Ανάλυση ειδήσεων
Η προσπάθεια της Κίνας να διασφαλίσει τα οικονομικά της συμφέροντα στη Βιρμανία (γνωστή και ως Μιανμάρ) επιτρέπει στη στρατιωτική χούντα να προχωρά σε θηριωδίες κατά του ίδιου του πληθυσμού της —μια υψηλού ρίσκου στρατηγική που, σύμφωνα με αναλυτές, τροφοδοτεί πλέον μια αντίδραση ικανή να απειλήσει τις κινεζικές επενδύσεις.
Ταυτόχρονα, η στρατιωτική κυβέρνηση της Βιρμανίας έχει συστήσει επιτροπή με στόχο την επιτάχυνση της υλοποίησης των έργων της κινεζικής Πρωτοβουλίας «Μία ζώνη, ένας δρόμος» (Belt and Road Initiative – BRI) στη χώρα, όπως ανέφερε στις 7 Νοεμβρίου το ανεξάρτητο βιρμανικό μέσο ενημέρωσης The Irrawaddy, επικαλούμενο την επίσημη εφημερίδα του καθεστώτος.
Τα έργα της BRI στη Βιρμανία έχουν υποστεί σοβαρές καθυστερήσεις, καθώς η όλο και πιο έντονη σύγκρουση μετά το πραξικόπημα διαταράσσει τις μεταφορές και παγώνει την ανάπτυξη, γεγονός που έχει ωθήσει το Πεκίνο να ζητήσει από τη χούντα να προστατεύσει τις επενδύσεις και το προσωπικό του.
Η χώρα βρίσκεται βυθισμένη σε έναν σκληρό εμφύλιο από τότε που ο στρατός κατέλαβε την εξουσία στο πραξικόπημα του 2021, αφήνοντας τη χούντα να ελέγχει μεγάλα τμήματα της επικράτειας, ενώ οι δυνάμεις αντίστασης κρατούν άλλα. Ο ειδικός εισηγητής του ΟΗΕ για τη Μιανμάρ, Τομ Άντριους (Tom Andrews), ανέφερε ότι η σύγκρουση έχει ήδη προκαλέσει τουλάχιστον 6.800 νεκρούς.
Εργαλειοποίηση της κρίσης
Ο Τζέισον Τάουερ (Jason Tower), ανώτερος εμπειρογνώμονας στην Global Initiative Against Transnational Organized Crime (Πρωτοβουλία για το Παγκόσμιο Οργανωμένο Έγκλημα), εκτίμησε ότι η επιτροπή πιθανότατα δημιουργήθηκε ως απάντηση στη συνεχή πίεση από το Πεκίνο, καθώς τόσο η Κίνα όσο και η χούντα εμφανίζονται δυσαρεστημένες από τη βραδεία πρόοδο των βασικών έργων —μια κίνηση που παράλληλα βοηθά τη χούντα να εξασφαλίσει την πολιτική και στρατιωτική στήριξη του Πεκίνου εν μέσω του εμφυλίου.
Ο Τάουερ εξήγησε στην εφημερίδα The Epoch Times ότι η στρατιωτική ηγεσία της Μιανμάρ φαίνεται να θέλησε να δώσει στο Πεκίνο το μήνυμα πως δίνει προτεραιότητα στα κινεζικά οικονομικά συμφέροντα και προωθεί τα σχετικά έργα με τη μέγιστη ταχύτητα.
Η Χτβε Χτβε Θέιν (Htwe Htwe Thein), αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Κέρτιν της Αυστραλίας, η οποία μελετά την επιχειρηματική και οικονομική ανάπτυξη της Βιρμανίας επί δύο δεκαετίες, σημείωσε ότι το Πεκίνο θεωρεί την περίοδο μετά το πραξικόπημα ως στρατηγικό παράθυρο ευκαιρίας για να ενισχύσει την οικονομική του παρουσία και πιέζει τη χούντα να δράσει, λόγω ανησυχιών για την ασφάλεια των επενδύσεών του, την ώρα που ο διεθνής ανταγωνισμός παραμένει χαμηλός.
Η Θέιν ανέφερε στην Epoch Times ότι, με τις περισσότερες χώρες απρόθυμες να επενδύσουν σε ζώνες σύγκρουσης στη Μιανμάρ, η Κίνα έχει ουσιαστικά «ελεύθερο πεδίο» να προωθήσει τα έργα της χωρίς σοβαρό ανταγωνισμό ή διεθνή εποπτεία.
Ο Σουν Κούο-χσιανγκ (Sun Kuo-hsiang), καθηγητής στο Τμήμα Διεθνών Σχέσεων και Επιχειρήσεων του Πανεπιστημίου Νανχούα της Ταϊβάν, ο οποίος παρακολουθεί στενά τον εμφύλιο πόλεμο της Βιρμανίας, υπογράμμισε ότι αυτή η κινεζική πίεση οφείλεται στην επείγουσα ανάγκη του Πεκίνου να διασφαλίσει τα στρατηγικά του συμφέροντα καθώς η σύγκρουση κλιμακώνεται.
Σύμφωνα με τον Σουν, εάν η κατάσταση επιδεινωθεί, θα πληγούν τα κρίσιμα κινεζικά συμφέροντα στα σπάνια μέταλλα, στην ενέργεια και στην πρόσβαση σε στρατηγικές θαλάσσιες οδούς. Αυτοί οι κίνδυνοι εφοδιασμού, πρόσθεσε, ωθούν το Πεκίνο να επανεκκινήσει τον Οικονομικό Διάδρομο Κίνας–Μιανμάρ, τον οποίο θεωρεί και ως εργαλείο σταθεροποίησης των κινδύνων διάχυσης και διατήρησης της επιρροής του.
Η προώθηση των κινεζικών οικονομικών συμφερόντων
Παρότι η Κίνα έχει δεσμευθεί επισήμως να μην παρεμβαίνει στις εσωτερικές υποθέσεις της Μιανμάρ, η μεσολάβησή της για εκεχειρίες στην Πολιτεία Σαν νωρίτερα μέσα στο έτος έδωσε ουσιαστικά στη χούντα τον χρόνο να ανασυνταχθεί και να ανακαταλάβει κομβικά εδάφη—εξέλιξη που κορυφώθηκε με την κατάληψη μιας μεγάλης πρωτεύουσας περιφέρειας τον Οκτώβριο.
Σε αντίθεση με την προσέγγιση του ASEAN, που επιδιώκει επαφή με όλες τις πλευρές, αυτή η κινεζική παρέμβαση καθοδηγείται σε μεγάλο βαθμό από το ίδιο το συμφέρον του Πεκίνου. Ο Τάουερ εξήγησε ότι η Κίνα χρησιμοποιεί την επιρροή της προκειμένου να δημιουργήσει μια μορφή σταθερότητας αποκλειστικά για την προώθηση των οικονομικών της στόχων.
Σύμφωνα με τον Τάουερ, το Πεκίνο δεν φαίνεται να υπολογίζει τη μακροπρόθεσμη ειρήνη, αλλά επιδιώκει οι διάφορες ομάδες να αποδεχθούν πολιτικά τετελεσμένα, ώστε να επικεντρωθεί η συνεργασία μεταξύ Κίνας και στρατιωτικής κυβέρνησης στην προώθηση επιχειρηματικών δραστηριοτήτων.
Ο Σουν υπογράμμισε επίσης την απόσταση ανάμεσα στις δημόσιες δηλώσεις της Κίνας περί διαμεσολάβησης και την πραγματική της πολιτική, την οποία χαρακτήρισε στρατηγική αυτοπροστασίας που στοχεύει αποκλειστικά στη διατήρηση της χούντας, προκειμένου να προστατευθούν τα κινεζικά συμφέροντα. Όπως εξήγησε, παρότι αυτός ο πραγματισμός δεν αποτελεί ιδεολογική υποστήριξη του καθεστώτος, παράγει το ίδιο αποτέλεσμα, καθώς γέρνει η πλάστιγγα υπέρ των στρατιωτικών.
Η Θέιν προειδοποίησε ότι αυτή η μονομερής εστίαση στην οικονομική σταθεροποίηση έχει επικίνδυνη συνέπεια, καθώς έμμεσα ενισχύει την εκστρατεία βίας της χούντας κατά του πληθυσμού. Όπως ανέφερε, η λογοδοσία και η κοινωνική ευθύνη φαίνεται να περνούν σε δεύτερη μοίρα σε σχέση με τις κινεζικές φιλοδοξίες για υποδομές στη Μιανμάρ.
Το ριψοκίνδυνο στοίχημα του Πεκίνου
Παρότι η στήριξη της χούντας μπορεί να προσφέρει άμεσα οικονομικά οφέλη, ο Σουν προειδοποίησε ότι η στρατηγική αυτή ενέχει σοβαρές μελλοντικές επιπτώσεις, τροφοδοτώντας τη λαϊκή εχθρότητα. Υπενθύμισε ότι το αντι-κινεζικό κλίμα στη Μιανμάρ έχει ενταθεί από το 2021, και η κινεζική υποστήριξη προς τη στρατιωτική κυβέρνηση το ενισχύει ακόμη περισσότερο, αυξάνοντας την κοινωνική αντίσταση και το κόστος ασφάλειας για την BRI.
Ο Τάουερ προειδοποίησε επίσης ότι οι απαιτήσεις της Κίνας προς τις εθνοτικές ομάδες να διακόψουν τους δεσμούς τους με τις Δυνάμεις Λαϊκής Άμυνας (PDF) —οι οποίες δημιουργήθηκαν μετά το πραξικόπημα με στόχο την αποκατάσταση της δημοκρατίας— δημιουργούν αυξημένη δυσαρέσκεια στους νέους, κάτι που πιθανόν θα ενταθεί όσο προχωρούν τα κινεζικά έργα.
Ο ίδιος εκτίμησε ότι, καθώς τα έργα αυτά προχωρούν υπό ένα στρατιωτικό καθεστώς που ασκεί μαζική καταστολή και παραβιάζει τα ανθρώπινα δικαιώματα, η αντιασιατική δυσαρέσκεια θα αυξηθεί δραματικά. Πρόσθεσε ότι η Κίνα αναλαμβάνει «ένα εξαιρετικά ριψοκίνδυνο στοίχημα», διότι εάν οι δυνάμεις αντίστασης, όπως η PDF, ελέγξουν μεγάλα τμήματα της χώρας, ίσως οδηγηθούν τελικά σε αντιπαράθεση με το Πεκίνο για την προστασία των κοινοτήτων τους.
Όπως ανέφερε, εάν οι αντιστασιακές ομάδες δουν ότι η Κίνα γίνεται ολοένα και πιο εχθρική και παρέχει στη στρατιωτική κυβέρνηση τα μέσα για να διαπράττει θηριωδίες, τότε είναι πιθανό να αρχίσουν να στοχεύουν κινεζικά έργα, θεωρώντας ότι δεν έχουν τίποτα να κερδίσουν—και αυτό αποτελεί, σύμφωνα με τον Τάουερ, τον θεμελιώδη κίνδυνο για την Κίνα.
Του Jarvis Lim








