Δευτέρα, 22 Ιούλ, 2024
Λεπτομέρεια από το αριστούργημα της Φίλιπς και εμβληματικό έργο της αμερικανικής λαϊκής τέχνης στο σύνολό της, «Κορίτσι με κόκκινο φόρεμα, γάτα και σκύλο», 1830–1835. (Public Domain)

Ammi Phillips: Ένας Αμερικανός λαϊκός καλλιτέχνης που ανακαλύπτεται ξανά

Τα περισσότερα έθνη διαθέτουν πλούσιες παραδόσεις λαϊκής τέχνης, που αντανακλούν στο ύφος των επίπλων, των διακοσμητικών αντικειμένων, των γλυπτών και των πινάκων που κατασκευάζονται εντός κοινοτήτων από ντόπιους τεχνίτες, οι οποίοι, χωρίς ακαδημαϊκή κατάρτιση, αναπτύσσουν ένα τοπικό ιδίωμα. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η λαϊκή τέχνη άκμασε από τα τέλη του 18ου έως τον 20ο αιώνα, με τους λαϊκούς ζωγράφους να συγκεντρώνονται κυρίως στην αγροτική βορειοανατολική περιοχή. Ένας προσωπογράφος αποκαλούνταν και limner, μια λέξη της οποίας η καλλιτεχνική χροιά εκτείνεται στη Μεσαιωνική Ευρώπη όπου χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει τους καλλιτέχνες που διακοσμούσαν χειρόγραφα και άλλα αντικείμενα (illuminators).

Μεταξύ των Αμερικανών λαϊκών ζωγράφων του 19ου αιώνα, τρεις καλλιτέχνες του είδους που ήταν γνωστοί στους σύγχρονους μελετητές ήταν οι Ammi Phillips (1788–1865), Border Limner και Kent Limner. Κάποια από τα έργα έφεραν την υπογραφή του Φίλιπς, αλλά οι ιστορικοί τέχνης δεν γνώριζαν την ταυτότητα του δεύτερου και του τρίτου. Ως αποτέλεσμα, τους ονόμασαν limners, προσθέτοντας το όνομα της τοποθεσίας όπου εργάζονταν: ο ένας σε διάφορες πόλεις κατά μήκος των συνόρων (borders) της Νέας Υόρκης με τη Μασσαχουσέτη και ο άλλος στο Κεντ του Κονέκτικατ. Μόλις στα μέσα του 20ου αιώνα ανακαλύφθηκε από συλλέκτες έργων τέχνης, και αργότερα επαληθεύτηκε από έναν επαγγελματία εμπειρογνώμονα, ότι και οι τρεις καλλιτέχνες ήταν ο ίδιος άνθρωπος — ο Ammi Phillips (Άμμαϊ Φίλιπς). Το ασυνήθιστο όνομα προέρχεται από το βιβλικό βιβλίο του Ωσηέ και σημαίνει «ο λαός μου».

Ένας διαπρεπής λαϊκός καλλιτέχνης

ZoomInImage
Άμμαϊ Φίλιπς, «Ξανθό αγόρι με αναγνωστικό, ροδάκινο και σκύλο», περ. 1836. Λάδι σε καμβά, 123 x 76 εκ. Μουσείο Τέχνης της Φιλαδέλφειας. (Public Domain)

 

Δεκαετίες έρευνας αποκάλυψαν ότι ο Φίλιπς ήταν ο πιο παραγωγικός και αναμφισβήτητα ο πιο σημαντικός λαϊκός καλλιτέχνης της εποχής του. Η επιτυχημένη καριέρα του διήρκεσε 55 χρόνια και έδωσε κατά προσέγγιση 2.000 έργα, από τα οποία μόνο τα μισά είναι γνωστά. Σήμερα, οι πίνακές του είναι περιζήτητοι από μουσεία και ιδιώτες συλλέκτες. Οι απεικονίσεις παιδιών – μερικά από τα πιο αγαπημένα έργα του – αποτελούν και ένα θαυμάσιο εργαλείο για να κατανοήσουμε την κοινωνικοοικονομική και τον πολιτισμό της εποχής.

Οι περισσότεροι λαϊκοί καλλιτέχνες ταξίδευαν από μέρος σε μέρος για να βρουν πελάτες. Αντίθετα, ο Φίλιπς, ο οποίος γεννήθηκε στο Κόουλμπρουκ του Κονέκτικατ, ζούσε στο δυτικό τμήμα αυτής της πολιτείας, στη Μασαχουσέτη και τη Νέα Υόρκη, ευημερούσε και δεν ανέλαβε ποτέ μια δεύτερη γραμμή εργασίας, κάτι ασυνήθιστο.

Κατά τη διάρκεια της καριέρας του πειραματίστηκε με μια ποικιλία διαφορετικών στυλ. Αυτές οι αλλαγές αντικατοπτρίζουν την προσωπική του καλλιτεχνική ανάπτυξη και τις αντιδράσεις του στη μεταβαλλόμενη αισθητική της κοινωνίας. Αυτό επηρέασε την αρχική, εσφαλμένη αντίληψη για τη δουλειά του. Ωστόσο, υπάρχουν ενοποιητικά χαρακτηριστικά στο έργο του. Αν και ο σχηματισμός των μορφών του δεν ήταν τελειοποιημένος, στοιχείο συνηθισμένο στη λαϊκή τέχνη, χρησιμοποιούσε με τόλμη το κιαροσκούρο και τα έντονα χρώματα. Παρόλο που, όπως πολλοί λαϊκοί καλλιτέχνες, επιστράτευε τυποποιημένα αντικείμενα και είδη σύνθεσης για να επιταχύνει τη ζωγραφική διαδικασία, το έργο του μεταφέρει με επιτυχία την προσωπικότητα του μοντέλου.

Border, Kent και Phillips

Τα έργα που είχαν παλαιότερα αποδοθεί στον Border Limner ανήκουν στα πρώιμα έργα του Φίλιπς, μεταξύ 1812 και 1819. Εμφανίζουν μια αστραφτερή παλέτα από ανοιχτόχρωμα και ‘σπασμένα’ χρώματα, φτάνοντας μέχρι το παστέλ. Αυτές οι προσωπογραφίες έχουν μια ονειρική ποιότητα.

Ένα παράδειγμα από αυτήν την περίοδο είναι το έργο «Ρόντα Γκούντριχ (Κα Ουίλλιαμ Νόρθροπ) Μπέντλεϋ και κόρη», που βρίσκεται στο Αμερικανικό Μουσείο Λαϊκής Τέχνης και που χρονολογείται από το 1815 έως το 1820. Όπως είναι χαρακτηριστικό της παραγωγής του Φίλιπς, η εικόνα είναι σχεδόν μινιμαλιστική, περιέχοντας μόνο βασικά στοιχεία. Ένα διπλό πορτρέτο μητέρας και παιδιού, στο οποίο το παιδί φορά ένα κοραλλένιο κολιέ, στοιχείο που εμφανίζεται συχνά στις προσωπογραφίες παιδιών του καλλιτέχνη.

ZoomInImage
Άμμαϊ Φίλιπς, «Ρόντα Γκούντριχ (Κα Ουίλλιαμ Νόρθροπ) Μπέντλεϋ και κόρη», περ. 1818. Λάδι σε καμβά; 86 x 69 εκ. Αμερικανικό Μουσείο Λαϊκής Τέχνης, Νέα Υόρκη. (Public Domain)

 

Τα παιδικά κοσμήματα από κοράλλια είναι μία παράδοση η οποία εκτείνεται μέχρι την κλασική εποχή. Το οργανικό στοιχείο του θαλάσσιου πολύποδου θεωρούνταν ότι προστατεύει τα παιδιά από ασθένειες και άλλα κακά. Το κοράλλι εισήχθη στην αμερικανική αγορά από τη Μεσόγειο και καθιερώθηκε ως δημοφιλές στολίδι για τα παιδιά από την περίοδο της αποικιοκρατίας έως τον 19ο αιώνα. Αν και η χώρα γνώριζε αυξανόμενη ευημερία, η παιδική θνησιμότητα ήταν υψηλή. Η αναπτυσσόμενη επαρχιακή μεσαία τάξη είχε τα μέσα να παραγγέλνει προσωπογραφίες και οι λαϊκοί καλλιτέχνες ήταν μια προσιτή επιλογή. Οι προσωπογραφίες των παιδιών ήταν μια ευκαιρία να απαθανατίσουν τη μορφή τους όσο ζούσαν και να τιμήσουν και διατηρήσουν τη μνήμη τους εάν δεν έφταναν μέχρι την ενηλικίωση.

ZoomInImageΠαιδικό κολιέ από κοράλλι με καμέο, 1840–1880. Κτήμα της Δίδος Ούνα Ντάνμπαρ, Ιστορική Νέα Αγγλία, Χάβερχιλ, Μασσαχουσέτη, ΗΠΑ. (Ιστορική Νέα Αγγλία)

 

Κατά την περίοδο του Κεντ, από το 1829 έως το 1838 περίπου, ο Φίλιπς εξερεύνησε τα πλούσια, ζωντανά χρώματα, τις ευκρινείς γραμμές και τα πιο περίτεχνα ενδύματα. Στο «American Anthem: Masterworks from the American Folk Art Museum», η Στέησυ Σ. Χολάντερ γράφει ότι αυτά τα έργα «χαρακτηρίζονται από έντονες χρωματικές αντιθέσεις, από πρόσωπα που αναδύονται σαν λαμπερά κοσμήματα από το σκούρο, βελούδινο φόντο, από το τονισμένο χρώμα στα μάγουλα, από την έλλειψη διακριτών πινελιών, καθώς και από τη γεωμετρική, διακοσμητική επεξεργασία των σωμάτων».

ZoomInImage
Άμμαϊ Φίλιπς, «Το κορίτσι με τις φράουλες», περ. 1830. Λάδι σε καμβά, 66 x 57 εκ. Εθνική Πινακοθήκη Τέχνης, Ουάσιγκτον. (Public Domain)

 

Το «Κορίτσι με τις φράουλες» («The Strawberry Girl», περ. 1830, Εθνική Πινακοθήκη Τέχνης) δείχνει ένα κοριτσάκι να κάθεται σε μια πολυθρόνα. Το κεντημένο λευκό φόρεμά της τονίζεται από μία κόκκινη ζώνη κάτω από το στήθος και κόκκινους φιόγκους στους ώμους, στοιχεία που απηχούν στη διακόσμηση του σκούφου της. Στο δεξί της χέρι κρατά ένα κλαδάκι με φράουλες, ενώ στο αριστερό κρατά ένα ώριμο μούρο – και τα δύο σύμβολα νεανικής ζωτικότητας. Με φόντο το αρχετυπικό ζεστό, σκοτεινό φόντο του καλλιτέχνη, το κορίτσι παρουσιάζεται σε μια ελαφρώς γυρισμένη πόζα τριών τετάρτων, που θυμίζει αγγλική αριστοκρατική προσωπογραφία. Αποτελεί κοινή παρανόηση ότι όλοι οι λαϊκοί καλλιτέχνες ήταν ανεκπαίδευτοι. Είναι πιθανό ότι ο Φίλιπς ήταν σχετικά εξοικειωμένος με την παραδοσιακή ακαδημαϊκή τέχνη, ενσωματώνοντας ορισμένα στοιχεία στη δική του πρακτική.

Ένα λαϊκό αριστούργημα

ZoomInImage
Άμμαϊ Φίλιπς, «Κορίτσι με κόκκινο φόρεμα, γάτα και σκύλο», 1830–1835. Λάδι σε καμβά, 76 x 63 εκ. Μουσείο Λαϊκής Τέχνης, Νέα Υόρκη. (Public Domain)

 

Το αριστούργημα του Φίλιπς, εμβληματικό έργο της λαϊκής τέχνης στο σύνολό της, είναι το «Κορίτσι με κόκκινο φόρεμα, γάτα και σκύλο» («Girl in Red Dress with Cat and Dog», 1830–1835, επίσης μέρος της συλλογής του Αμερικανικού Μουσείου Λαϊκής Τέχνης). Σε μια ετικέτα έκθεσης, η κα Χολάντερ συγκρίνει τη χρήση μεγάλων χρωματικών επιφανειών, τις οποίες ο Φίλιπς αποδίδει με γεωμετρική ακρίβεια, με τη μεσαιωνική θρησκευτική τέχνη. Γράφει: «Η συμβολική συσχέτιση σπάνιων και ακριβών χρωμάτων με συγκεκριμένες θρησκευτικές φιγούρες, όπως το κόκκινο βερμιγιόν που χρησιμοποιούταν για τα ενδύματα της Παρθένου, απηχεί σε αυτή την προσωπογραφία». Εκτός από το χρώμα, τα εκφραστικά χαρακτηριστικά του προσώπου της κοπέλας, που κάθεται σεμνά σε ένα παγκάκι, μεταδίδουν μια αθωότητα που αιχμαλωτίζει την προσοχή του θεατή καθώς συναντά το βλέμμα της.

Το 1998, ο πίνακας τυπώθηκε ως γραμματόσημο των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο Φίλιπς ζωγράφισε τέσσερεις προσωπογραφίες μεμονωμένων παιδιών με υπέροχα κόκκινα ρούχα και μικρά σκυλιά στα πόδια τους. Στην ιστορία της τέχνης, τα σκυλιά συμβολίζουν την πίστη. Το λαγωνικό στην εικόνα, που διακρίνεται από ένα καφέ οβάλ μπάλωμα στο μέτωπό του, εμφανίζεται σε πολλές προσωπογραφίες του καλλιτέχνη. Πιστεύεται ότι ήταν το κατοικίδιο του ίδιου του Φίλιπς και ότι μπορεί να χρησιμοποιήθηκε για να κρατά ακίνητα τα νεαρά μοντέλα κατά τη διάρκεια της πόζας.

Η μοναδική διπλή προσωπογραφία παιδιού όπου ο Φίλιπς επαναλαμβάνει το μοτίβο του κόκκινου φορέματος είναι αυτή της κυρίας Μάγιερ και της κόρη της («Mrs. Mayer and Daughter», 1835-1840). Οι δύο μορφές παρουσιάζονται ως οριοθετημένα σχήματα από τολμηρά κορεσμένα χρώματα. Όπως και στο «Κορίτσι με κόκκινο φόρεμα, γάτα και σκύλο», το παιδί φορά ένα κοραλλί κολιέ. Επιπλέον, κρατά φυλλώδη κλωνάρια που παραπέμπουν σε άλλους πίνακες του Φίλιπς. Μαζί με τα επίσης κόκκινα παπούτσια της, αυτά τα χαρακτηριστικά ενισχύουν το κόκκινο χρωματικό πεδίο του φορέματός της.

ZoomInImage
Άμμαϊ Φίλιπς, «Η κυρία Μάγιερ και η κόρη της», 1835–1840. Λάδι σε καμβά, 96 x 87 εκ. Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης, Νέα Υόρκη. (Public Domain)

 

Αισθητικές συνδέσεις

Η σύνδεση μεταξύ του Άμμαϊ Φίλιπς και των πορτραίτων του Border Limner και του Kent Limner δεν θα μπορούσε ποτέ να γίνει χωρίς το λαμπρό ερευνητικό έργο της Μπάρμπαρα Χόλντριτζ (Barbara Holdridge), εκδότριας, και του μηχανικού συζύγου της, Λάρρυ Χόλντριτζ. Το 1958, αγόρασαν έναν υπογεγραμμένο πίνακα του Φίλιπς από ένα κατάστημα με αντίκες στο Κονέκτικατ. Περίεργοι να ανακαλύψουν πληροφορίες για τον καλλιτέχνη, βρήκαν έναν απόγονό του, ο οποίος τους βοήθησε να μάθουν περισσότερα για τη ζωή του. Στη συνέχεια, το ζευγάρι πληροφορήθηκε για μια έκθεση τέχνης κατά τη διάρκεια μιας καλοκαιρινής έκθεσης στο Κεντ που είχε πραγματοποιηθεί το 1924. Οι κάτοικοι είχαν παρουσιάσει προσωπογραφίες προγόνων, τις οποίες είχε φιλοτεχνήσει ένας καλλιτέχνης που είχε γίνει γνωστός ως Kent Limner.

Μελετώντας βιβλία που περιείχαν έργα τόσο αυτού του άγνωστου καλλιτέχνη όσο και του Border Limner, η Μπάρμπαρα εντυπωσιάστηκε από την ομοιότητά τους με τις εικόνες του Φίλιπς, ιδιαίτερα από την επανειλημμένη χρήση συγκεκριμένων κοσμημάτων και ενός βιβλίου σε όλο το έργο τους. Επικοινώνησαν και έπεισαν την εξέχουσα ιστορικό λαϊκής τέχνης Μαίρη Μπλακ, τότε διευθύντρια του Αμερικανικού Μουσείου Λαϊκής Τέχνης, με τα ευρήματά τους.

Μέχρι το 1965, ο ακαδημαϊκός κόσμος είχε αποδεχθεί ότι ο Φίλιπς είχε δημιουργήσει όλα τα έργα. Η Μπλακ και οι Χόλντριτζ συνέχισαν να υποστηρίζουν περαιτέρω έρευνες για τον Φίλιπς, αν και υπάρχουν ακόμα πολλά να αποκαλυφθούν για τη ζωή και τα θέματά του. Το ταλέντο του Φίλιπς στη δημιουργία συναρπαστικών, κομψών και όμορφων πορτρέτων έχει συμβάλει στο αυξανόμενο ενδιαφέρον και την εκτίμηση της αγοράς τέχνης και της ακαδημαϊκής κοινότητας για τη λαϊκή τέχνη και τη θέση της στην πολιτιστική ιστορία της Αμερικής.

Της Michelle Plastrik

Επιμέλεια: Βαλεντίνα Λισάκ & Αλία Ζάε

Πως μπορείτε να μας βοηθήσετε ώστε να συνεχίσουμε να σας κρατάμε ενημερωμένους

Ποιος είναι ο λόγος που χρειαζόμαστε την βοήθειά σας για την χρηματοδότηση του ερευνητικού ρεπορτάζ μας; Επειδή είμαστε ένας ανεξάρτητος οργανισμός ειδήσεων που δεν επηρεάζεται από καμία κυβέρνηση, εταιρεία ή πολιτικό κόμμα. Από την ημέρα που ξεκινήσαμε, έχουμε έρθει αντιμέτωποι με προσπάθειες αποσιώπησης της αλήθειας κυρίως από το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα. Αλλά δεν θα λυγίσουμε. Η ελληνική έκδοση της Epoch Times βασίζεται ολοκληρωτικά στις γενναιόδωρες συνεισφορές σας για να διατηρήσει την παραδοσιακή δημοσιογραφία ζωντανή και υγιή στην Ελληνική γλώσσα. Μαζί, μπορούμε να συνεχίσουμε να διαδίδουμε την αλήθεια.

Σχολιάστε