Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αποφάσισε να παραπέμψει τη συμφωνία ελεύθερου εμπορίου μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και Mercosur στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), εξέλιξη που δημιουργεί σοβαρή αβεβαιότητα για την πορεία και την τελική τύχη της συμφωνίας. Η απόφαση ελήφθη με οριακή πλειοψηφία, καθώς 334 ευρωβουλευτές ψήφισαν υπέρ της παραπομπής, 324 κατά και 11 απείχαν, γεγονός που αναδεικνύει το βαθύ ρήγμα στο εσωτερικό του Κοινοβουλίου.
Το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει αν η νομική δομή της συμφωνίας είναι συμβατή με τις Συνθήκες της ΕΕ. Κεντρικό ζήτημα αποτελεί ο τρόπος με τον οποίο η Επιτροπή διαχώρισε τη συμφωνία σε εμπορικό και πολιτικό σκέλος, επιλογή που — σύμφωνα με τους επικριτές της — αποσκοπεί στην παράκαμψη της κύρωσης από τα εθνικά κοινοβούλια των κρατών-μελών. Παράλληλα, θα εξεταστεί ο λεγόμενος «μηχανισμός ανταπόδοσης», ο οποίος επιτρέπει στις χώρες του Mercosur να λαμβάνουν αντίμετρα σε περίπτωση που νέες ευρωπαϊκές νομοθεσίες επηρεάσουν τις εξαγωγές τους. Οι πολέμιοι της συμφωνίας υποστηρίζουν ότι ο μηχανισμός αυτός μπορεί να περιορίσει την ικανότητα της ΕΕ να θεσπίζει αυστηρότερες περιβαλλοντικές ή κοινωνικές ρυθμίσεις στο μέλλον.
Η διαδικασία στο Δικαστήριο αναμένεται να διαρκέσει περίπου δύο χρόνια, με αποτέλεσμα η κύρωση της συμφωνίας να «παγώνει» τουλάχιστον έως το 2028. Αν το ΔΕΕ εκδώσει αρνητική γνωμοδότηση, η συμφωνία δεν θα μπορέσει να τεθεί σε ισχύ χωρίς ουσιαστικές και πιθανώς πολιτικά δύσκολες τροποποιήσεις.
Η απόφαση του Κοινοβουλίου ήταν αποτέλεσμα έντονων πιέσεων από διαφορετικές πλευρές. Αγροτικές οργανώσεις, ιδιαίτερα από χώρες όπως η Γαλλία και η Πολωνία, εξέφρασαν έντονη αντίθεση, φοβούμενες αθέμιτο ανταγωνισμό από φθηνές εισαγωγές βοδινού κρέατος, ζάχαρης και πουλερικών από τη Νότια Αμερική. Παράλληλα, περιβαλλοντικές και κοινωνικές οργανώσεις προειδοποίησαν ότι η συμφωνία θα μπορούσε να υπονομεύσει τα ευρωπαϊκά πρότυπα προστασίας του περιβάλλοντος και των εργασιακών δικαιωμάτων. Σε πολιτικό επίπεδο, αρκετά κράτη-μέλη, με προεξάρχουσα τη Γαλλία, έχουν εκφράσει έντονες επιφυλάξεις.
Θεωρητικά, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα μπορούσε να επιδιώξει την προσωρινή εφαρμογή της συμφωνίας όσο εκκρεμεί η απόφαση του Δικαστηρίου, ωστόσο μια τέτοια κίνηση θεωρείται πολιτικά ριψοκίνδυνη και θα μπορούσε να οξύνει τις εντάσεις μεταξύ των ευρωπαϊκών θεσμών. Η αντίδραση των Ευρωπαίων ηγετών υπήρξε χαρακτηριστική της διχογνωμίας: ο Γερμανός καγκελάριος Φρήντριχ Μερτς χαρακτήρισε την απόφαση «ατυχή», ενώ από τη γαλλική πλευρά χαιρετίστηκε ως νίκη για την προστασία της ευρωπαϊκής γεωργίας. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, από την πλευρά της, εξέφρασε έντονη δυσαρέσκεια.
Σε πολιτικό επίπεδο, η παραπομπή της συμφωνίας στο ΔΕΕ θεωρείται πλήγμα για την πρόεδρο της Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, η οποία είχε παρουσιάσει τη συμφωνία ως στρατηγικό εργαλείο για την ενίσχυση της γεωπολιτικής και οικονομικής θέσης της ΕΕ απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα. Ταυτόχρονα, αποτελεί σημαντική επιτυχία για τους αγρότες και τις περιβαλλοντικές οργανώσεις που αντιτίθενται στη συμφωνία και ζητούν αυστηρότερες εγγυήσεις.








