Ανάλυση
Η Τουρκία βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα ιδιαίτερα σύνθετο γεωπολιτικό περιβάλλον στην Ανατολική Μεσόγειο, όπου η πρόσφατη συμφωνία Κύπρου-Λιβάνου για την οριοθέτηση Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης λειτουργεί ως καταλύτης εξελίξεων που ενδέχεται να αναδιαμορφώσουν τις ισορροπίες ισχύος. Η Άγκυρα, επιδιώκοντας να αποτρέψει τη γεωπολιτική της απομόνωση, φαίνεται να στρέφεται προς τη Συρία ως πιθανό αντίβαρο στον ενισχυόμενο άξονα Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ, σε ένα πλαίσιο όπου τα ενεργειακά αποθέματα και η στρατηγική επιρροή διαπλέκονται στενά.
Η συμφωνία Κύπρου-Λιβάνου, που υπογράφηκε τον Νοέμβριο του 2025, έβαλε τέλος σε μια εικοσαετή περίοδο στασιμότητας. Αν και η αρχική συμφωνία του 2007 είχε «παγώσει» λόγω τουρκικών παρεμβάσεων στη λιβανική πολιτική σκηνή, οι σημερινές γεωπολιτικές μεταβολές επέτρεψαν την ενεργοποίησή της. Η νέα εκδοχή περιλαμβάνει επεκτάσεις βορείως και νοτίως των αρχικών θαλάσσιων ορίων, αυξάνοντας το συνολικό εμβαδόν της ΑΟΖ και για τις δύο χώρες. Πέρα από τη νομική διάσταση, η συμφωνία δημιουργεί τις προϋποθέσεις για έρευνα και εκμετάλλευση υδρογονανθράκων, αλλά και για ηλεκτρική διασύνδεση, στοιχείο ζωτικής σημασίας για τον Λίβανο που βρίσκεται αντιμέτωπος με διαρκή ενεργειακή κρίση.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει το γεγονός ότι μετά την ολοκλήρωση αυτής της συμφωνίας, Κύπρος, Ισραήλ και Λίβανος δεν έχουν πλέον ανοιχτές διαφορές ως προς τις θαλάσσιες ζώνες τους. Αυτό αυξάνει σημαντικά την ελκυστικότητα της περιοχής για ενεργειακές επενδύσεις και ενισχύει ένα περιφερειακό πλέγμα συνεργασίας που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τις τουρκικές επιδιώξεις.
Η αντίδραση της Άγκυρας υπήρξε άμεση και έντονη. Η Τουρκία χαρακτήρισε τη συμφωνία νομικά άκυρη και πολιτικά υποκινούμενη, υποστηρίζοντας ότι παραβιάζει τα όρια που η ίδια αναγνωρίζει μέσω του ψευδοκράτους στα κατεχόμενα της Κύπρου και ότι συγκρούεται με υφιστάμενες άδειες ερευνών. Η τουρκική επιχειρηματολογία εστιάζει στα «ίσα δικαιώματα» των Τουρκοκυπρίων, εντάσσοντας τη διαφωνία σε ένα ευρύτερο πλαίσιο διεκδικήσεων.
Η στάση αυτή συνδέεται άμεσα με την ενίσχυση της τριμερούς συνεργασίας Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ, η οποία έχει αποκτήσει σαφή πολιτικά και στρατηγικά χαρακτηριστικά μέσω διαδοχικών συνόδων κορυφής και με τη στήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών. Για την Άγκυρα, αυτό το σχήμα εκπέμπει το μήνυμα ότι τα περιθώρια ανεμπόδιστης προώθησης των τουρκικών σχεδίων στην Ανατολική Μεσόγειο περιορίζονται αισθητά.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Συρία αναδεικνύεται σε κρίσιμο παράγοντα της τουρκικής στρατηγικής. Μετά την κατάρρευση του καθεστώτος Άσαντ τον Δεκέμβριο του 2024 και την αποδυνάμωση του άξονα Ιράν-Χεζμπολάχ, δημιουργήθηκε ένα κενό ισχύος το οποίο η Τουρκία επιχείρησε να αξιοποιήσει. Αν και οι εξελίξεις στη Συρία είχαν κυρίως εγχώρια δυναμική, η Άγκυρα φαίνεται να έπαιξε υποστηρικτικό ρόλο, ιδίως μέσω της στάσης της απέναντι σε αντάρτικες οργανώσεις στο Ιντλίμπ.
Η αποκάλυψη μυστικών διαπραγματεύσεων Τουρκίας-Συρίας για την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών υποδηλώνει μια προσπάθεια της Άγκυρας να δημιουργήσει ένα νέο νομικό και γεωπολιτικό τετελεσμένο. Ένα τέτοιο εγχείρημα θυμίζει έντονα το τουρκολιβυκό μνημόνιο του 2019 και θα μπορούσε, εφόσον ευοδωθεί, να ενισχύσει τις τουρκικές διεκδικήσεις, να προσφέρει έμμεση αναγνώριση στο ψευδοκράτος και να ανοίξει τον δρόμο για νέες ενεργειακές δραστηριότητες.
Η ενεργειακή διάσταση παραμένει κομβική. Η Ελλάδα προβάλλει ως βασική ενεργειακή πύλη προς την Ευρώπη, με το LNG — κυρίως αμερικανικής προέλευσης — να διοχετεύεται προς τα Βαλκάνια και την Ανατολική Ευρώπη. Παράλληλα, Κύπρος, Λίβανος και Ισραήλ διερευνούν εναλλακτικές διαδρομές και σχήματα συνεργασίας. Σε αυτό το σκηνικό, μια ενδεχόμενη τουρκοσυριακή συμφωνία θα μπορούσε να προβλέπει κοινή εκμετάλλευση διασυνοριακών πόρων, με την Τουρκία να αναλαμβάνει ηγετικό τεχνικό ρόλο, ενισχύοντας έτσι την επιρροή της στη Δαμασκό.
Η αποδυνάμωση του ιρανικού παράγοντα και η νέα δυναμική στη Συρία προκαλούν ανησυχία στο Ισραήλ και στους συμμάχους του, που φοβούνται την επέκταση της τουρκικής επιρροής. Οι δημόσιες δηλώσεις τόσο του Ισραηλινού πρωθυπουργού όσο και του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν αποτυπώνουν αυτή την αντιπαράθεση, με την Άγκυρα να ξεκαθαρίζει ότι δεν προτίθεται να δεσμευτεί από συμφωνίες στις οποίες δεν συμμετέχει.
Την ίδια στιγμή, ο Λίβανος προσπαθεί να αντιμετωπίσει τα οξυμένα εσωτερικά του προβλήματα, κυρίως στον ενεργειακό τομέα. Η συνεργασία με την Κύπρο και η στήριξη από την Ευρωπαϊκή Ένωση, τόσο σε επίπεδο υποδομών όσο και ασφάλειας, προσφέρουν ορισμένες προοπτικές σταθεροποίησης και ανοικοδόμησης.








