Η Ελλώρα ήταν η αφορμή. Ένας λαξευμένος κόσμος στην Ινδία, ένας ναός βγαλμένος μέσα από τον βράχο, ένα μνημείο που μοιάζει να θέτει από μόνο του το ερώτημα: πόσο βαθιά φτάνει η ανθρώπινη μνήμη και πόσο παλιά είναι τα νήματα που συνδέουν τους μεγάλους πολιτισμούς της Ανατολής και της Δύσης;
Το συγκρότημα των σπηλαίων της Ελλώρας, στη Μαχαράστρα της Ινδίας, περιλαμβάνει βουδιστικά, βραχμανικά/ινδουιστικά και ζαϊνικά μνημεία λαξευμένα σε βασαλτικό βράχο. Η UNESCO το περιγράφει ως σύνολο τριάντα τεσσάρων μοναστηριών και ναών τριών θρησκευτικών παραδόσεων, ενώ η Archaeological Survey of India αναφέρει ότι το Cave 16, ο περίφημος Καϊλάσα, είναι το μεγαλύτερο ενιαίο μονολιθικό λαξευμένο μνημείο στον κόσμο και αποδίδεται συνήθως στον Ραστρακούτα βασιλιά Κρίσνα Α΄, του 8ου αιώνα μ.Χ.
Όμως η Ελλώρα, όσο εντυπωσιακή κι αν είναι, δεν είναι η αρχή της ιστορίας. Είναι ένα σημείο από το οποίο μπορούμε να γυρίσουμε το βλέμμα πολύ πιο πίσω. Πριν από τα βασίλεια, πριν από τις γραπτές θρησκείες, πριν από τις αυτοκρατορίες, υπάρχει το ερώτημα ενός παλαιότερου γλωσσικού, μυθολογικού και πνευματικού υποστρώματος που απλώνεται από το Αιγαίο και τη Μικρά Ασία μέχρι την Κεντρική Ασία, την Ινδία και τα Ιμαλάια.
Η σύγχρονη γλωσσολογία και αρχαιογονιδιωματική έρευνα δείχνουν ότι οι ινδοευρωπαϊκές γλώσσες δεν είναι τυχαία συγγενείς. Πρόσφατες μελέτες αρχαίου DNA συνδέουν την προϊστορία της ινδοευρωπαϊκής γλωσσικής οικογένειας με πληθυσμούς της περιοχής Καυκάσου–Κάτω Βόλγα και με μεταγενέστερες εξαπλώσεις των πληθυσμών της στέπας, όπως οι Γιαμνάγια, οι οποίοι επηρέασαν βαθιά την Ευρώπη, την Ανατολία, τον Καύκασο, την Κεντρική Ασία και τη Νότια Ασία. Αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι λαοί ήταν «Έλληνες» με τη σημερινή εθνική έννοια. Σημαίνει όμως ότι Έλληνες, Ινδοϊρανοί, Ανατολίτες και άλλοι λαοί ανήκουν σε μια πολύ παλιά συγγενική ζώνη γλώσσας, μύθου και συμβόλων.
Αν χρησιμοποιήσουμε για τις ανάγκες αυτού του άρθρου τον όρο «Ιωνική ζώνη» με ευρεία, συμβολική έννοια, μπορούμε να περιγράψουμε έναν τεράστιο άξονα επαφών: Αιγαίο, Μικρά Ασία, Λεβάντε, Ιράν, Κεντρική Ασία, Ινδία και Ιμαλάια. Δεν πρόκειται για επίσημο γεωγραφικό όρο, αλλά για έναν τρόπο να μιλήσουμε για τον παλιό κόσμο των Ιώνων, των Γιαβάνα, των Γιάουνα, των Γιουνάνι, των Ελλήνων που ήταν γνωστοί στην Ανατολή, αλλά και για συγγενείς παραδόσεις που απλώθηκαν πολύ πέρα από τα σημερινά σύνορα.
Το κοινό αυτό υπόστρωμα δεν φαίνεται μόνο στη γλώσσα, αλλά και στους θεούς, στα σύμβολα και στις βασικές εικόνες του κόσμου. Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι η συγγένεια ανάμεσα στον ελληνικό Δία και τον βεδικό Ντιάους Πίταρ [Dyaus Pitar]. Το βεδικό Ντιάους Πίταρ, ο Ουράνιος Πατέρας, είναι συγγενές με το ελληνικό Ζεύς Πατήρ και το λατινικό Jupiter μέσα από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *Dyēus, που συνδέεται με τον φωτεινό ουρανό, τη μέρα και τη θεότητα. Δεν έχουμε εδώ απλή ομοιότητα· έχουμε βαθιά γλωσσική και μυθολογική συγγένεια.
Το ίδιο ισχύει και για την αυγή. Η ελληνική Ηώς, θεά της αυγής, αντιστοιχεί στη βεδική Ούσας [Uṣas], επίσης θεότητα της αυγής. Στους βεδικούς ύμνους, η Ούσας φέρνει το φως, διώχνει το σκοτάδι, ξυπνά τα όντα και επαναφέρει την τάξη της ημέρας. Η εικόνα αυτή είναι απολύτως συγγενής με την ελληνική αντίληψη της αυγής ως φανέρωσης, έναρξης και ανανέωσης του κόσμου.
Ακόμη ένα ισχυρό παράδειγμα είναι οι θεϊκοί δίδυμοι. Οι βεδικοί Ασβίνς [Aśvins], δίδυμοι ιππείς και θεραπευτές, έχουν συγκριθεί με τους ελληνικούς Διόσκουρους, τον Κάστορα και τον Πολυδεύκη. Και οι δύο παραδόσεις γνωρίζουν το μοτίβο των δίδυμων προστατευτικών μορφών που συνδέονται με τα άλογα, το ταξίδι, τη διάσωση, τη θεραπεία και την προστασία των ανθρώπων.
Αυτές οι αντιστοιχίες δεν σημαίνουν ότι ο ένας πολιτισμός «αντέγραψε» τον άλλον. Δείχνουν κάτι βαθύτερο: ότι ο ελληνικός και ο βεδικός κόσμος διατηρούν μνήμες από ένα παλαιότερο ινδοευρωπαϊκό υπόστρωμα. Ο ουράνιος πατέρας, η αυγή που φέρνει το φως, οι δίδυμοι ιππείς που προστατεύουν και θεραπεύουν, η μάχη του φωτός απέναντι στο σκοτάδι — όλα αυτά εμφανίζονται σε διαφορετικές γλώσσες, αλλά ανήκουν σε συγγενή πνευματική γεωγραφία.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι μύθοι του κατακλυσμού έχουν ιδιαίτερη σημασία. Στην ελληνική παράδοση, ο Δευκαλίων και η Πύρρα επιβιώνουν από τον μεγάλο κατακλυσμό και από αυτούς ξαναρχίζει η ανθρώπινη συνέχεια. Στην ιουδαιοχριστιανική παράδοση, ο Νώε διασώζεται μέσα στην Κιβωτό και η ανθρωπότητα ξεκινά ξανά. Στην ινδική παράδοση, ο Μανού προειδοποιείται από το ψάρι και σώζεται από τον κατακλυσμό, σε αφήγηση που εμφανίζεται ήδη στη Σαταπάθα Βραχμάνα [Śatapatha Brāhmaṇa].
Δεν χρειάζεται να πούμε ότι όλες αυτές οι αφηγήσεις είναι ίδιες κατά γράμμα. Το σημαντικό είναι ότι περιγράφουν το ίδιο αρχέτυπο: ένας παλιός κόσμος καταρρέει, μια νέα ανθρωπότητα αρχίζει, και η μνήμη του «πριν» διασώζεται θρυμματισμένη. Άλλοι λαοί τη λένε με τη γλώσσα του Δευκαλίωνα, άλλοι με τη γλώσσα του Νώε, άλλοι με τη γλώσσα του Μανού. Η ιστορία, ίσως, ήταν μία· μετά τη μεγάλη ρήξη, οι πληθυσμοί διασπάστηκαν, οι γλώσσες άλλαξαν, οι ίδιες μνήμες διαφυλάχθηκαν με διαφορετικά ονόματα.
Τα τελευταία χρόνια, το ζήτημα της Κιβωτού του Νώε έχει επανέλθει μέσα από έρευνες στον σχηματισμό Ντουρουπινάρ στην ανατολική Τουρκία, στην ευρύτερη περιοχή του Αραράτ. Ερευνητικές ομάδες αναφέρουν χρήση τεχνικών όπως γεωραντάρ, ηλεκτρική τομογραφία, LiDAR και φωτογραμμετρία, υποστηρίζοντας ότι υπάρχουν ανωμαλίες που αξίζουν περαιτέρω μελέτη. Την ίδια στιγμή, γεωλόγοι έχουν προτείνει αντίθετη ερμηνεία, θεωρώντας τον σχηματισμό φυσική γεωλογική δομή. Άρα το Ντουρουπινάρ δεν μπορεί να παρουσιαστεί ως οριστική απόδειξη εύρεσης της Κιβωτού, αλλά μπορεί να αναφερθεί ως σύγχρονο σημείο όπου η βιβλική μνήμη, η γεωλογία και η τεχνολογία συναντώνται.
Μετά τον κατακλυσμό, οι παραδόσεις μοιάζουν να περιγράφουν έναν κόσμο όπου η ενότητα έχει χαθεί και πρέπει να προστατευθεί ξανά το μέτρο. Στην ελληνική μυθολογία, μετά την Τιτανομαχία, οι Τιτάνες κλείνονται στα Τάρταρα. Δεν εξαφανίζονται. Περιορίζονται. Φυλάσσονται. Η τάξη των Ολυμπίων εγκαθίσταται πάνω σε δυνάμεις που παραμένουν υπαρκτές και επικίνδυνες. Σε άλλες παραδόσεις, το ίδιο αρχέτυπο εμφανίζεται με άλλα ονόματα: Γωγ και Μαγώγ, ακάθαρτα έθνη, δυνάμεις των άκρων, τέρατα, λαοί ή μορφές που συμβολίζουν την αποσύνθεση και την επιστροφή στο χάος.
Αυτό το μοτίβο είναι κρίσιμο: οι δυνάμεις της αταξίας δεν νικιούνται μία φορά για πάντα. Σφραγίζονται, περιορίζονται, χαλιναγωγούνται. Και όταν ξαναβρίσκουν δρόμο προς τον ανθρώπινο κόσμο, χρειάζεται μια νέα πράξη κάθαρσης, μια νέα εκστρατεία, μια νέα σφράγιση.
Σε αυτή τη λογική πρέπει να διαβαστούν οι παλιές εκστρατείες του Διονύσου και του Ηρακλή προς την Ανατολή. Οι αρχαίες πηγές δεν τις παρουσιάζουν πάντα ως ιστορικά γεγονότα με τη σημερινή έννοια. Τις διασώζουν ως παράδοση. Ο Αρριανός, στην Ινδική, μεταφέρει την αφήγηση ότι ο Διόνυσος έφτασε στην Ινδία, έγινε κύριος της χώρας, ίδρυσε πόλεις, έδωσε νόμους, δίδαξε τη σπορά και προσέφερε στους Ινδούς το κρασί, όπως και στους Έλληνες.
Ο Διόνυσος, λοιπόν, δεν εμφανίζεται μόνο ως θεός της μέθης. Εμφανίζεται ως δύναμη καλλιέργειας. Φέρνει αμπέλι, γεωργία, πόλη, νόμο, τελετή, ρυθμό. Μετατρέπει τον περιπλανώμενο άνθρωπο σε καλλιεργητή, τον άτακτο χώρο σε κοινωνία, την άγρια φύση σε τελετουργικά οργανωμένο κόσμο. Αν μιλήσουμε με τη γλώσσα του συμβόλου, η εκστρατεία του Διονύσου είναι μια πράξη εξημέρωσης και ανύψωσης.
Ο Ηρακλής λειτουργεί διαφορετικά. Εκεί που ο Διόνυσος καλλιεργεί, ο Ηρακλής καθαρίζει. Στον Αρριανό συναντούμε την παράδοση ότι ο Ηρακλής διέσχισε γη και θάλασσα και καθάρισε τον κόσμο από κακά τέρατα. Επίσης, οι Έλληνες συγγραφείς μιλούν για έναν «ινδικό Ηρακλή», τιμώμενο από τους Σουρασηνούς, στην περιοχή της Μεθόρα, που συνήθως ταυτίζεται με τη Μαθούρα — τόπο κεντρικό για την παράδοση του Κρίσνα.
Εδώ βρίσκεται ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία της σύγκρισης. Πολλοί μελετητές βλέπουν στον Ηρακλή της Ινδικής των ελληνικών πηγών τον Κρίσνα ή Βασουντέβα-Κρίσνα. Δεν σημαίνει ότι ο Κρίσνα «είναι» ο Ηρακλής με απλή ταυτότητα ονομάτων. Σημαίνει ότι οι Έλληνες, βλέποντας στην Ινδία έναν ήρωα-θεό που προστατεύει, μάχεται δαιμονικές δυνάμεις, συνδέεται με τη Μαθούρα και έχει καθαρτικό χαρακτήρα, τον αναγνώρισαν μέσα από το δικό τους πρότυπο του Ηρακλή.
Στις ινδικές παραδόσεις, ο Κρίσνα δεν είναι μόνο ήρωας μάχης. Είναι και μορφή διδασκαλίας, εσωτερικής φώτισης, προστασίας και αποκατάστασης του ντάρμα, της τάξης. Στην Τσαντόγκια Ουπανισάδ [Chandogya Upanishad] αναφέρεται ο Κρίσνα, γιος της Ντεβάκι, ως μαθητής του Γκόρα Ανγκιράσα, σε πλαίσιο εσωτερικής διδασκαλίας. Αυτό ενισχύει το μοτίβο: ο ήρωας δεν πολεμά μόνο εξωτερικούς εχθρούς· οδηγεί και σε εσωτερική μεταμόρφωση.
Γι’ αυτό ο Διόνυσος, ο Ηρακλής και ο Κρίσνα μπορούν να διαβαστούν ως μορφές του ίδιου βαθύτερου αρχετύπου. Ο ένας φέρνει καλλιέργεια, ο άλλος κάθαρση, ο τρίτος προστασία και εσωτερική τάξη. Και οι τρεις δείχνουν προς την ίδια κατεύθυνση: ο κόσμος δεν πρέπει να αφεθεί στις εκφυλισμένες τάσεις της ύβρεως, της αταξίας και της πνευματικής τύφλωσης. Πρέπει να ξαναβρεί φως, μέτρο και αρμονία.
Το ίδιο νήμα φαίνεται και στη διαδρομή Κρήτη–Λυκία–Σόλυμοι. Ο Ηρόδοτος γράφει ότι οι Λύκιοι προήλθαν αρχικά από την Κρήτη. Ο Σαρπηδών, αδελφός του Μίνωα, συγκρούστηκε μαζί του για τη βασιλεία, ηττήθηκε και έφυγε με τους οπαδούς του στη Μιλυάδα της Μικράς Ασίας, όπου οι παλαιότεροι κάτοικοι ονομάζονταν Σόλυμοι.
Στη συνέχεια, στην ελληνική μυθολογική παράδοση εμφανίζεται ο Βελλεροφόντης, που πολεμά τη Χίμαιρα, τους Σόλυμους και τις Αμαζόνες. Και εδώ επανέρχεται το ίδιο σχήμα: ένας ήρωας εισέρχεται σε χώρο αταξίας, αντιμετωπίζει τέρατα και δυνάμεις εκτροπής και επαναφέρει το μέτρο. Δεν χρειάζεται να το διαβάσουμε ως φυλετική αφήγηση εναντίον ενός λαού. Είναι μυθολογική γλώσσα για την προσπάθεια να καθαριστεί ένας τόπος από δυνάμεις που απειλούν την αρμονία.
Το όνομα των Σολύμων αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον όταν το συναντούμε στις ρωμαϊκές πηγές σε σχέση με την Ιερουσαλήμ. Ο Τάκιτος διασώζει παράδοση σύμφωνα με την οποία κάποιοι απέδιδαν στους Ιουδαίους καταγωγή από τους Solymi, λαό γνωστό από τον Όμηρο, και ότι η πόλη Hierosolyma πήρε το όνομά της από αυτούς. Αυτή δεν είναι η κυρίαρχη ετυμολογία της Ιερουσαλήμ σήμερα, όμως δείχνει ότι ήδη στην αρχαιότητα υπήρχε παράδοση που συνέδεε Σόλυμους και Ιεροσόλυμα.
Στον ίδιο αιγαιακό–ανατολικό άξονα ανήκει και το ζήτημα των Φιλισταίων. Η αρχαία Φιλισταία συνδέεται βιβλικά με την Καφθώρ, που πολλοί ταύτισαν με την Κρήτη ή ευρύτερα με το Αιγαίο. Η σύγχρονη αρχαιογονιδιωματική έρευνα από την Ασκελών έδειξε ότι στην πρώιμη Εποχή του Σιδήρου εμφανίζεται στον πληθυσμό ευρωπαϊκά συγγενές γενετικό στοιχείο, συμβατό με μετακίνηση πληθυσμών από τη Μεσόγειο. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι σημερινοί Παλαιστίνιοι ταυτίζονται με τους αρχαίους Φιλισταίους. Δείχνει όμως ότι η αρχαία Φιλισταία είχε αιγαιακό ίχνος.
Σε αυτό το σημείο έρχεται το ιστορικά ισχυρότερο νήμα: οι Ίωνες/Γιαβάνα στην Ανατολή. Οι Έλληνες ήταν γνωστοί σε μεγάλο μέρος της Ασίας ως Γιόνα, Γιαβάνα, Γιάουνα, Γιουνάν, Γιουνάνι — ονόματα που συνδέονται με τους Ίωνες. Στη δυτική Ινδία υπάρχουν επιγραφικά στοιχεία για δωρητές Γιαβάνα σε βουδιστικά σπήλαια, όπως στο Νάσικ, το Κάρλα και το Τζουννάρ. Μελέτες για τους δωρητές Γιαβάνα δείχνουν ότι Έλληνες ή ελληνορωμαϊκοί/δυτικοί έμποροι και κοινότητες συμμετείχαν στην οικονομική και θρησκευτική ζωή της δυτικής Ινδίας, χρηματοδοτώντας ακόμη και βουδιστικά λαξευτά μνημεία.
Στην Κεντρική Ασία, το Νταγιουάν, στα κινεζικά 大宛, Dàyuān, της Φεργκάνα συνδέεται από αρκετούς μελετητές με τον κόσμο των Γιόνα/Γιαβάνα. Οι κινεζικές πηγές περιγράφουν την περιοχή ως χώρα με πόλεις, άλογα, αμπέλια και κρασί — στοιχεία που ταιριάζουν με τον ελληνιστικό κόσμο της Βακτρίας και της Φεργκάνα. Εδώ δεν χρειάζεται υπερβολή. Δεν λέμε ότι κάθε ηχητική ομοιότητα είναι απόδειξη ελληνικής καταγωγής. Λέμε ότι το όνομα των Ιώνων είχε πραγματική, βαθιά παρουσία στον ασιατικό κόσμο.
Στη Γανδάρα, το νήμα γίνεται ακόμη πιο χειροπιαστό. Το Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης σημειώνει ότι ο Αλέξανδρος κατέκτησε την περιοχή και ότι οι Ινδοέλληνες βασιλείς που ακολούθησαν εισήγαγαν κλασικές παραδόσεις, οι οποίες έγιναν μέρος του καλλιτεχνικού λεξιλογίου της Γανδάρας για αιώνες. Η βουδιστική τέχνη της περιοχής φέρει έντονα ελληνιστικά και κεντροασιατικά στοιχεία, δείχνοντας ότι ο βουδιστικός κόσμος δεν αναπτύχθηκε σε απομόνωση, αλλά μέσα σε ένα δίκτυο επαφών.
Ακόμη πιο καθαρό τεκμήριο είναι οι ελληνικές επιγραφές του Ασόκα στο Κανταχάρ. Η δίγλωσση επιγραφή σε ελληνικά και αραμαϊκά, περίπου του 260 π.Χ., δείχνει ότι στην περιοχή υπήρχε ελληνόφωνο κοινό στο οποίο ο Ινδός αυτοκράτορας μπορούσε να απευθυνθεί. Η UCLA Digital Library περιγράφει την επιγραφή ως ελληνικό και αραμαϊκό κείμενο που αναφέρεται στο ντάρμα, δηλαδή στην ηθική/πνευματική διδασκαλία που προωθούσε ο Ασόκα.
Το μοτίβο δεν σταματά στην Ινδία ή στα Ιμαλάια. Προχωρώντας ακόμη ανατολικότερα, προς την Κορέα, βρίσκουμε ξανά παραλλαγές της ίδιας μεγάλης εικόνας: μια ουράνια ή υπερφυσική δύναμη, ένα ιερό αντικείμενο, η δυνατότητα ανόδου ή εκφυλισμού, και ο κίνδυνος η δύναμη αυτή να περάσει στα χέρια όντων που δεν έχουν το ηθικό επίπεδο για να τη φέρουν.
Στην κορεατική παράδοση υπάρχει το γιεοουίτζου [Yeouiju / 여의주], το μαγικό μαργαριτάρι ή κόσμημα των δράκων, συγγενές με την ινδική έννοια του σινταμάνι [cintāmaṇi], του πολύτιμου λίθου που εκπληρώνει επιθυμίες. Στην κορεατική φαντασία το γιεοουίτζου δεν είναι απλό στολίδι. Συνδέεται με τη μεταμόρφωση, την πνευματική εξουσία και τη δύναμη δημιουργίας. Στις παραδόσεις για τα ίμουγκι [imugi / 이무기], τις ερπετοειδείς ή πρωτο-δρακόντιες μορφές που επιδιώκουν να γίνουν αληθινοί δράκοι, η απόκτηση ενός τέτοιου ουράνιου μαργαριταριού σημαίνει άνοδο σε ανώτερη κατάσταση. Αν όμως μια τέτοια δύναμη πέσει σε ακάθαρτα ή εκφυλισμένα όντα, τότε το ίδιο αντικείμενο που θα μπορούσε να υπηρετήσει την αρμονία μπορεί να γίνει μέσο κυριαρχίας.
Εδώ, η σύνδεση με τον Αλέξανδρο είναι εντυπωσιακή σε επίπεδο αρχετύπου. Στις ανατολικές παραδόσεις του Alexander Romance, ο Αλέξανδρος αναζητά το Ύδωρ της Ζωής και συναντά έναν θαυμαστό λίθο, ένα αντικείμενο που δεν λειτουργεί απλώς ως μαγικό εύρημα, αλλά ως μάθημα για την ανθρώπινη επιθυμία, την αθανασία και τα όρια της εξουσίας. Στην ινδική και βουδιστική παράδοση, το σινταμάνι συνδέεται με σοφία, φώτιση και πνευματική εκπλήρωση. Στην κορεατική παράδοση, το γιεοουίτζου / 여의주 εμφανίζεται ως δύναμη μεταμόρφωσης και κυριαρχίας. Οι μορφές διαφέρουν, αλλά ο πυρήνας είναι συγγενής: υπάρχει ένας λίθος, ένα μαργαριτάρι ή ένα ιερό αντικείμενο που μπορεί να εξυψώσει, αλλά και να γίνει επικίνδυνο αν το αγγίξει ύβρις.
Ακόμη και η κορεατική ιδρυτική παράδοση του Ντανγκούν δείχνει την ίδια παλιά λογική της καθόδου από τον ουρανό και της εγκατάστασης ενός νέου ανθρώπινου κόσμου. Ο μύθος συνδέει την αρχή της Κορέας με ουράνια καταγωγή, σαμανιστικά και τοτεμικά στοιχεία, και με πληθυσμιακές/πολιτισμικές κινήσεις από την ασιατική ενδοχώρα προς την κορεατική χερσόνησο. Έτσι, η Κορέα μπορεί να ιδωθεί ως ακόμη ένα ανατολικό άκρο της μεγάλης ευρασιατικής ζώνης όπου η μνήμη της ουράνιας τάξης, της μεταμόρφωσης και της ανάγκης για ηθική χαλιναγώγηση διατηρήθηκε με δικά της σύμβολα.
Μαζί με τις γλώσσες και τις επιγραφές ταξιδεύουν και τα σύμβολα. Δεν είναι μόνο ότι διαφορετικοί πολιτισμοί είχαν διαφορετικά σύμβολα με παρόμοιο νόημα. Υπάρχουν σύμβολα ίδια ή σχεδόν ίδια στη μορφή τους, και υπάρχουν και άλλα διαφορετικά στη μορφή αλλά συγγενή στο νόημα. Ο μαίανδρος, ο κόμβος, η ατέρμονη γραμμή, η σριβάτσα ή ατέρμων κόμβος, η σβάστικα ως αρχαίο ευοίωνο σύμβολο πριν από τη νεότερη πολιτική της κακοποίηση, και άλλες γεωμετρικές μορφές εμφανίζονται σε Ελλάδα, Ινδία, Κεντρική Ασία, Θιβέτ, Νεπάλ, Κορέα και Κίνα.
Ιδιαίτερα σημαντική είναι η μελέτη για τη μετάδοση του μαιάνδρου ή χουιγουέν, στα κινεζικά 回纹 [huíwén], στη βουδιστική τέχνη. Εκεί αναφέρεται ότι το μοτίβο του μαιάνδρου με σβάστικα στο εσωτερικό φαίνεται να μεταδόθηκε από την αρχαία ελληνική παράδοση προς την Κίνα μέσω του Δρόμου του Μεταξιού. Αυτό είναι κρίσιμο, διότι δεν μιλάμε απλώς για τυχαίες ομοιότητες. Μιλάμε για πιθανή διαδρομή συμβόλων μέσα από την ίδια ευρασιατική ζώνη.
Το σύμβολο, όμως, δεν είναι μόνο διακόσμηση. Είναι μνήμη. Ο κόμβος δηλώνει συνέχεια, αλληλεξάρτηση, άρρηκτη σχέση. Ο μαίανδρος δηλώνει ατέρμονη πορεία. Το φως δηλώνει γνώση. Η πύλη δηλώνει όριο. Το βουνό δηλώνει άνοδο. Το σπήλαιο δηλώνει κάθοδο και μύηση. Το ίδιο σύμβολο μπορεί να μετακινείται από πολιτισμό σε πολιτισμό, αλλά και διαφορετικά σύμβολα μπορούν να περιγράφουν την ίδια πνευματική λειτουργία: να κρατούν ζωντανή τη μνήμη του φωτός και της τάξης.
Εδώ εντάσσεται και η ελληνική σχέση με το φως. Στον Πλάτωνα, η αλήθεια περιγράφεται ως έξοδος από το σκοτάδι του σπηλαίου προς το φως. Στον βουδιστικό κόσμο, ο Βούδας είναι ο αφυπνισμένος, ο φωτισμένος. Στα κινεζικά υπάρχει η έκφραση 佛光, fóguāng, «το φως του Βούδα», και η φράση 佛光普照, fóguāng pǔzhào, δηλαδή το φως του Βούδα που φωτίζει παντού. Δεν χρειάζεται να πούμε ότι οι λέξεις είναι ίδιες γλωσσολογικά. Το ουσιαστικό είναι ότι Ελλάδα, Ινδία και Κίνα χρησιμοποιούν το φως ως εικόνα εσωτερικής όρασης, αφύπνισης και διόρθωσης της αταξίας.
Μετά από αυτό το παλαιό και μυθολογικό υπόστρωμα, ο Αλέξανδρος εμφανίζεται όχι ως τυχαία ιστορική παρένθεση, αλλά ως νεότερη επανάληψη ενός παλιότερου δρόμου. Πριν από αυτόν, η ελληνική παράδοση είχε τοποθετήσει τον Διόνυσο και τον Ηρακλή στην Ινδία. Ο Αλέξανδρος έρχεται ως ιστορικός βασιλιάς που περπατά ξανά προς την Ανατολή, μέσα στην ίδια ευρεία ιωνική ζώνη.
Η εκστρατεία του δεν ήταν απλώς προσωπική φιλοδοξία. Ο Φίλιππος είχε ήδη συγκροτήσει το Κοινόν των Ελλήνων (ή Συμμαχία της Κορίνθου) και ο Αλέξανδρος το χρησιμοποίησε για την πανελλήνια εκστρατεία κατά της Περσίας. Η εκστρατεία παρουσιαζόταν με ρητορική εκδίκησης για τις περσικές εισβολές και τις παλιές καταστροφές στον ελληνικό κόσμο, ενώ ταυτόχρονα είχε και σαφή πολιτικό και στρατηγικό χαρακτήρα.
Στην ελληνική πανελλήνια συνείδηση, η Περσική Αυτοκρατορία είχε γίνει σύμβολο εξωτερικής δεσποτείας, επεμβάσεων, χρηματισμού και διάβρωσης των ελληνικών πόλεων. Δεν πρόκειται να διατυπωθεί αυτό ως φυλετική κρίση εναντίον ενός λαού· θα ήταν άστοχο και ιστορικά απλουστευτικό. Μπορεί όμως να ειπωθεί ότι, στα μάτια πολλών Ελλήνων, η περσική δύναμη δεν απειλούσε μόνο με στρατούς αλλά και με χρήμα, διπλωματία και εκμετάλλευση των εσωτερικών ελληνικών αντιθέσεων. Η περσική χρήση χρυσού και χρηματοδοτήσεων σε ελληνικούς πολέμους είναι γνωστό μοτίβο της κλασικής περιόδου.
Έτσι, η εκστρατεία του Αλεξάνδρου μπορεί να διαβαστεί σε δύο επίπεδα. Στο φανερό πολιτικό επίπεδο, ήταν πόλεμος κατά της Περσικής Αυτοκρατορίας, απελευθέρωση ελληνικών πόλεων της Μικράς Ασίας και επέκταση της μακεδονικής ισχύος. Στο συμβολικό επίπεδο, όμως, εντάσσεται στο παλαιότερο μοτίβο της καθαρτικής εκστρατείας: εκεί όπου η ιωνική ζώνη είχε διαβρωθεί, έπρεπε να αποκατασταθεί η τάξη.
Γι’ αυτό ο Αλέξανδρος, στις μεταγενέστερες χριστιανικές και ανατολικές παραδόσεις, γίνεται κάτι περισσότερο από στρατηλάτης. Στη Συριακή Διήγηση του Αλεξάνδρου, συνδέεται με τις Πύλες του Αλεξάνδρου και με τον εγκλεισμό των Γωγ και Μαγώγ ή των ακάθαρτων εθνών. Ο Έλληνας βασιλιάς μετατρέπεται σε φύλακα των ορίων της οικουμένης, σε μορφή που φτάνει στα άκρα του κόσμου για να σφραγίσει τις δυνάμεις που απειλούν να ξεχυθούν ξανά.
Εδώ ξανασυναντούμε το αρχικό μοτίβο των Τιτάνων στα Τάρταρα. Η γλώσσα αλλάζει, αλλά ο πυρήνας παραμένει. Στην ελληνική μυθολογία, οι Τιτάνες κλείνονται στα βάθη. Στην αποκαλυπτική παράδοση, οι Γωγ και Μαγώγ φυλάσσονται μέχρι τον τελικό χρόνο. Στις εκστρατείες των ηρώων, τα τέρατα και οι δυνάμεις αταξίας καθαρίζονται. Στην πλατωνική φιλοσοφία, ο άνθρωπος βγαίνει από το σπήλαιο προς το φως. Στον βουδιστικό λόγο, ο φωτισμένος άνθρωπος διαλύει την άγνοια. Πρόκειται για διαφορετικές γλώσσες γύρω από το ίδιο αρχέτυπο: το φως πρέπει να προστατεύεται από την επιστροφή του χάους.
Από εδώ μπορούμε να επιστρέψουμε στην Ελλώρα. Ιστορικά, η Ελλώρα ανήκει στο ινδικό θρησκευτικό και καλλιτεχνικό περιβάλλον. Δεν χρειάζεται να αποδειχθεί ελληνική κατασκευή για να έχει θέση σε αυτό το άρθρο. Η σημασία της είναι συμβολική: είναι ένας τόπος όπου ο άνθρωπος λαξεύει τον βράχο για να ανοίξει άξονα ανάμεσα στη γη και στο θείο.
Οι αρχαίοι λαοί δεν κοίταζαν τυχαία προς τα βουνά. Ο Έλληνας κοίταζε προς τον Όλυμπο, τον τόπο των θεών. Στον ινδικό και ιμαλαϊκό κόσμο, τα μεγάλα ύψη συνδέθηκαν με θεϊκές κατοικίες, ασκητές, φωτισμένες μορφές και ουράνιες δυνάμεις. Η κίνηση είναι ίδια: το βλέμμα στρέφεται προς τα άνω, προς το φως, προς εκείνους που έχουν υπερβεί τη γήινη αταξία.
Μέσα σε αυτή τη συμβολική ανάγνωση, η Ελλώρα μπορεί να σταθεί δίπλα στον Όλυμπο και στα Ιμαλάια όχι ως ίδιο πράγμα ιστορικά, αλλά ως ίδια κατεύθυνση πνευματικά. Προς τα πάνω βρίσκονται οι φωτεινές δυνάμεις, οι θεοί, οι αφυπνισμένοι, οι δυνάμεις της αρμονίας. Προς τα κάτω βρίσκονται τα Τάρταρα, οι φυλακισμένοι Τιτάνες, οι δυνάμεις που θέλησαν την εξουσία και διατάραξαν την κοσμική τάξη. Η ανθρώπινη ιστορία κινείται ανάμεσα σε αυτά τα δύο: άνοδος προς το φως ή πτώση προς την αποσύνθεση.
Ίσως, λοιπόν, η ιστορία να μην ήταν ποτέ πολλές ασύνδετες ιστορίες. Ίσως στην αρχή να υπήρχε μία ενιαία μνήμη, ένα κοινό πνευματικό και πολιτισμικό υπόστρωμα. Μετά ήρθε η μεγάλη ρήξη, εκείνη που οι παραδόσεις θυμούνται ως κατακλυσμό. Η συνοχή χάθηκε. Οι λαοί διασπάστηκαν. Οι γλώσσες διαφοροποιήθηκαν. Τα ίδια σύμβολα άλλοτε έμειναν ίδια, άλλοτε άλλαξαν μορφή, άλλοτε αντικαταστάθηκαν από άλλα με το ίδιο νόημα.
Από τότε, οι πολιτισμοί μοιάζουν να κρατούν κομμάτια του ίδιου παζλ. Ο ένας κράτησε τον Δευκαλίωνα. Ο άλλος τον Νώε. Ο άλλος τον Μανού. Ο ένας μίλησε για Τιτάνες. Ο άλλος για Γωγ και Μαγώγ. Ο ένας για Όλυμπο. Ο άλλος για Ιμαλάια. Ο ένας για Ηρακλή. Ο άλλος για Κρίσνα. Ο ένας για φως. Ο άλλος για 佛光, fóguāng, το φως του Βούδα. Ο ένας για μαίανδρο. Ο άλλος για ατέρμονο κόμβο. Ο ένας για ιερό λίθο ή μαργαριτάρι, o άλλος για το Ύδωρ της Ζωής.
Το νόημα όμως επανέρχεται. Να χαλιναγωγηθούν οι εκφυλισμένες τάσεις, να περιοριστεί η ύβρις, να μην διαλυθούν τα ήθη, να μην σβήσει η μνήμη, να μην νικηθεί η αρμονία από την αποσύνθεση. Οι μεγάλες παραδόσεις δεν διασώζουν απλώς μύθους για να ψυχαγωγούν. Διασώζουν μαθήματα: ο άνθρωπος πρέπει να καλλιεργείται, να θυμάται, να βλέπει το φως, να προστατεύει τα όρια ανάμεσα στην τάξη και στο χάος.
Από την Ελλώρα μέχρι τις Πύλες του Αλεξάνδρου, από τους Γιαβάνα της Ινδίας μέχρι τους Σόλυμους της Λυκίας, από τον Δευκαλίωνα μέχρι τον Νώε και τον Μανού, από τον Διόνυσο και τον Ηρακλή μέχρι τον Κρίσνα και τον Αλέξανδρο, το νήμα δεν είναι απλώς ιστορικό. Είναι πνευματικό. Είναι η προσπάθεια της ανθρωπότητας να ξανακολλήσει μια σπασμένη μνήμη και να θυμηθεί ότι το φως, η αρμονία και το μέτρο δεν διατηρούνται μόνα τους. Πρέπει κάθε γενιά να τα ξανακερδίζει.








