Η Ευρώπη εμφανίζει μια αισθητή αλλαγή πορείας στο ζήτημα της Ρωσίας και του πολέμου στην Ουκρανία, με ολοένα και περισσότερες χώρες να υιοθετούν μια πιο διαλλακτική στάση και να προωθούν τη διπλωματική επίλυση.
Τέσσερα χρόνια μετά τη ρωσική εισβολή, η αρχική ενότητα της Δύσης γύρω από σκληρές κυρώσεις και συνεχή στρατιωτική υποστήριξη προς το Κίεβο δίνει τη θέση της σε «στρατηγική στροφή» υπέρ των διαπραγματεύσεων. Σύμφωνα με αναλύσεις, η Σλοβακία πλέον θεωρείται μέρος ενός μπλοκ κεντροευρωπαϊκών και ανατολικοευρωπαϊκών κρατών που αμφισβητούν τη συνέχιση της στήριξης προς την Ουκρανία και τάσσονται υπέρ συνομιλιών με τη Ρωσία. Η μεταβολή αυτή συνδέεται με τη διάχυτη κόπωση από τον παρατεταμένο πόλεμο, τις πολιτικές αλλαγές σε σημαντικές πρωτεύουσες, αλλά και την πίεση να μην μείνει η Ευρώπη εκτός των πρωτοβουλιών ειρήνευσης που καθοδηγούν κυρίως οι Ηνωμένες Πολιτείες.
Διπλωματική πρωτοβουλία Γαλλίας και Ιταλίας
Ενδεικτικό της νέας τάσης είναι ότι κορυφαίες χώρες της Δυτικής Ευρώπης επιδιώκουν πλέον ενεργό ρόλο σε πιθανές ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις. Ο Γάλλος πρόεδρος Εμμανουέλ Μακρόν δήλωσε πρόσφατα ότι έχει ήδη ξεκινήσει σε τεχνικό επίπεδο η προετοιμασία διορισμού ειδικού απεσταλμένου της ΕΕ για το ουκρανικό, μια κίνηση που υποστηρίχθηκε και από την Ιταλίδα πρωθυπουργό Τζόρτζια Μελόνι. Η πρωτοβουλία αυτή, αν και είχε θεωρηθεί πρόωρη όταν πρωτοπροτάθηκε το καλοκαίρι του 2025, συγκεντρώνει πλέον ευρύτερη αποδοχή καθώς οι Ευρωπαίοι ηγέτες επιζητούν «θέση στο τραπέζι» των ειρηνευτικών συνομιλιών.
Η αλλαγή τόνου στο Παρίσι και τη Ρώμη αντικατοπτρίζει την πεποίθηση ότι μια διαπραγματευτική λύση — όσο δύσκολη κι αν φαντάζει — πρέπει τουλάχιστον να διερευνηθεί, με την Ευρωπαϊκή Ένωση ως εγγυήτρια των ουκρανικών συμφερόντων στο διάλογο με τη Μόσχα. Χαρακτηριστική ήταν και η παρέμβαση του πρώην πρωθυπουργού του Λουξεμβούργου, Ξαβιέ Μπέτελ, ο οποίος τόνισε ότι «πρέπει να μιλήσουμε με το Κρεμλίνο αν θέλουμε λύση» — καλώντας μάλιστα τον Μακρόν ή άλλο Eυρωπαίο ηγέτη να εκπροσωπήσει την Ευρώπη, «αφού [οι Ρώσοι] δεν θέλουν να μιλήσουν με την Κάγια Κάλας».
Ο Μπέτελ, ως αναπληρωτής πρωθυπουργός του Λουξεμβούργου, εξέφρασε μάλιστα την προθυμία να βοηθήσει σε παρασκηνιακές επαφές, σηματοδοτώντας μια σημαντική διαφοροποίηση ύφους από την προηγούμενη αδιάλλακτη γραμμή.
Στροφή και οι χώρες της Βαλτικής
Ίσως πιο αξιοσημείωτη είναι η αλλαγή τόνου σε κράτη που μέχρι πρότινος κρατούσαν την πιο σκληρή στάση έναντι της Μόσχας. Η πρωθυπουργός της Λετονίας, Έβικα Σίλινα, μαζί με τον πρόεδρο της Εσθονίας, Άλαρ Κάρις, δήλωσαν ότι στηρίζουν τον διορισμό ειδικού Ευρωπαίου απεσταλμένου για άμεσες συνομιλίες με τη Ρωσία. Ταυτόχρονα υπογράμμισαν πως κάθε επικοινωνία με το Κρεμλίνο πρέπει να γίνει σε συνεννόηση με το Κίεβο και ότι ο μελλοντικός διαμεσολαβητής θα πρέπει να είναι πρόσωπο κοινής αποδοχής.
Οι δηλώσεις αυτές σηματοδοτούν «ταχεία μετατόπιση της ευρωπαϊκής στρατηγικής σκέψης» και από τα κράτη της Βαλτικής, τα οποία ιστορικά φοβούνται τον ρωσικό επεκτατισμό, αλλά πλέον αναγνωρίζουν ρεαλιστικά την ανάγκη ευρωπαϊκής παρουσίας στις διαπραγματεύσεις. Η Ύπατη Εκπρόσωπος της ΕΕ (η πρώην πρωθυπουργός της Εσθονίας Κάγια Κάλλας) διατηρεί σκληρή γραμμή, όμως είναι ενδεικτικό ότι ακόμη και οι ηγεσίες σε Ρίγα και Ταλίν θεωρούν απαραίτητο το άνοιγμα διπλωματικών διαύλων — έστω και υπό όρους — κάτι αδιανόητο ένα χρόνο πριν.
Η περίπτωση της Σλοβακίας
Στην κεντρική Ευρώπη, η στροφή είναι ακόμη πιο σαφής. Ο πρωθυπουργός της Σλοβακίας, Ρόμπερτ Φίτσο, που επανήλθε στην εξουσία με σαφώς φιλορωσική ατζέντα, έχει ήδη υλοποιήσει την υπόσχεσή του να σταματήσει η στρατιωτική βοήθεια προς την Ουκρανία. Επιπλέον, η Μόσχα χαιρέτισε την πρότασή του να φιλοξενήσει η Σλοβακία ειρηνευτικές διαβουλεύσεις, χαρακτηρίζοντας την Μπρατισλάβα «ουδέτερη πλατφόρμα».
Ο Φίτσο δεν δίστασε να ταράξει τα νερά και εντός ΕΕ, μπλοκάροντας κοινές πρωτοβουλίες στήριξης του Κιέβου και διαφωνώντας ανοικτά με νέες κυρώσεις κατά της Ρωσίας. Σε μήνυμά του μετά τη σύνοδο κορυφής τον Αύγουστο 2025, διακήρυξε ότι «βασική προϋπόθεση τερματισμού της σύγκρουσης» είναι η παραδοχή πως η Ουκρανία δεν θα ενταχθεί στο ΝΑΤΟ, ενώ ζήτησε να ανοίξει συζήτηση για εδαφικές αλλαγές στο ουκρανικό έδαφος. Ο Σλοβάκος ηγέτης εξέφρασε μάλιστα την απογοήτευσή του «επειδή η ΕΕ έπρεπε να περιμένει τον Ντόναλντ Τραμπ για να δείξει τον δρόμο προς την ειρήνη», χαιρετίζοντας την πρωτοβουλία του Αμερικανού προέδρου ως «τεράστια προσωπική επιτυχία».
Παρότι ορισμένοι εταίροι τον κατηγορούν ότι ευθυγραμμίζεται επικίνδυνα με τη ρωσική ρητορική, ο Φίτσο αντιμετωπίζει με επιφύλαξη την προοπτική νέων κυρώσεων και ελπίζει σε ειρήνη «το συντομότερο δυνατόν». Έτσι, η Σλοβακία, μαζί με την Ουγγαρία, μετατρέπεται σε αιχμή του δόρατος μιας πιο διαλλακτικής προσέγγισης εντός της ΕΕ, πιέζοντας για «ρεαλιστικές» λύσεις αντί για κλιμάκωση.
Ουσιαστικά ουδέτερη η Αυστρία
Την ίδια στιγμή, χώρες παραδοσιακά ουδέτερες, όπως η Αυστρία, επιβεβαιώνουν την απόστασή τους από τη σκληρή γραμμή. Η Βιέννη εξαρχής απείχε από αποστολές όπλων λόγω της συνταγματικά κατοχυρωμένης ουδετερότητάς της, όμως τώρα καλείται να διαχειριστεί και την αυξανόμενη πίεση του εθνικιστικού κόμματος FPÖ, το οποίο ενισχύθηκε εκλογικά. Οι πρόσφατες διαπραγματεύσεις για σχηματισμό κυβέρνησης συνασπισμού κατέρρευσαν, εν μέρει επειδή το FPÖ προέβαλε ακραίες απαιτήσεις όπως την εξαίρεση της Αυστρίας από τις ευρωπαϊκές κυρώσεις κατά της Ρωσίας.
Παρά την αποτυχία σύμπηξης κυβέρνησης με το συντηρητικό κόμμα (ÖVP), το μήνυμα ήταν σαφές: σημαντικό κομμάτι του αυστριακού πολιτικού φάσματος επιθυμεί να ξαναπροσεγγίσει η χώρα τη Μόσχα. Ο ίδιος ο καγκελάριος Καρλ Νεχάμερ έχει επανειλημμένα τονίσει ότι η χώρα του θα διατηρήσει ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας — είχε μάλιστα επισκεφθεί τον Πούτιν στη Μόσχα το 2022, σε μια σπάνια προσπάθεια διαλόγου.
Σήμερα, με το FPÖ να απαιτεί μια πιο φιλορωσική στροφή και την κοινή γνώμη στην Αυστρία να παραμένει στη μεγάλη πλειοψηφία υπέρ της ουδετερότητας, η Βιέννη κινείται προσεκτικά: υποστηρίζει μεν τις ευρωπαϊκές αρχές, αλλά και υπογραμμίζει ότι η απομόνωση της Ρωσίας δεν μπορεί να είναι λύση μακροπρόθεσμα.








