Μετά από τα επεισόδια της Δευτέρας στο Τζαντάρ Μαντάρ, στο Νέο Δελχί, και τη μαζικότητα που έχει λάβει η αντίδραση των φοιτητών στη διαρροή των θεμάτων των εξετάσεων για τις ιατρικές σχολές, η κυβέρνηση του Ναρέντρα Μόντι δηλώνει ότι προτίθεται να ξεκινήσει διάλογο με το λεγόμενο «κίνημα της κατσαρίδας» και να αντιμετωπίσει τα ζητήματα που προβληματίζουν τη νεολαία της Ινδίας, σύμφωνα με το Reuters.
Στο κίνημα, που γεννήθηκε μόλις έναν μήνα πριν, αλλά γρήγορα γιγαντώθηκε, έχει προστεθεί και η φωνή της ινδικής αντιπολίτευσης, με τον Ραούλ Γκάντι και την αδελφή του Πριγιάνκα του Κόμματος του Κογκρέσου να διοργανώνουν, την Τρίτη 21 Ιουλίου, διαμαρτυρία έξω από την οικία του πρωθυπουργού ως αντίδραση στη βίαιη αντιμετώπιση των φοιτητών από την αστυνομία την προηγουμένη, όπως σημείωσε ο ίδιος ο Γκάντι:
«Ήρθαμε στο σπίτι του πρωθυπουργού Μόντι για να ζητήσουμε απαντήσεις για την αστυνομική βία κατά των φοιτητών», έγραψε σε ανάρτησή του στο Χ, αναφερόμενος στις εκτεταμένες συγκρούσεις των διαδηλωτών με την αστυνομία που έλαβαν χώρα στις 20 του μήνα, κατά τη διάρκεια της πολυπληθούς συγκέντρωσης του «Λαού των κατσαρίδων».
Σε μια πρώτη διαλλακτική κίνηση, ο υπουργός Παιδείας Νταρμέντρα Πραντάν δήλωσε σήμερα επισήμως ότι η κυβέρνηση είναι έτοιμη να συζητήσει το θέμα των εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων στο Κοινοβούλιο. Αργότερα, σε προσωπική του ανάρτηση στο Χ, κατηγόρησε την αντιπολίτευση ότι προσπαθεί να εκμεταλλευτεί το ζήτημα πολιτικά και τόνισε ότι η κυβέρνηση επιθυμεί τον διάλογο, υπογραμμίζοντας:
«Ο αρχηγός της αντιπολίτευσης Ραούλ Γκάντι και το Κόμμα του Κογκρέσου συνεχίζουν απροκάλυπτα να χρησιμοποιούν τους φοιτητές ως πολιτικά εργαλεία για να προκαλέσουν αναταραχή κατά τη διάρκεια της Συνόδου των Μουσώνων του Κοινοβουλίου. […] Στους φοιτητές της Ινδίας αξίζουν πολύ περισσότερα από το να αντιμετωπίζονται ως πιόνια σε μια πολιτική εκστρατεία. Τους αξίζει η βεβαιότητα αντί για το χάος, οι λύσεις αντί για τα συνθήματα, η υπευθυνότητα αντί της αναταραχής.»
Το μεγαλύτερο κίνημα κατά της κυβέρνησης Μόντι
Αν και τo «κίνημα της κατσαρίδας» μετρά μόλις λίγους μήνες ζωής, έχει εξελιχθεί στη μεγαλύτερη διαμαρτυρία κατά της κυβέρνησης Μόντι, συγκεντρώνοντας δεκάδες χιλιάδες υποστηρικτές. Αυτό που ξεκίνησε τον Μάιο ως αντίδραση-αστεϊσμός σε ένα προσβλητικό σχόλιο αποτελεί πλέον ένα γενικευμένο κίνημα που εκτός από τα αιτήματα για την Παιδεία, διαπραγματεύεται την ευρύτερη κοινωνική ανασφάλεια και ζητά πολιτική λογοδοσία και παραίτηση του υπουργού Παιδείας Πραντάν.
Η παράδοξη ονομασία οφείλεται σε σχόλιο του προέδρου του Ανώτατου Δικαστηρίου της Ινδίας Σούρια Καντ [Surya Kant], ο οποίος κατά τη διάρκεια ακροαματικής διαδικασίας, στις 15 Μαΐου, χαρακτήρισε μια μερίδα των νέων ‘κατσαρίδες’: «Υπάρχουν νέοι σαν κατσαρίδες, που δεν βρίσκουν εργασία ή θέση στο επάγγελμα. Κάποιοι γίνονται δημοσιογράφοι, άλλοι δραστηριοποιούνται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, άλλοι γίνονται ακτιβιστές για το δικαίωμα στην πληροφόρηση (RTI) και αρχίζουν να επιτίθενται στους πάντες.»
Αν και οι οργισμένες αντιδράσεις γρήγορα τον οδήγησαν να ανασκευάσει τη φράση του, διευκρινίζοντας ότι αναφερόταν σε όσους διαθέτουν πλαστά πτυχία, η ισχύς του αρχικού σχολίου παρέμεινε. Η κίνηση του Αμπιτζήτ Ντίπκε, ενός 30χρονου Ινδού δημοσιογράφου, με μεταπτυχιακό στις Δημόσιες Σχέσεις από το Πανεπιστήμιο της Βοστώνης στις ΗΠΑ, να απαντήσει δημιουργώντας το Cockroach Janta Party (CJP — Κόμμα του Λαού των Κατσαρίδων) οικειοποιούμενος τον προσβλητικό όρο και χρησιμοποιώντας τον με τρόπο που να παραπέμπει στο κυβερνών Bharatiya Janata Party (Ινδικό Λαϊκό Κόμμα), γρήγορα συγκέντρωσε πλήθος υποστηρικτών στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ιδίως μεταξύ της νεολαίας.
Μέσα σε μόλις δέκα ημέρες, το αρχικό αστείο εξελίχθηκε σε διαδικτυακή μαζική διαμαρτυρία με αιτήματα για μεταρρυθμίσεις και λογοδοσία, και ιστοσελίδα, όπου το CJP παρουσιάζει τα αιτήματά του.
Εκτός από την απήχηση που είχε μεταξύ των νέων της Ινδίας, που πιέζονται από την ανεργία και την υποαπασχόληση, το κίνημα στην πορεία κέρδισε την υποστήριξη του Σόναμ Γουαντσούκ [Sonam Wangchuk], γνωστού ακτιβιστή για το περιβάλλον και την εκπαίδευση. Ο Γουαντσούκ προέβαλλε το κρίσιμο ζήτημα της αξιοπιστίας των εξετάσεων ΝΕΕΤ (National Eligibility cum Entrance Test για την εισαγωγή σε ιατρικές σχολές), το αίτημα για διαφάνεια και λογοδοσία, αλλά της έλλειψης εμπιστοσύνης στους θεσμούς.
Η υποστήριξη του Γουαντσούκ ήταν έμπρακτη. Στις 28 Ιουνίου, ξεκίνησε απεργία πείνας στο Τζαντάρ Μαντάρ, στο πλαίσιο του «κινήματος των κατσαρίδων», με βασικό αίτημα την ανάληψη ευθύνης για τις καταγγελίες περί διαρροής θεμάτων και ατασθαλιών στις εξετάσεις NEET, καθώς και την ανάγκη για μεταρρυθμίσεις στο σύστημα εισαγωγικών εξετάσεων. Στις 18 Ιουλίου, η αστυνομία τον μετέφερε παρά τη θέλησή του σε νοσοκομείο, επικαλούμενη επιδείνωση της υγείας του και ιατρική σύσταση, ενώ δύο ημέρες αργότερα ανακοινώθηκε, μέσω της συζύγου του, ότι θα τερματίσει την απεργία εφόσον μέλη της κυβέρνησης τον διαβεβαιώσουν αυτοπροσώπως ότι θα τεθεί στο Κοινοβούλιο το ζήτημα της λογοδοσίας κατά την περίοδο των μουσώνων.
Ο Γουαντσούκ τόνισε επιπλέον την ανάγκη να παραμείνει ειρηνική η συγκέντρωση διαμαρτυρίας.








