Η νέα κυβέρνηση της Ουγγαρίας, υπό τον πρωθυπουργό Πήτερ Μαγυάρ, κινείται προς στενότερη ευθυγράμμιση των εσωτερικών πολιτικών της με τις προσδοκίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με τη μετανάστευση και το ΛΟΑΤΚΙ περιεχόμενο, σε αυτό που αναλυτές περιγράφουν ως σημαντική ιδεολογική ανατοποθέτηση κατά τη μετα-Όρμπαν εποχή.
Ο Μαγυάρ ορκίστηκε στις 9 Μαΐου, μετά τη σαρωτική νίκη του κόμματός του, Tisza, στις βουλευτικές εκλογές της 12ης Απριλίου. Οι εκλογές αυτές έβαλαν τέλος στα δεκαέξι συνεχόμενα χρόνια εξουσίας του Βίκτορ Ορμπάν, μια περίοδο που χαρακτηρίστηκε από συντηρητική διακυβέρνηση και αντίσταση στις πιέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με τη μετανάστευση, την ιδεολογία φύλου και τη βοήθεια προς την Ουκρανία.
Άσυλο
Το πρώτο σήμα ήρθε στο ζήτημα της μετανάστευσης. Η υπουργός Εξωτερικών Ανίτα Ορμπάν, η οποία δεν συγγενεύει με τον τέως πρωθυπουργό, δήλωσε στην Επιτροπή Ευρωπαϊκών Υποθέσεων της Ουγγαρίας στις 11 Μαΐου ότι η χώρα θα επιτρέψει στους μετανάστες να υποβάλλουν αιτήσεις ασύλου στα ουγγρικά σύνορα και όχι από τρίτες χώρες.
Η πρόταση αντιπροσώπευε «μια απότομη αναστροφή» σε σχέση με την απερχόμενη κυβέρνηση του Fidesz, η οποία είχε αρνηθεί να επιτρέψει την υποβολή αιτήσεων ασύλου σε ουγγρικό έδαφος, δήλωσε σε συνέντευξή του στην Epoch Times ο Ροντρίγκο Μπαγιεστέρος, επικεφαλής του Κέντρου Ευρωπαϊκών Σπουδών στο Κολλέγιο Mathias Corvinus της Βουδαπέστης. Σύμφωνα με τον ίδιο, η νέα αυτή πολιτική βρίσκεται σε αντίθεση με τις προεκλογικές δεσμεύσεις του Tisza «να είναι αυστηρότερο από το Fidesz τόσο στη νόμιμη όσο και στην παράνομη μετανάστευση».
Η κίνηση αποσκοπεί στην άρση του ημερήσιου προστίμου ύψους 1 εκατ. ευρώ που επέβαλε το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) τον Ιούνιο του 2024 για την πολιτική ασύλου της Ουγγαρίας. Η Ανίτα Ορμπάν δήλωσε ότι το πρόστιμο πρέπει να διακοπεί.
Ο Βίκτορ Ορμπάν είχε αρνηθεί να καταβάλει το ημερήσιο πρόστιμο που επέβαλε το ΔΕΕ για την παραβίαση της ευρωπαϊκής μεταναστευτικής νομοθεσίας από την Ουγγαρία. Το ΔΕΕ είχε αποφανθεί ότι η Ουγγαρία δεν συμμορφώθηκε με την απόφαση του 2020 σχετικά με το δικαίωμα των αιτούντων άσυλο να παραμένουν στη χώρα έως την εκδίκαση της έφεσής τους, καθώς και σχετικά με την απομάκρυνση παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών. Το ημερήσιο πρόστιμο αφαιρείται περιοδικά από το μερίδιο της Ουγγαρίας στον προϋπολογισμό της ΕΕ, ενώ η απόφαση του ΔΕΕ προέβλεπε και εφάπαξ πρόστιμο 200 εκατ. ευρώ — το υψηλότερο που έχει επιβληθεί ποτέ σε κράτος-μέλος της Ένωσης.
Κατά τη διάρκεια της ακρόασης, η Ανίτα Ορμπάν επιχείρησε επίσης να διασκεδάσει τις ανησυχίες σχετικά με το Σύμφωνο Μετανάστευσης της ΕΕ, το οποίο αναμένεται να τεθεί σε ισχύ τον Ιούνιο του 2026. Δήλωσε στους βουλευτές ότι το σύμφωνο δεν «συνεπάγεται μαζική μετανάστευση προς την Ουγγαρία», αλλά μάλλον «αμοιβαία συνδρομή» μεταξύ των κρατών-μελών. Όπως ανέφερε, η εφαρμογή του θα μπορούσε να σημαίνει αποδοχή περιορισμένου αριθμού μεταναστών είτε παροχή οικονομικής και υλικοτεχνικής υποστήριξης.
Παγωμένα κονδύλια
Ο Ζόλταν Κόσκοβιτς, γεωπολιτικός αναλυτής στο Κέντρο Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Βουδαπέστης, παρουσίασε την αλλαγή ως υποχρέωση της κυβέρνησης Μάγκυαρ, εφόσον επιθυμεί να αποδεσμεύσει τα 18 δισ. ευρώ σε ευρωπαϊκά κονδύλια που παραμένουν παγωμένα για την Ουγγαρία.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε παγώσει την πρόσβαση στα κονδύλια επειδή η απερχόμενη κυβέρνηση του Βίκτορ Ορμπάν δεν συμμορφωνόταν με αρκετούς νόμους της ΕΕ. Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν υπερασπίστηκε το πάγωμα των κονδυλίων ως μέσο προστασίας αυτού που περιέγραψε ως αξίες της ΕΕ και προώθησης μεταρρυθμίσεων στα κράτη-μέλη.
Ο νέος υπουργός θα πρέπει να ευθυγραμμιστεί με τις ελάχιστες απαιτήσεις των Βρυξελλών στο μεταναστευτικό, ώστε να ανακτηθούν τα παγωμένα ευρωπαϊκά κονδύλια, δήλωσε ο Κόσκοβιτς. Σύμφωνα με τον Κόσκοβιτς, οι Βρυξέλλες επέμεναν στη μαζική μετανάστευση ως δημογραφική λύση, παρά τα αυξανόμενα στοιχεία που δείχνουν, όπως είπε, ότι σε μεγάλο βαθμό δεν επετεύχθη ενσωμάτωση των αφιχθέντων ούτε στον ευρωπαϊκό πολιτισμό ούτε στην οικονομία. Ως αποτέλεσμα, πρόσθεσε, επιβάρυναν τους δημόσιους πόρους αντί να ενισχύσουν το ΑΕΠ της Ευρώπης.
Ακόμη και οι συντηρητικές κυβερνήσεις, υποστήριξε, είναι υποχρεωμένες να τηρούν τις ελάχιστες απαιτήσεις αυτής της ατζέντας, διαφορετικά αντιμετωπίζουν οικονομικές κυρώσεις με την αιτιολογία ότι παραβιάζουν το κράτος δικαίου της ΕΕ.
Ο Κόσκοβιτς ανέφερε ότι για να κατανοήσει κανείς σωστά την κατάσταση, πρέπει να αντιληφθεί ότι η νέα κυβέρνηση είναι υποτελής στις Βρυξέλλες και πρέπει να ακολουθεί τις κατευθύνσεις τους. Παρομοίασε τις Βρυξέλλες με πρωτεύουσα μιας προοδευτικής αυτοκρατορίας, με τη Βουδαπέστη να λειτουργεί ως μία από τις διοικήσεις της. Πρόσθεσε ότι οι υπουργοί μπορεί να μη μιλούν όπως οι προοδευτικοί ή ακόμη και να μη θεωρούν έτσι οι ίδιοι τα πράγματα, αλλά στην πράξη δεν μπορούν να αποκλίνουν από τις κατευθύνσεις των Βρυξελλών.
Η φον ντερ Λάιεν, ωστόσο, υποστήριξε ότι τα κράτη-μέλη της ΕΕ πρέπει να συμμορφώνονται με τους κανόνες της Ένωσης ως μέλη της. Όπως δήλωσε, η αποδοχή των κανόνων είναι που διαφοροποιεί το κράτος δικαίου από την αυθαίρετη εξουσία.
Συνταγματική ταυτότητα
Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το ευρωπαϊκό δίκαιο υπερισχύει του εθνικού δικαίου. Οι συντηρητικοί στην Ευρώπη συχνά υποστηρίζουν ότι αυτό εμποδίζει τις δεξιές κυβερνήσεις να θεσπίζουν νομοθεσία αρκετά ισχυρή ώστε να αλλάξουν πορεία σε ζητήματα όπως η μετανάστευση, παρότι οι εθνικοί νόμοι σε ορισμένες χώρες της Δυτικής Ευρώπης ήδη υπερβαίνουν το ίδιο το ευρωπαϊκό δίκαιο.
Προκειμένου να αντιδράσουν σε αυτόν τον περιορισμό, αρκετές δεξιές κυβερνήσεις και κόμματα προώθησαν την ιδέα ότι το εθνικό Σύνταγμα θα πρέπει να υπερισχύει του δικαίου της ΕΕ σε ορισμένους τομείς, ένα δόγμα γνωστό ως συνταγματική ταυτότητα.
Ως απάντηση στη μεταναστευτική κρίση του 2015 και στις ποσοστώσεις μετεγκατάστασης προσφύγων της ΕΕ, η κυβέρνηση Ορμπάν είχε εισάγει συνταγματική τροποποίηση, η οποία υιοθετήθηκε τελικά το 2018 ως η Έβδομη Τροποποίηση του Θεμελιώδους Νόμου της Ουγγαρίας, κατοχυρώνοντας τη «συνταγματική ταυτότητα» ως βασική αξία που το κράτος οφείλει να προστατεύει.
Ωστόσο, το ΔΕΕ απέρριψε επανειλημμένα αυτό το επιχείρημα, κρίνοντας ότι η εθνική συνταγματική ταυτότητα δεν μπορεί να υπερισχύει των υποχρεώσεων που απορρέουν από το δίκαιο της ΕΕ, και η Ουγγαρία βρέθηκε τελικά αντιμέτωπη με πρόστιμα επειδή αρνήθηκε να συμμορφωθεί με τους κανόνες της ΕΕ για το άσυλο.
Παρόμοια πορεία ακολούθησε και η Πολωνία. Το 2021, το Συνταγματικό Δικαστήριο της Πολωνίας έκρινε ότι ορισμένες διατάξεις των ευρωπαϊκών συνθηκών ήταν ασύμβατες με το εθνικό Σύνταγμα. Το ΔΕΕ ακύρωσε αυτές τις αποφάσεις τον Δεκέμβριο του 2025, κρίνοντας ότι το ανώτατο δικαστήριο της Πολωνίας δεν μπορούσε να παρεκκλίνει από την αρχή της υπεροχής του ευρωπαϊκού δικαίου.
Το ΔΕΕ υποστηρίζει επίσης ότι ο καθορισμός του εύρους των αρμοδιοτήτων της ΕΕ δεν ανήκει στα εθνικά δικαστήρια αλλά αποκλειστικά στα ευρωπαϊκά δικαστήρια και ότι μόλις μια χώρα ενταχθεί στην ΕΕ, αναλαμβάνει «νομικά δεσμευτικές υποχρεώσεις από τις οποίες τα κράτη-μέλη δεν μπορούν να απαλλαγούν».
Ο Μπαγιεστέρος, ωστόσο, αμφισβήτησε τη νομική συλλογιστική του ΔΕΕ, δηλώνοντας ότι το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι γνωστό για την ακτιβιστική του προσέγγιση, ιδιαίτερα στον τομέα της μετανάστευσης, και διαμορφώνει το ευρωπαϊκό δίκαιο με τρόπους που καθιστούν σχεδόν παράνομο τον αποτελεσματικό έλεγχο των συνόρων, δίνοντας προτεραιότητα στα συμφέροντα μη ευρωπαίων μεταναστών.
Νόμος περί προστασίας των παιδιών
Η ίδια λογική είναι εμφανής και στην πολιτιστική πολιτική, ανέφεραν οι ίδιοι αναλυτές. Η υπουργός Δικαιοσύνης Μάρτα Γκέρεγκ δήλωσε σε κοινοβουλευτική επιτροπή στις 12 Μαΐου ότι η Ουγγαρία θα αναθεωρήσει τον νόμο του 2021 για την «προστασία των παιδιών», ο οποίος απαγόρευε την απεικόνιση της ομοφυλοφιλίας και της αλλαγής φύλου σε υλικό προσβάσιμο σε ανηλίκους.
Η Γκέρεγκ δήλωσε ότι η Ουγγαρία είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πράγμα που σημαίνει ότι έχει υποχρεώσεις. Σε σχέση με τη συγκεκριμένη δικαστική απόφαση, είπε, το υπουργείο Δικαιοσύνης πρέπει να προχωρήσει σε νόμιμη διόρθωση.
Η κίνηση ακολουθά την απόφαση του ΔΕΕ της 21ης Απριλίου, σύμφωνα με την οποία η νομοθεσία παραβίαζε το ευρωπαϊκό δίκαιο και αυτό που το Δικαστήριο περιέγραψε ως «την ίδια την ταυτότητα της Ένωσης».
Η απόφαση ευθυγραμμίζεται με προηγούμενες νομικές γνωμοδοτήσεις στην υπόθεση. Ο γενικός εισαγγελέας είχε προηγουμένως δηλώσει ότι η συγκεκριμένη νομοθεσία «βασίζεται σε αξιολογική κρίση ότι η ομοφυλοφιλική και μη ταυτιζόμενη με το βιολογικό φύλο ζωή δεν έχει ίση αξία ή καθεστώς με την ετεροφυλοφιλική και ταυτιζόμενη με το βιολογικό φύλο ζωή».
«Το ουγγρικό νομοσχέδιο είναι ντροπή», είχε δηλώσει επίσης η φον ντερ Λάιεν το 2021, υποσχόμενη ότι θα χρησιμοποιήσει «όλες τις εξουσίες της Επιτροπής ώστε να διασφαλιστεί ότι τα δικαιώματα όλων των πολιτών της ΕΕ είναι εγγυημένα, όποιοι κι αν είναι και όπου κι αν ζουν».
Η απόφαση του ΔΕΕ, σύμφωνα με τον Μπαγιεστέρος, «χρησιμοποιεί εξαιρετικά ιδεολογικό λεξιλόγιο, αναφερόμενη, για παράδειγμα, σε άτομα των οποίων η ταυτότητα φύλου αντιστοιχεί στο φύλο τους. Όπως πρόσθεσε, αυτή είναι μια καθαρά ακτιβιστική γλώσσα, που έχει ενσωματωθεί στη νομολογία της Ευρώπης.
Ο Κόσκοβιτς υποστήριξε ότι, για τις Βρυξέλλες, το ζήτημα των ΛΟΑΤΚΙ λειτουργεί ως θρησκευτικό δόγμα και καμία κυβέρνηση που λειτουργεί υπό την εποπτεία τους δεν θα επιτραπεί να αποκλίνει από αυτό. Ο Μπαγιεστέρος προέβλεψε ότι το πλαίσιο προστασίας των παιδιών της Ουγγαρίας πιθανότατα θα καταργηθεί πλήρως τους επόμενους μήνες.
Ενέργεια
Αντιθέτως, στο ζήτημα της ρωσικής ενέργειας, η κυβέρνηση του Tisza έχει σηματοδοτήσει συνέχεια.
Η Ουγγαρία παραμένει σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένη από τη ρωσική ενέργεια, λαμβάνοντας περίπου τα τρία τέταρτα του φυσικού αερίου της και περίπου το 86% του πετρελαίου της μέσω αγωγών από τη Ρωσία, σύμφωνα με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ).
Η προηγούμενη κυβέρνηση Ορμπάν είχε επανειλημμένα παρουσιάσει αυτή την εξάρτηση ως γεωγραφικό περιορισμό, επικαλούμενη τη θέση της Ουγγαρίας ως περίκλειστης χώρας και την απουσία εναλλακτικών οδών εφοδιασμού που θα μπορούσαν να τεθούν γρήγορα σε λειτουργία χωρίς σημαντικές αυξήσεις τιμών.
Ο υπουργός Οικονομίας και Ενέργειας Ιστβάν Καπιτάνι δήλωσε στους βουλευτές ότι η Ουγγαρία δεν θα εγκαταλείψει το ρωσικό πετρέλαιο και φυσικό αέριο, επιδιώκοντας διαφοροποίηση ενώ θα συνεχίσει να χρησιμοποιεί τις υπάρχουσες υποδομές, συμπεριλαμβανομένου του αγωγού Druzhba που μεταφέρει ρωσικό πετρέλαιο μέσω της Ουκρανίας και του αγωγού Αδριατικής που συνδέει την Ουγγαρία με την Κροατία. Όπως ανέφερε, η χώρα δεν θέλει να απεξαρτηθεί από τη ρωσική ενέργεια, αλλά να στηρίζεται σε πολλαπλές πηγές.
Η θέση αυτή φέρνει το νέο υπουργικό συμβούλιο σε πιθανή τροχιά σύγκρουσης με το πλαίσιο REPowerEU της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το οποίο έχει θέσει ως προθεσμία το τέλος του 2027 για την πλήρη κατάργηση των εισαγωγών ρωσικού φυσικού αερίου.
Για τον Κόσκοβιτς, ωστόσο, οι δηλώσεις της νέας ουγγρικής κυβέρνησης ανέδειξαν τα όρια της ρητορικής της ΕΕ. Όπως δήλωσε, η επίσημη πολιτική είναι η διακοπή των ρωσικών προμηθειών, αλλά η πραγματικότητα είναι ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση απλώς δεν μπορεί να τις αντικαταστήσει, επειδή στερείται εναλλακτικών λύσεων.
Ως απόδειξη του χάσματος μεταξύ των διακεκηρυγμένων θέσεων των Βρυξελλών και της πραγματικής πρακτικής των κρατών-μελών, ανέφερε τις ισπανικές εισαγωγές ρωσικού υγροποιημένου φυσικού αερίου, οι οποίες κατέγραψαν ιστορικό υψηλό τον Μάρτιο.








