Η επίθεση του 2018 με τη χρήση του νευροπαραλυτικού παράγοντα Νοβιτσόκ, η οποία είχε στόχο τον πρώην Ρώσο πράκτορα Σεργκέι Σκριπάλ, αλλά επέφερε κατά λάθος τον θάνατο της 44χρονης Βρετανίας Ντον Στέρτζες, πραγματοποιήθηκε κατ’ εντολή του Ρώσου προέδρου Βλαντίμιρ Πούτιν, σύμφωνα με έκθεση που δημοσιεύτηκε με την ολοκλήρωση δημόσιας έρευνας διάρκειας 14 μηνών.
Η Δημόσια Έρευνα για τη Ντον Στέρτζες, με επικεφαλής τον λόρδο Άντονυ Χιουζ, δημοσιεύτηκε στις 4 Δεκεμβρίου 2025 και αποκλείει τόσο το ενδεχόμενο «σκηνοθετημένης επίθεσης» από τη Βρετανία όσο και το σενάριο να έδρασαν αυτόνομα Ρώσοι πράκτορες.
Η Στέρτζες πέθανε τον Ιούλιο του 2018, έχοντας χρησιμοποιήσει ένα υγρό που βρισκόταν μέσα σε μπουκάλι αρώματος, το οποίο της είχε χαρίσει ο σύντροφός της, Τσάρλι Ρόουλυ, χρήστης ναρκωτικών, ο οποίος είχε βρει το αντικείμενο σε κάδο απορριμμάτων στο Σόλσμπερι.
Σύμφωνα με την έκθεση, όσοι επιχείρησαν να δολοφονήσουν τον Σκριπάλ ήταν «ηθικά υπεύθυνοι» για τον θάνατο της Στέρτζες.
Δημόσια έρευνα για τη Ντον Στέρτζες
Την άνοιξη και το καλοκαίρι του 2018, η πόλη του Σόλσμπερι στη δυτική Αγγλία βρέθηκε στο επίκεντρο μιας παγκόσμιας ειδησεογραφικής ιστορίας, όταν διαπιστώθηκε ότι ο ρωσικός νευροπαραλυτικός παράγοντας Νοβιτσόκ είχε σκοτώσει τη Στέρτζες και είχε δηλητηριάσει τον Σκριπάλ, 66 ετών, πρώην πράκτορα της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Ασφαλείας (FSB), καθώς και την κόρη του, Γιούλια, 33 ετών, οι οποίοι αμφότεροι ανάρρωσαν.
Η Δημόσια Έρευνα για τη Ντον Στέρτζες συστάθηκε για να διερευνήσει τον θάνατο της Στέρτζες, μιας αλκοολικής μητέρας τριών παιδιών, η οποία πέθανε στις 8 Ιουλίου 2018.
Αρχικά επρόκειτο να διενεργηθεί ιατροδικαστική έρευνα, ωστόσο η βρετανική κυβέρνηση αποφάσισε τον Νοέμβριο του 2021 να τη μετατρέψει σε δημόσια έρευνα, απόφαση που υποστηρίχθηκε από την οικογένεια της Στέρτζες.
Παρότι η έρευνα, υπό την προεδρία του λόρδου Χιουζ (δικαστή του Ανώτατου Δικαστηρίου του Ηνωμένου Βασιλείου), διεξήχθη σε μεγάλο βαθμό δημόσια, ορισμένες συνεδριάσεις πραγματοποιήθηκαν κεκλεισμένων των θυρών και δεν δημοσιοποιήθηκαν ζητήματα, κατόπιν απόφασης του 2022.
Το κόστος της έρευνας ανήλθε σε 8,3 εκατ. λίρες (9,8 εκατ. ευρώ).
Ποιος είναι ο Σεργκέι Σκριπάλ;
Στις 4 Μαρτίου 2018, ο Σκριπάλ, πρώην πράκτορας της GRU, ρωσικής στρατιωτικής υπηρεσίας πληροφοριών, εντοπίστηκε άρρωστος σε παγκάκι στο Σόλσμπερι μαζί με την κόρη του Γιούλια, η οποία είχε έρθει να τον επισκεφθεί από τη Μόσχα.
Αρχικά θεωρήθηκε ότι ενδεχομένως είχαν λάβει υπερβολική δόση φαιντανύλης ή, πιθανόν, καρφαιντανύλης, η οποία είναι ακόμη ισχυρότερη.
Μετά τη διενέργεια εξετάσεων, ταυτοποιήθηκε ως υπεύθυνο το Νοβιτσόκ.
Ο Σκριπάλ είχε κατηγορηθεί ότι κατασκόπευε υπέρ της Βρετανίας στη Ρωσία και το 2004 καταδικάστηκε για κατασκοπεία, με ποινή κάθειρξης 13 ετών. Το 2010 συμμετείχε σε ανταλλαγή κατασκόπων ψυχροπολεμικού τύπου, έλαβε προεδρική χάρη από τη Ρωσία και εγκαταστάθηκε σε καθεστώς εξορίας στη Βρετανία.
Ο πρώην κατάσκοπος και η κόρη του, οι οποίοι είχαν δώσει κατάθεση στην αστυνομία το 2018, απαλλάχθηκαν από την υποχρέωση να καταθέσουν στη δημόσια έρευνα.
Ο ντετέκτιβ-λοχίας Νικ Μπέιλυ αρρώστησε επίσης στις 8 Μαρτίου 2018, αφού επισκέφθηκε το σπίτι του Σκριπάλ στο Σόλσμπερι φορώντας ολόσωμη προστατευτική φόρμα (για εγκληματολογική έρευνα), ωστόσο ανάρρωσε πλήρως.
Ο λόρδος Χιουζ δήλωσε σε συνέντευξη Τύπου την Πέμπτη ότι η επιχείρηση δολοφονίας του Σεργκέι Σκριπάλ πρέπει να είχε εγκριθεί στο ανώτατο επίπεδο, από τον πρόεδρο Πούτιν.
Σύμφωνα με την έκθεση, στον Σκριπάλ προτάθηκαν μέτρα ασφαλείας, μεταξύ των οποίων και νέα ταυτότητα, όμως τα απέρριψε επειδή είχε λάβει προεδρική χάρη και, κατά την έκθεση, ήθελε να ζήσει «όσο το δυνατόν πιο φυσιολογική ζωή».
Μία από τις πιο θανατηφόρες τοξίνες στον κόσμο
Το Νοβιτσόκ, που στα ρωσικά σημαίνει «νεοφερμένος», είναι τεχνητή τοξίνη, η οποία, σύμφωνα με την Εθνική Ιατρική Βιβλιοθήκη των ΗΠΑ, δημιουργήθηκε για πρώτη φορά στη Σοβιετική Ένωση στο πλαίσιο ενός μυστικού προγράμματος χημικών όπλων.
Ο επικεφαλής επιστημονικός σύμβουλος, από το Εργαστήριο Αμυντικής Επιστήμης και Τεχνολογίας (DSTL) του Ηνωμένου Βασιλείου, ο οποίος αναφέρθηκε μόνο με το ψευδώνυμο MK26, κατέθεσε ότι πρώτα ελέγχθηκαν δύο άλλοι νευροπαραλυτικοί παράγοντες, το σαρίν και το VX, με αρνητικά αποτελέσματα, προτού εντοπιστούν ίχνη Νοβιτσόκ-βουτυρυλοχολινεστεράσης, ενός «χαρακτηριστικού δείκτη έκθεσης» σε Νοβιτσόκ.

Η Στέρτζες είχε λάβει ένα μπουκάλι που πίστευε ότι ήταν άρωμα, καθώς βρισκόταν σε ροζ κουτί με την επωνυμία Premier Jour της εταιρείας Nina Ricci.
Η Puig, η εταιρεία που κατέχει τη Nina Ricci, ανέφερε αργότερα στην αστυνομία ότι δεν κατασκεύαζε συσκευασία μεγέθους 5,5 χιλιοστόλιτρων και επεσήμανε ότι ο γραμμωτός κώδικας στο κουτί ήταν πλαστός.
Ο MK26 είπε στη δημόσια έρευνα ότι το Νοβιτσόκ που βρέθηκε στο μπουκάλι αρώματος στο σπίτι του Ρόουλυ είχε «υψηλό βαθμό καθαρότητας» και, όταν εξετάστηκε, περιείχε αρκετό υλικό ώστε, εάν διοχετευόταν αποτελεσματικά, είχε τη δυνατότητα «να σκοτώσει πολλές χιλιάδες αθώους ανθρώπους».
Ο διοικητής Ντόμινικ Μέρφυ, επικεφαλής της αντιτρομοκρατικής διοίκησης της Μητροπολιτικής Αστυνομίας, κατέθεσε ότι πίστευε πως πράκτορες της GRU είχαν ψεκάσει με Νοβιτσόκ το πόμολο της εξώπορτας του σπιτιού του Σκριπάλ και ότι υπήρχε «ισχυρή εκτίμηση» πως το μπουκάλι αρώματος ήταν το πραγματικό όπλο που χρησιμοποιήθηκε κατά των Σκριπάλ.
Σύμφωνα με την έκθεση, δεν είναι «πιθανό» το μπουκάλι αρώματος να μην ήταν η ίδια πηγή Νοβιτσόκ που δηλητηρίασε τους Σκριπάλ. Επίσης, αναφέρει ότι η αφήγηση του Ρόουλυ για το πώς βρέθηκε στην κατοχή του ήταν «γεμάτη ασυνέπειες», ωστόσο έκρινε ως εύλογο το ενδεχόμενο να το είχε βρει σε κάδο απορριμμάτων τον Μάρτιο του 2018.
Ρώσοι πράκτορες ή τουρίστες;
Τον Σεπτέμβριο του 2018, έγινε γνωστό ότι δύο Ρώσοι υπήκοοι, που είχαν φτάσει στη Βρετανία στις 2 Μαρτίου, με τα ονόματα Αλεξάντερ Πετρόφ και Ρουσλάν Μποσίροφ, επισκέφθηκαν το Σόλσμπερι στις 3 και στις 4 Μαρτίου.
Οι δύο άνδρες, επιστρέφοντας στη Μόσχα, έδωσαν συνέντευξη στο ρωσικό τηλεοπτικό δίκτυο RT, στην οποία ισχυρίστηκαν ότι ήταν πραγματικοί τουρίστες.
Ο Πετρόφ ανέφερε ότι φίλοι τους τους πρότειναν επί μακρόν να επισκεφθούν «αυτή την υπέροχη πόλη», ενώ ο Μποσίροφ δήλωσε ότι ήθελαν να δουν τον Καθεδρικό Ναό του Σόλσμπερι, τον οποίο χαρακτήρισε «διάσημο όχι μόνο στην Ευρώπη αλλά σε ολόκληρο τον κόσμο», προσθέτοντας ότι ήταν γνωστός για το κωδωνοστάσιό του, ύψους 123 μέτρων, για το ρολόι του και για το ότι ήταν «το πρώτο που δημιουργήθηκε ποτέ στον κόσμο» και συνεχίζει να λειτουργεί.

Τον Ιανουάριο του 2019, η Βρετανία επέβαλε κυρώσεις στους δύο άνδρες, καθώς και στον επικεφαλής της GRU, Ίγκορ Κοστιούκοφ.
Η έκθεση αναφέρει ότι αποδέχθηκε στοιχεία σύμφωνα με τα οποία το πραγματικό όνομα του Πετρόφ είναι Αλεξάντρ Μίσκιν και του Μποσίροφ είναι Ανατόλι Τσεπίγκα, οι οποίοι έχουν αμφότεροι τεθεί υπό κυρώσεις από την κυβέρνηση των ΗΠΑ. Σημειώνει επίσης ότι στη συνέντευξη στο RT ισχυρίστηκαν πως δεν είχαν ακούσει ποτέ για τον Σεργκέι Σκριπάλ και δεν γνώριζαν εάν είχαν βρεθεί κοντά στο σπίτι του.
Ο λόρδος Χιουζ δήλωσε ότι ο ισχυρισμός τους στο RT ήταν «ψευδής, για να μην πούμε γελοίος». Κατά τον ίδιο, αυτό που φαινόταν πιο συνεπές ήταν ότι επρόκειτο για μια επίσημη διάψευση «για δημόσιους λόγους», την οποία μόνον οι πιο εύπιστοι θα έπαιρναν στα σοβαρά. Όπως υπογράμμισε, τα στοιχεία «δείχνουν ξεκάθαρα» πως δεν επρόκειτο για «ιδιωτική πρωτοβουλία» ανυπάκουων πρακτόρων της GRU.
Σύμφωνα με την έκθεση, σε ένα κράτος όπου η εκτελεστική εξουσία είναι σε μεγάλο βαθμό συγκεντρωμένη στο πρόσωπο του προέδρου, μια απόπειρα κατά της ζωής του Σεργκέι Σκριπάλ δεν θα είχε πραγματοποιηθεί χωρίς την έγκριση του Ρώσου προέδρου [Πούτιν].
Ο λόρδος Χιουζ απέρριψε επίσης το ενδεχόμενο επιχείρησης «ψευδούς σημαίας», με σκοπό να αποδοθεί η ευθύνη σε άλλον, από τις βρετανικές μυστικές υπηρεσίες, σημειώνοντας ότι αν είχε υπάρξει οποιαδήποτε σκηνοθεσία, θα σήμαινε ότι εκείνοι που τη σκηνοθέτησαν θα έπρεπε να είχαν εκμεταλλευτεί τη συμπτωματική άφιξη δύο Ρώσων ταξιδιωτών στο Ηνωμένο Βασίλειο ώστε να αποδώσουν σε ρωσικά χέρια την επίθεση.
Πολιτικές αντιδράσεις
Η Τερέζα Μέι ήταν πρωθυπουργός της Βρετανίας τότε και στις 12 Μαρτίου 2018 δήλωσε στο Κοινοβούλιο ότι επρόκειτο για μια «απερίσκεπτη και απεχθή πράξη».
Η Μέι δήλωσε ότι η κυβέρνηση κατέληξε στο συμπέρασμα πως ήταν «πολύ πιθανό» η Ρωσία να ευθύνεται για την επίθεση κατά του Σεργκέι και της Γιούλια Σκριπάλ, προσθέτοντας ότι είτε επρόκειτο για «άμεση ενέργεια του ρωσικού κράτους κατά της χώρας μας» είτε η ρωσική κυβέρνηση είχε «χάσει τον έλεγχο» του νευροπαραλυτικού παράγοντα, με δυνητικά καταστροφικές συνέπειες, επιτρέποντας να περάσει στα χέρια άλλων.
Πέντε ημέρες αργότερα, το Κρεμλίνο αντέδρασε απελαύνοντας 23 Βρετανούς διπλωμάτες.
Τον Απρίλιο του 2018, ο αριστερός ηγέτης της αντιπολίτευσης, του Εργατικού Κόμματος, Τζέρεμυ Κόρμπυν, δήλωσε ότι δεν είχε αποδειχθεί πως η Ρωσία βρισκόταν πίσω από το περιστατικό.
Στις 5 Σεπτεμβρίου 2018, η Μέι ανέφερε στο Κοινοβούλιο ότι υπήρχαν αρκετά στοιχεία ώστε ο Διευθυντής Δημόσιων Διώξεων να ασκήσει διώξεις κατά των Πετρόφ και Μποσίροφ.
Η ρωσική πρεσβεία στο Λονδίνο ανέφερε σε ανακοίνωσή της στις 4 Μαρτίου 2019 ότι, «παρά τις τεράστιες προσπάθειες», η αστυνομία δεν μπόρεσε να υποστηρίξει την επίσημη πολιτική εκδοχή του περιστατικού με «γεγονότα και αποδείξεις».
Η ανακοίνωση προσέθετε ότι η τεράστια δουλειά της αστυνομίας αποδείχθηκε χωρίς νόημα, όταν αναμενόταν όχι να διαπιστώσει την αλήθεια, αλλά να ακολουθήσει το «τεχνητό σενάριο» που, κατά την πρεσβεία, είχε γραφτεί από τη Συντηρητική κυβέρνηση λίγες ημέρες μετά την επίθεση.
Τον Αύγουστο του 2019, ο τότε και νυν πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ επέβαλε πρόσθετες κυρώσεις στη Ρωσία ως άμεσο αποτέλεσμα της υπόθεσης Σκριπάλ.
Τον Σεπτέμβριο του 2021, η Εισαγγελία του Στέμματος της Βρετανίας απήγγειλε κατηγορία σε τρίτο άνδρα, τον Ντένις Σεργκέεφ, γνωστό και ως Σεργκέι Φεντότοφ, για συνωμοσία με σκοπό τη δολοφονία του Σεργκέι Σκριπάλ και για κατοχή και χρήση χημικού όπλου.
Ο Βρετανός πρωθυπουργός Κηρ Στάρμερ δήλωσε στις 4 Δεκεμβρίου 2025 ότι οι δηλητηριάσεις στο Σόλσμπερι «σόκαραν το έθνος» και ότι τα σημερινά ευρήματα αποτελούν μια σοβαρή υπενθύμιση της περιφρόνησης του Κρεμλίνου για αθώες ζωές.
Προσέθεσε ότι ο «άσκοπος» θάνατος της Ντον ήταν τραγωδία και ότι θα αποτελεί για πάντα υπενθύμιση της «απερίσκεπτης επιθετικότητας» της Ρωσίας, και παράλληλα, ανακοίνωσε κυρώσεις κατά της GRU και 11 κατονομαζόμενων ατόμων, τα οποία περιγράφηκαν ως «πρόσωπα που βρίσκονται πίσω από εχθρική δραστηριότητα με ρωσική κρατική υποστήριξη».
Η οικογένεια της Στέρτζες εξέδωσε ανακοίνωση με την οποία επέκρινε τον λόρδο Χιουζ επειδή δεν διατύπωσε δημόσιες συστάσεις για τη δημόσια υγεία.
Η οικογένεια ανέφερε ότι, μετά τον θάνατο της Ντον, το κοινό έλαβε σαφή οδηγία να μην σηκώνει αντικείμενα που δεν έχει ρίξει το ίδιο, προσθέτοντας ότι πάντα πίστευαν πως αυτή η οδηγία θα έπρεπε να είχε εκδοθεί μετά την επίθεση στο Σόλσμπερι και πριν σκοτωθεί η Ντον.
Αναπάντητα ερωτήματα
Στις 5 Σεπτεμβρίου 2018, η Μέι είπε στο Κοινοβούλιο ότι οι δύο Ρώσοι ύποπτοι είχαν βρεθεί κοντά στο σπίτι των Σκριπάλ στις 11:58 π.μ. της 4ης Μαρτίου 2018.
Στη συνέχεια επέστρεψαν με τρένο στο Λονδίνο, φτάνοντας στις 4:45 μ.μ., και πήραν πτήση για Μόσχα στις 22:30, ωστόσο η δημόσια έρευνα δεν μπόρεσε να εξηγήσει πού ξεφορτώθηκαν το κουτί του αρώματος ούτε πώς είχαν σφραγίσει τη συσκευασία.
Ο Ρόουλυ είχε πει στο ITV News ότι θυμόταν πως το άρωμα βρισκόταν ακόμη μέσα στο σελοφάν του και ότι το ακροφύσιο ήταν χωριστά από το μπουκάλι, και έπρεπε να το τοποθετήσει πριν το δώσει στη Στέρτζες στις 30 Ιουνίου 2018.
Η Δημόσια Έρευνα άκουσε ότι υπήρχε μόνο ένα διάστημα 33 λεπτών, μεταξύ 12:17 μ.μ. και 12:50 μ.μ. στις 4 Μαρτίου 2018, κατά το οποίο οι δύο άνδρες δεν καταγράφηκαν από κάμερες κλειστού κυκλώματος (CCTV).
Ο Άντριου Ο’Κόννορ, επικεφαλής νομικός εκπρόσωπος της έρευνας, ρώτησε τον Μέρφυ, επικεφαλής της αντιτρομοκρατικής διοίκησης της Μητροπολιτικής Αστυνομίας, εάν ήταν δυνατό, στο διάστημα αυτό, οι δύο άνδρες να περπατήσουν ως μια δημόσια τουαλέτα, να το ξεπακετάρουν, να το θερμοσφραγίσουν σε πλαστική συσκευασία, να το ξαναβάλουν στο κουτί, να επιστρέψουν στον χώρο στάθμευσης της οδού Μπράουν, να αφήσουν το κουτί σε κάδο και στη συνέχεια να εμφανιστούν ξανά στις κάμερες στην κεντρική οδό.
Ο Μέρφυ απάντησε ότι αυτό, αν και δύσκολο, ήταν «απολύτως κατορθωτό» μέσα σε 33 λεπτά.
Ο Ρόουλυ, για τον οποίο αναφέρεται ότι έχει «κακή ψυχική και σωματική υγεία», δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί πού ή πότε είχε βρει το κουτί του αρώματος. Απαλλάχθηκε επίσης από την υποχρέωση να καταθέσει στη δημόσια έρευνα, με απόφαση του Νοεμβρίου του 2024.
Ένα ακόμη ερώτημα που δεν έχει απαντηθεί πλήρως είναι γιατί το Νοβιτσόκ δεν σκότωσε περισσότερους ανθρώπους και πώς η Γιούλια Σκριπάλ ανάρρωσε τόσο εντυπωσιακά.
Ο Δρ Στήβεν Κόκροφτ, αναφερόμενος στη στιγμή που η Γιούλια ανέκτησε τις αισθήσεις της τέσσερις ημέρες μετά την κατάρρευσή της, είπε δεν πίστευε πως θα την έβλεπε ξανά να κινείται και ότι ήταν πεπεισμένος πως είχε υποστεί οριστική εγκεφαλική βλάβη, γι’ αυτό και δεν μπορούσε να πιστέψει ότι μπορούσε να είναι τόσο νευρολογικά ακέραιη όσο αποδείχθηκε.
Ο ίδιος είπε στη δημόσια έρευνα ότι εκείνη τον κοιτούσε, έγνεφε, έκλαιγε, ήταν τρομοκρατημένη.
Αργότερα την ίδια ημέρα, η Γιούλια Σκριπάλ, που ήταν υπερβολικά άρρωστη για να μιλήσει, φέρεται να υποβλήθηκε σε μια διαδικασία «συνέντευξης», κατά την οποία της έγιναν ερωτήσεις από επαγγελματία υγείας· απαντώντας «ναι» ή «όχι» με ανοιγοκλείσιμο των ματιών, ‘είπε’ ότι είχε ψεκαστεί στο εστιατόριο Zizzi’s.
Ωστόσο, όταν μίλησε στα μέσα ενημέρωσης στις 23 Μαΐου 2018, η Γιούλια δεν ανέφερε ότι είχε ξυπνήσει στις 8 Μαρτίου ούτε έκανε οποιαδήποτε μνεία στη «συνέντευξη με τους βλεφαρισμούς». Δήλωσε ότι μετά από 20 ημέρες σε κώμα, ξύπνησε μαθαίνοντας πως ενδέχεται να είχαν δηλητηριαστεί και ότι δυσκολευόταν να αποδεχθεί ότι εκείνη και ο πατέρας της είχαν δεχθεί επίθεση.
Η έκθεση δεν αναφέρθηκε στη συσκευασία που υποτίθεται ότι είχε επανασφραγιστεί, αλλά σημείωσε ότι η μνήμη του Ρόουλυ ήταν «επισφαλής».
Επίσης, ανέφερε ότι υπήρξε μεγάλος όγκος ανενημέρωτων σχολίων και «ενίοτε ευφάνταστων θεωριών» σε διάφορες αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Παραλληλισμοί με την υπόθεση Λιτβινένκο
Το περιστατικό στο Σόλσμπερι σημειώθηκε 12 χρόνια μετά τον Αλεξάντερ Λιτβινένκο, πρώην πράκτορα της ρωσικής ομοσπονδιακής υπηρεσίας ασφαλείας (FSB), ο οποίος αυτομόλησε στη Βρετανία και στράφηκε κατά του Πούτιν, και ο οποίος σκοτώθηκε στο Λονδίνο.
Ο Λιτβινένκο, 44 ετών, πέθανε στο νοσοκομείο στις 23 Νοεμβρίου 2006.
Δημόσια έρευνα στο Ηνωμένο Βασίλειο κατέληξε το 2016 ότι δύο Ρώσοι άνδρες, ο Αντρέι Λουγκοβόι και ο Ντμίτρι Κόβτουν, δηλητηρίασαν εσκεμμένα τον Λιτβινένκο βάζοντας πολώνιο-210 στο τσάι του, κατά τη διάρκεια συνάντησης σε ξενοδοχείο του Λονδίνου, την 1η Νοεμβρίου 2006.
Τον Σεπτέμβριο του 2021, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έκρινε ότι η Ρωσία έφερε ευθύνη για τον θάνατο του Λιτβινένκο, κάτι που η Ρωσία συνέχιζει να αρνείται.
Ένας Ρώσος δικαστής στο πάνελ του ΕΔΔΑ, ο Ντμίτρι Νέντοφ, διαφώνησε με την απόφαση και δήλωσε ότι εντόπισε πολλές ελλείψεις στην ανάλυση της βρετανικής δημόσιας έρευνας και του δικαστηρίου, οι οποίες, κατά τον ίδιο, εγείρουν εύλογες αμφιβολίες ως προς την εμπλοκή των υπόπτων στη δηλητηρίαση και ως προς το εάν ενεργούσαν ως πράκτορες του κράτους.
Σε ανακοίνωση που δημοσιεύτηκε τον Νοέμβριο του 2021, μετά την ανακοίνωση της δημόσιας έρευνας, η ρωσική πρεσβεία στο Λονδίνο ανέφερε ότι αυτό επιβεβαιώνει την προηγούμενη εκτίμησή της πως η κατάσταση γύρω από τις «δηλητηριάσεις» στο Σόλσμπερι και το Έιμσμπερυ, καθώς και ο τραγικός θάνατος της Ντον Στέρτζες, θα εξελίσσονταν σύμφωνα με το «οικείο μοτίβο» της υπόθεσης Λιτβινένκο.
Η έκθεση της Δημόσιας Έρευνας για τη Ντον Στέρτζες αναφέρει ότι τόσο ο Λιτβινένκο όσο και ο Σκριπάλ θεωρήθηκαν προδότες από το ρωσικό κράτος, ωστόσο επισημαίνει ότι οι υποθέσεις τους δεν είναι πλήρως ανάλογες, καθώς ο Λιτβινένκο ήταν ένας αποστάτης που είχε αναπτύξει έντονη δημόσια δράση εναντίον του ρωσικού κράτους γενικά, αλλά και συγκεκριμένα εναντίον του Πούτιν.
Οι επιστολές άνθρακα στις ΗΠΑ
Οι δηλητηριάσεις στο Σόλσμπερι έχουν ορισμένες ομοιότητες με το διαβόητο περιστατικό των επιστολών με άνθρακα το 2001, που συχνά αποκαλείται Amerithrax.
Το φθινόπωρο του 2001, πέντε άνθρωποι – δύο δημοσιογράφοι, δύο ταχυδρομικοί υπάλληλοι και μια 94χρονη γυναίκα – έχασαν τη ζωή τους και 17 αρρώστησαν, όταν επιστολές που περιείχαν δείγματα άνθρακα, μιας θανατηφόρας τοξίνης, εστάλησαν σε μέσα ενημέρωσης στη Φλόριντα, τη Νέα Υόρκη και το Νιου Τζέρσεϋ.
Οι επιστολές, οι οποίες περιείχαν φράσεις όπως «θάνατος στην Αμερική, θάνατος στο Ισραήλ», εστάλησαν λίγες εβδομάδες μετά την 11η Σεπτεμβρίου και προκάλεσαν εκτεταμένο συναγερμό, καθώς εκλήφθηκαν ευρέως ως τρομοκρατική επίθεση.
Το FBI ταυτοποίησε ως βασικό ύποπτο τον Μπρους Άιβινς, μικροβιολόγο που εργαζόταν για την κυβέρνηση, ο οποίος αυτοκτόνησε τον Αύγουστο του 2008 λαμβάνοντας υπερβολική δόση φαρμάκων, σύμφωνα με τις αναφορές.
Όταν, τον Φεβρουάριο του 2010, το FBI και το υπουργείο Δικαιοσύνης έκλεισαν επίσημα την υπόθεση, εξέδωσαν ανακοίνωση στην οποία ανέφεραν ότι, όπως είχε ήδη αποκαλυφθεί, η έρευνα Amerithrax κατέληξε ότι ο εκλιπών Δρ Μπρους Άιβινς έδρασε μόνος στον σχεδιασμό και την εκτέλεση των επιθέσεων.
Του Chris Summers







