Γιατί άραγε οι στρατηγοί των σαμουράι έμεναν εντελώς ακίνητοι, στη μέση ενός πεδίου μάχης που έβραζε από θόρυβο, αίμα και χάος; Ενώ χιλιάδες πολεμιστές συγκρούονταν, ο διοικητής καθόταν εκεί σαν άγαλμα, ατάραχος, δίχως να δείχνει το παραμικρό σημάδι ανησυχίας.
Ο λόγος ήταν απλός, αλλά τρομακτικά ισχυρός: ήξερε πως κάθε μάτι ήταν καρφωμένο πάνω του. Κάθε στρατιώτης — από τη δική του πλευρά αλλά και από την πλευρά του εχθρού — παρακολουθούσε τις κινήσεις του και έβγαζε συμπεράσματα. Αν έκανε μια απότομη κίνηση, οι δικοί του θα πίστευαν πως κάτι πάει στραβά. Αν γύριζε να κοιτάξει πίσω του, οι άντρες του θα νόμιζαν ότι υποχωρούν ή ότι χάνουν. Ακόμα και μια μικρή χειρονομία, όπως το να ξύσει το πρόσωπό του, μπορούσε να ερμηνευτεί σαν νευρικότητα, φόβος ή αμφιβολία.
Κι έτσι, έμενε ακίνητος. Τα χέρια του ακουμπούσαν ήρεμα στους μηρούς του, το βλέμμα του σταθερό. Βέλη περνούσαν δίπλα από το κεφάλι του, άνθρωποι έπεφταν νεκροί στα πόδια του, αλλά εκείνος δεν «έσπαγε» ούτε για μια στιγμή.
Η στάση του λειτουργούσε σαν μήνυμα. Οι δικοί του στρατιώτες, βλέποντάς τον τόσο ψύχραιμο, ένιωθαν πως η νίκη είναι κοντά: «Αν ο άρχοντάς μας δεν φοβάται, τότε είμαστε δυνατοί. Είμαστε μπροστά». Ο αντίπαλος στρατός έπαιρνε το ίδιο μήνυμα: «Τίποτα απ’ όσα κάνουμε δεν τον κλονίζει. Δεν μπορούμε να τον λυγίσουμε».
Ένας μόνο άνθρωπος, ακίνητος, καθόριζε την ψυχολογία δέκα χιλιάδων πολεμιστών, χωρίς καν να σηκώσει το σπαθί του.
Γι’ αυτό, στο πεδίο μάχης των σαμουράι, το πιο φονικό όπλο δεν ήταν η κατάνα. Ήταν η απόλυτη ακινησία.








