής Επιτροπής Δημοσίων Πληροφοριών του Γουίλσον, με επικεφαλής έναν δημοσιογράφο με όνομα Τζορτζ Κρηλ που ιδρύθηκε το 1917, το έτος που η Αμερική μπήκε στον πόλεμο.

Προπαγάνδα

Το πρώτο πράγμα που έκανε η Επιτροπή Κρηλ ήταν να πουλήσει τον πόλεμο στους Αμερικανούς, ειδικά στους νέους άντρες που ξαφνικά αντιλήφθηκαν ότι ήταν μέρος ενός σχεδόν ανύπαρκτου στρατού και ότι στέλνονται στην Γαλλία ως τροφή για κανόνια. Αυτό ήταν περίεργο, καθώς ο Γουίλσον προεκλογικά μιλούσε για ειρήνη το 1916 ― «μας κράτησε μακριά από τον πόλεμο» και «Πρώτα η Αμερική» ήταν τα συνθήματά του – κατά του Τσαρλς Έβανς Χιούτζις. Ορκισμένος ως πρόεδρος τον Μάρτιο 1917, ο Γουίλσον έριξε πάραυτα τις Ηνωμένες Πολιτείες στον Μεγάλο Πόλεμο λίγες εβδομάδες μετά. Αλλά με την βοήθεια του ανηψιού του Σίγκμουντ Φρόυντ Έντουαρντ Μπερνέι, του γεννημένου στην Αυστρία «πατέρα των δημοσίων σχέσεων», τα κατάφεραν.

Η επιτροπή δεν είχε τίποτα να ζηλέψει από ένα υπουργείο πληροφοριών, μια πλήρης υπηρεσία προπαγάνδας που κάλυπτε τα πάντα από εφημερίδες, κινηματογραφικά κλιπ ειδήσεων, διαφημίσεις· υπήρχε ακόμα και μια κυβερνητική εφημερίδα με όνομα Επίσημο Δελτίο, που προωθούσε τα λόγια των Δημοκρατικών, και έτσι έγινε ένα παράδειγμα προς μίμηση για τις New York Times και Washington Post. Τότε, όπως και τώρα, μια Δημοκρατική διοίκηση είδε τον τύπο ως ένα από τα πιο ισχυρά όπλα της κατά της ελευθερίας του λόγου και της σκέψης, και τον χρησιμοποίησε αναλόγως.

Σκεφθείτε την πρόσφατη «συνέντευξη τύπου» στην οποία ένας μπερδεμένος και συχνά ασυνάρτητος Μπάιντεν, 78 ετών, διάβαζε απαντήσεις από κάρτες σημάτων σε ερωτήσεις από δημοσιογράφους απαρατσίκ που είχαν εκ των προτέρων επιλεχθεί από τους χειριστές του. Του δόθηκε ένας πίνακας στενογράφων του Λευκού Οίκου καμουφλαρισμένων ως δημοσιογράφων να κάθονται ενώπιόν του, και του είπαν σε ποιον να δίνει τον λόγο ώστε να παρουσιάσει ένα ομοίωμα συνέντευξης. Δεν προκαλεί έκπληξη ότι οι περισσότεροι ερωτώντες ήταν νεαρές γυναίκες, και οι περισσότερες ερωτήσεις είχαν περισσότερη σχέση με δηλώσεις αισθημάτων και όχι με μια προσπάθεια απόκτησης πραγματικών πληροφοριών.

Τι μεγάλη αντίθεση με παλιότερες διοικήσεις! Στο τηλεοπτικά μεταδοθέν απόγειο του Τζον Φ. Κέννεντυ, η ευχαρίστηση που έπαιρνε ο ΤΦΚ στην αλληλεπίδραση με τους κυρίους του τύπου ήταν αισθητά φανερή· ο Κέννεντυ χρησιμοποίησε την ικανότητά του να διαχειρίζεται τις γνώσεις του και απόλαυσε τον συναγωνισμό ευστροφίας με τα μέσα ενημέρωσης. Κατά την διάρκεια της διοίκησης Τραμπ, οι δημοσιογράφοι έβραζαν με εχθρικότητα, αγενείς πέραν από το οτιδήποτε του παρελθόντος, αναίσχυντοι στην απέχθειά τους.

Αλλά το φεστιβάλ ύπνου του Μπάιντεν, περίπου τόσο αυθόρμητο όσο η Κατήχηση της Βαλτιμόρης, ήταν απλώς κακοποίηση ηλικιωμένου, μια προσπάθεια να πείσουν μια γηράσκουσα μαριονέτα ότι, τουλάχιστον για μία ώρα, ήταν πραγματικά ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών. Μετά, κατέβηκε από την σκηνή, στα παρασκήνια, και πήγε για ύπνο.

Ο Μπάιντεν, ωστόσο, δεν ήταν το πραγματικό αντικείμενο της κοροϊδίας, ούτε είναι το μυαλό πίσω από τον μανιώδη ρυθμό αλλαγής, ελπίδας, ακόμα και «διάσωσης» που διατυμπανίζονται στο όνομά του. Όχι, το αντικείμενο της παντομίμας είναι … εσύ.

Αν εσύ – όπως τα μέσα ενημέρωσης επιμένουν ότι πρέπει – πιστεύεις πως ο Μπάιντεν διοικεί, ότι η χώρα επιστρέφει στο «φυσιολογικό», και ότι όλα θα είναι καλά αν απλώς προσαρμόσουμε τις κατανοήσεις μας περί Συντάγματος λίγο εδώ και λίγο εκεί, τότε είσαι είτε ένας ανόητος είτε ένας αχόρταγος για τιμωρία.

Ο Μάικλ Γουόλς είναι ο επιμελητής του Pipeline.org και συγγραφέας του «The Devil’s Pleasure Palace» και του «The Fiery Angel», από τις εκδόσεις Encounter Books. Το τελευταίο βιβλίο του «Last Stands», μια πολιτισμική μελέτη στρατιωτικής ιστορίας από τους Έλληνες έως τον Πόλεμο της Κορέας, εκδόθηκε πρόσφατα.

Οι απόψεις που εκφράζονται σε αυτό το άρθρο είναι η γνώμη του συγγραφέα και δεν αντανακλούν απαραιτήτως την άποψη της Epoch Times.

 

Ακολουθήστε μας στο Telegram @epochtimesgreece
Ακολουθήστε μας στο Facebook @epochtimesgreece
Ακολουθήστε μας στο SafeChat @epochtimesgreece

Πως μπορείτε να μας βοηθήσετε ώστε να συνεχίσουμε να σας κρατάμε ενημερωμένους

Ποιος είναι ο λόγος που χρειαζόμαστε την βοήθειά σας για την χρηματοδότηση του ερευνητικού ρεπορτάζ μας; Επειδή είμαστε ένας ανεξάρτητος οργανισμός ειδήσεων που δεν επηρεάζεται από καμία κυβέρνηση, εταιρεία ή πολιτικό κόμμα. Από την ημέρα που ξεκινήσαμε, έχουμε έρθει αντιμέτωποι με προσπάθειες αποσιώπησης της αλήθειας κυρίως από το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα. Αλλά δεν θα λυγίσουμε. Η ελληνική έκδοση της Epoch Times βασίζεται ολοκληρωτικά στις γενναιόδωρες συνεισφορές σας για να διατηρήσει την παραδοσιακή δημοσιογραφία ζωντανή και υγιή στην Ελληνική γλώσσα. Μαζί, μπορούμε να συνεχίσουμε να διαδίδουμε την αλήθεια.

Σχολιάστε