Οι μεταρρυθμίσεις στον ΟΠΕΚΕΠΕ και συνολικά στον πρωτογενή τομέα παρουσιάστηκαν ως ένα από τα κρισιμότερα μέτωπα που ανοίγει η κυβέρνηση, με τον Κυριάκο Μητσοτάκη να αναγνωρίζει ότι στον οργανισμό πληρωμών ήρθαν στην επιφάνεια «παθογένειες δεκαετιών» που δοκίμασαν ευθέως την εμπιστοσύνη πολιτών και αγροτών. Χαρακτήρισε όσα αποκαλύπτονται ως «μία από τις τελευταίες μάχες με την παλιά Ελλάδα», την Ελλάδα που — όπως είπε — «μας πλήγωσε» και «μας χρεοκόπησε», ενώ ανέλαβε ρητά πολιτική ευθύνη για την καθυστέρηση: παραδέχτηκε ότι, παρότι υπήρχε πρόθεση, η μεταρρύθμιση δεν προχώρησε νωρίτερα επειδή κάθε απόπειρα αλλαγής συνοδευόταν από τον κίνδυνο να μπλοκάρουν οι πληρωμές προς τους αγρότες. Αυτός ο φόβος, εξήγησε, οδηγούσε σε δισταγμό και σε προσωρινές υποχωρήσεις, κάτι που ο ίδιος χαρακτήρισε «δικαιολογημένη κριτική», ομολογώντας πως έπρεπε να είχαν κινηθεί «πολύ πιο τολμηρά» και πιο έγκαιρα.
Σήμερα, το εγχείρημα — όπως το περιέγραψε — τρέχει «εν κινήσει», ακόμη κι αν δημιουργεί πρόσκαιρες δυσκολίες. Αναφέρθηκε στις πρόσφατες καθυστερήσεις ως αποτέλεσμα της μετάβασης σε νέο σύστημα, διαβεβαιώνοντας όμως ότι οι πληρωμές συνεχίζονται και ότι πλέον γίνονται «με πολύ μεγαλύτερη διαφάνεια». Το κεντρικό μήνυμα της αλλαγής είναι ότι από το νέο έτος οι επιδοτήσεις θα συνδέονται με την πραγματικότητα: με «τα πραγματικά στρέμματα» και όχι με εικονικές δηλώσεις ή συμβόλαια, και με «τα ζώα που πραγματικά έχεις» και όχι με ζώα που εμφανίζονται να βόσκουν «αλλού». Με αυτόν τον τρόπο, επιχειρείται να κλείσει οριστικά ένα παράθυρο στρεβλώσεων που, όπως υπονόησε, επέτρεπε επί χρόνια να δηλώνονται εκτάσεις που δεν αντιστοιχούσαν σε πραγματική κατοχή ή χρήση και να «φουσκώνουν» τα δικαιώματα ενίσχυσης. Προειδοποίησε, επίσης, ότι «κάποιοι θα ξεβολευτούν», συνδέοντας το με ένα βαθύτερο πρόβλημα: ότι για δεκαετίες το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης λειτούργησε κυρίως ως «υπουργείο επιδοτήσεων και αποζημιώσεων», κάτι που — κατά την κυβερνητική αφήγηση — πρέπει να αλλάξει ριζικά.
Ο πρωθυπουργός τοποθέτησε χρονικά την ολοκλήρωση της μεταρρύθμισης στους επόμενους μήνες, με στόχο οι πληρωμές του 2026 να γίνουν μέσω ενός «απολύτως διαφανούς και αντικειμενικού» μηχανισμού, με «σφραγίδα ποιότητας» από την Ευρωπαϊκή Ένωση και χωρίς περιθώριο τεχνητής παρέμβασης. Στο ίδιο πλαίσιο, περιέγραψε τη στροφή στη χρήση τεχνολογίας ως εγγύηση διαφάνειας: δορυφορικές εικόνες υψηλής ακρίβειας για το τι καλλιεργείται και πού, ηλεκτρονικές διασταυρώσεις για τον πραγματικό αριθμό ζώων και ιδιοκτησιών, και αξιοποίηση της εμπειρίας της ΑΑΔΕ στη διαχείριση και τον έλεγχο δεδομένων. Η θέση του ήταν ότι αυτά δεν μπορούν πλέον να αποτελούν αντικείμενο «διαπραγμάτευσης» ή «ελληνικής ιδιαιτερότητας», αφού τεχνικά το πρόβλημα έχει λυθεί και μένει η πολιτική βούληση να εφαρμοστεί.
Παράλληλα, προσπάθησε να δώσει το ευρύτερο αφήγημα για τον αγροτικό χώρο: υποστήριξε ότι η Ελλάδα εξάγει σήμερα αγροτικά προϊόντα αξίας 8 δισ. ευρώ, αλλά θα μπορούσε να εξάγει τα διπλάσια, και προανήγγειλε πρωτοβουλία για ένα εθνικό σχέδιο αναδιάρθρωσης του πρωτογενούς τομέα. Μίλησε για σύσταση ειδικής επιτροπής στη Βουλή, με διακομματική συμμετοχή και τη συνδρομή ειδικών, ώστε μέσα σε λίγους μήνες να προκύψει ένα σχέδιο με «ευρύτερη συναίνεση» για την αναδιάρθρωση. Το νέο μοντέλο, όπως το περιέγραψε, στηρίζεται σε συνεργατικά σχήματα, οργανώσεις παραγωγών και δημιουργία «κρίσιμης μάζας» που θα επιτρέπει οικονομίες κλίμακας και πραγματική ανταγωνιστικότητα. Εδώ αναγνώρισε και το βαρίδι του παρελθόντος: τη «ρετσινιά» των παλιών συνεταιρισμών που — όπως είπε — λειτούργησαν πολλές φορές ως «μηχανές δανεικών και αγύριστων», υποστηρίζοντας ότι τώρα επιδιώκεται ένα πιο υγιές και εξωστρεφές μοντέλο, το οποίο ενισχύεται και με φορολογικά κίνητρα (όπως μειωμένη φορολόγηση για συνεταιρισμούς).
Στην ίδια γραμμή, έδωσε έμφαση σε τεχνολογικές επενδύσεις και εκσυγχρονισμό, φέρνοντας ως παράδειγμα το πρόγραμμα επιδότησης για νέα θερμοκήπια, που — όπως σημείωσε — είχε «καλή ανταπόκριση» και μπορεί να ανεβάσει θεαματικά την απόδοση σε σχέση με τη συμβατική καλλιέργεια. Με τη χρήση πόρων από ευρωπαϊκά εργαλεία χρηματοδότησης, ο στόχος είναι να αυξηθούν παραγωγικότητα και ανταγωνιστικότητα σε γεωργία και κτηνοτροφία, με ιδιαίτερη μέριμνα για νέους αγρότες, είπε.
Τέλος, συνέδεσε τη μεταρρύθμιση του ΟΠΕΚΕΠΕ και με τη διαχείριση κρίσεων, αναφερόμενος στην πίεση που δέχεται η κτηνοτροφία λόγω επιδημίας ευλογιάς. Ανέφερε ότι δόθηκαν σημαντικά κονδύλια για αντικατάσταση ζωικού κεφαλαίου και για στήριξη εισοδήματος, αλλά έθεσε το ερώτημα της «επόμενης μέρας»: πώς ξαναχτίζεται ένας βιώσιμος κλάδος που να στηρίζει εμβληματικά προϊόντα όπως η φέτα, ανταγωνιστικά και χωρίς επανάληψη των λαθών του παρελθόντος. Συνοψίζοντας, παρουσίασε τη διαφάνεια στις επιδοτήσεις ως το θεμέλιο πάνω στο οποίο πρέπει να στηριχθεί οτιδήποτε άλλο: αν δεν «κλείσει» ο ΟΠΕΚΕΠΕ και δεν αποκατασταθεί η αξιοπιστία του μηχανισμού πληρωμών, «τίποτα από όλα αυτά» — όπως είπε — δεν μπορεί να προχωρήσει.
Οψόμεθα!








