Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) διατήρησε αμετάβλητα τα επιτόκια στις 23 Ιουλίου, αφήνοντας ωστόσο ανοικτό το ενδεχόμενο αύξησής τους τον Σεπτέμβριο.
Τον περασμένο μήνα, η ΕΚΤ αύξησε τα επιτόκια για πρώτη φορά από τον Σεπτέμβριο του 2023, επιχειρώντας να περιορίσει τον πληθωριστικό κλυδωνισμό που προκάλεσε η άνοδος των τιμών της ενέργειας λόγω του πολέμου στη Μέση Ανατολή, παρότι η οικονομία της ευρωζώνης εμφανίζει σημάδια εξασθένησης. Σύμφωνα με τη δήλωση νομισματικής πολιτικής της 11ης Ιουνίου, η οποία αναφερόταν στις πληθωριστικές πιέσεις από την ενεργειακή αναταραχή που προκάλεσε ο πόλεμος στο Ιράν, η ΕΚΤ αύξησε τότε τα τρία βασικά επιτόκιά της κατά 25 μονάδες βάσης, ανεβάζοντας το επιτόκιο καταθέσεων από το 2% στο 2,25%.
Αυτή τη φορά, ωστόσο, η ΕΚΤ επέλεξε να μην προχωρήσει σε ανάλογη κίνηση. Σε συνέντευξη Τύπου, η πρόεδρός της, Κριστίν Λαγκάρντ, ανέφερε ότι μολονότι οι προοπτικές για τις τιμές της ενέργειας παραμένουν «εξαιρετικά ευμετάβλητες», η πορεία τους βρίσκεται επί του παρόντος κοντά στο βασικό σενάριο των προβολών των εμπειρογνωμόνων του Ευρωσυστήματος του Ιουνίου, αλλά πολύ υψηλότερα από τα επίπεδα που είχαν καταγραφεί πριν από τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή.
Η Λαγκάρντ προσέθεσε ότι η αβεβαιότητα διατηρείται σε υψηλά επίπεδα και ότι οι πλήρεις επιπτώσεις του ενεργειακού κλυδωνισμού στον πληθωρισμό δεν έχουν ακόμη εκδηλωθεί. Ανέφερε επίσης ότι η ΕΚΤ παρακολουθεί στενά την ένταση και τη διάρκεια του κλυδωνισμού, καθώς και τις έμμεσες και δευτερογενείς επιπτώσεις του. Η νέα άνοδος της τιμής του πετρελαίου στα 100 δολάρια το βαρέλι, λόγω του πολέμου στο Ιράν, ώθησε τους διοικητές των κεντρικών τραπεζών της ευρωζώνης να συζητήσουν το ενδεχόμενο αυστηροποίησης της νομισματικής πολιτικής κατά τη συνεδρίαση του Ιουλίου. Η τελική απόφαση για τη διατήρηση των επιτοκίων στα ίδια επίπεδα ήταν, πάντως, ομόφωνη.
Τις εβδομάδες πριν από τη συνεδρίαση της Πέμπτης, η ΕΚΤ είχε προαναγγείλει ότι θα διατηρούσε αμετάβλητα τα επιτόκια, με το σκεπτικό ότι οι τιμές της ενέργειας υποχωρούσαν γρήγορα και πλησίαζαν στο ηπιότερο από τα τρία σενάρια που είχε παρουσιάσει τον Μάρτιο.
Σύμφωνα με το βασικό σενάριο, οι τιμές θα κορυφώνονταν σε σχετικά συγκρατημένα επίπεδα κατά το δεύτερο τρίμηνο του 2026 — περίπου στα 90 δολάρια το βαρέλι για το πετρέλαιο και στα 50 ευρώ ανά μεγαβατώρα (MWh) για το φυσικό αέριο — και στη συνέχεια θα υποχωρούσαν σχετικά γρήγορα, ακολουθώντας την πορεία των αγορών συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης. Η εξέλιξη αυτή θα προκαλούσε προσωρινή άνοδο του πληθωρισμού, ο οποίος κατόπιν θα αποκλιμακωνόταν προς τον στόχο του 2%.
Το δυσμενές σενάριο προέβλεπε εντονότερη και πιο παρατεταμένη άνοδο των τιμών της ενέργειας, με το πετρέλαιο κοντά στα 120 δολάρια το βαρέλι και το φυσικό αέριο να προσεγγίζει τα 90 ευρώ ανά MWh. Σε συνδυασμό με την αυξημένη αβεβαιότητα και τις ισχυρότερες έμμεσες επιπτώσεις, η εξέλιξη αυτή θα οδηγούσε σε αισθητά υψηλότερο πληθωρισμό και ασθενέστερη αύξηση του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ) σε σύγκριση με το βασικό σενάριο.
Η ΕΚΤ παρουσίασε επίσης ένα ακραίο σενάριο, το οποίο προέβλεπε ακόμη ισχυρότερο και μεγαλύτερης διάρκειας κλυδωνισμό στον ενεργειακό εφοδιασμό — με το πετρέλαιο να κορυφώνεται κοντά στα 150 δολάρια το βαρέλι και το φυσικό αέριο στα 110 ευρώ ανά MWh — καθώς και εντονότερη αβεβαιότητα και δευτερογενείς επιπτώσεις στους μισθούς και στις τιμές. Το αποτέλεσμα θα ήταν σημαντικά υψηλότερος και πιο επίμονος πληθωρισμός, παράλληλα με εντονότερη επιβράδυνση της ανάπτυξης.
Η πρόσφατη αντιστροφή της τάσης, ωστόσο, σε συνδυασμό με την άνοδο των τιμών του φυσικού αερίου στην Ευρώπη στα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων τριών και πλέον ετών, έχει μεταβάλει τις προσδοκίες για την πορεία των τιμών της ενέργειας. Η Λαγκάρντ αναγνώρισε ότι, με τα σημερινά δεδομένα, το ηπιότερο σενάριο φαντάζει πλέον μάλλον απίθανο, επαναλαμβάνοντας ότι οι συνέπειες του ενεργειακού κλυδωνισμού δεν έχουν ακόμη εκδηλωθεί στην ολότητά τους.
Η απόφαση της ΕΚΤ ενίσχυσε την εκτίμηση ορισμένων οικονομολόγων ότι είναι πιθανή μια αύξηση των επιτοκίων τον Σεπτέμβριο. Ο Κάρστεν Μπρζέσκι, παγκόσμιος επικεφαλής μακροοικονομικής ανάλυσης στον ολλανδικό πολυεθνικό τραπεζικό όμιλο ING, ανέφερε σε σημείωμά του στις 23 Ιουλίου ότι εφ’ εξής, η απόφαση για το κατά πόσον τα επιτόκια θα πρέπει να παραμείνουν αμετάβλητα δεν είναι τόσο απλή.
Όπως επεσήμανε, η τελευταία άνοδος των τιμών της ενέργειας έχει φέρει την ΕΚΤ πιο κοντά στα δυσμενέστερα μακροοικονομικά της σενάρια, τα οποία συνηγορούν υπέρ μιας ακόμη αύξησης των επιτοκίων — τουλάχιστον εάν ακολουθηθούν η λογική και ο τρόπος αντίδρασης της ίδιας της ΕΚΤ, όπως παρουσιάστηκαν στη συνεδρίαση του Ιουνίου. Σημείωσε δε ότι εάν οι τιμές του πετρελαίου δεν αρχίσουν να υποχωρούν σημαντικά τις επόμενες εβδομάδες, οι μακροοικονομικές προβολές της ΕΚΤ τον Σεπτέμβριο θα καταδείξουν με απόλυτη σαφήνεια την ανάγκη για νέα αύξηση των επιτοκίων.
Ανάλογη εκτίμηση διατύπωσε ο Γιαν φον Γκέριχ, επικεφαλής αναλυτής της Nordea, του μεγαλύτερου ομίλου χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών στη σκανδιναβική περιοχή. Σε σημείωμά του στις 23 Ιουλίου ανέφερε ότι η ΕΚΤ διατήρησε, όπως αναμενόταν, το επιτόκιο καταθέσεων αμετάβλητο στο 2,25%, αλλά τόσο το ύφος του δελτίου Τύπου όσο και εκείνο της συνέντευξης Τύπου αφήνουν ορθάνοικτο το ενδεχόμενο νέας αύξησης κατά 25 μονάδες βάσης — ή 0,25 της ποσοστιαίας μονάδας — στην επόμενη συνεδρίαση, τον Σεπτέμβριο, εξέλιξη την οποία αναμένει και η Nordea.
Ο φον Γκέριχ ανέφερε ότι η Nordea προβλέπει πλέον αυξήσεις κατά 0,25 της ποσοστιαίας μονάδας τον Σεπτέμβριο, τον Δεκέμβριο και τον Μάρτιο του 2027, οι οποίες θα ανεβάσουν το επιτόκιο καταθέσεων στο 3%. Παρατήρησε ότι η επίτευξη ειρήνης στη Μέση Ανατολή θα μπορούσε να περιορίσει τις πιέσεις προς την ΕΚΤ για αύξηση των επιτοκίων, ενώ μια κλιμάκωση και ένας πόλεμος μεγαλύτερης διάρκειας θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ταχύτερες και ακόμη περισσότερες αυξήσεις.
Η επόμενη ανακοίνωση της ΕΚΤ για τα επιτόκια έχει προγραμματιστεί για τις 10 Σεπτεμβρίου.
Με πληροφορίες από το Reuters








